Βιβλία και Συγγραφείς της Κρήτης: “Σπύρου Ντουντουλάκη – Ημερολόγιο ενός Πολεμιστή” (Εκδόσεις “ΕΡΕΙΣΜΑ”, Χανιά 2019)

Κανένα σχόλιο

Γράφει η Πηνελόπη Ι. Ντουντουλάκη *

Η καταγραφή γεγονότων της ζωής ενός ανθρώπου παρουσιάζει πάντοτε εύλογο ενδιαφέρον. Πέρα από το ότι αποτυπωνει, με αξιοσημείωτη ευκρίνεια και αξιοπιστία, την προσωπικότητα του συγγραφέα, αποτελεί κοινωνικό και ιστορικό ντοκουμέντο της εποχής στην οποία αναφέρεται. Αυτονόητη η ιδιαίτερη αξία ενός ημερολογίου, όπως αυτό που παρουσιάζεται απόψε, το οποίο αναφέρεται σε γεγονότα της εποχής του πολέμου και του Αλβανικού Μετώπου.

Γιατί, αλήθεια, ένας άνθρωπος οδηγείται στην καταγραφή ημερών της ζωής του σε τόσο κρίσιμες στιγμές; Ίσως επειδή θέλει να κληροδοτήσει αυθεντικά κομμάτια ζωής, όπως τα συγκεκριμένα βιώματα, στους απογόνους του και γενικότερα τις νεότερες γενεές. Ίσως, ακόμα, διότι θα ήθελε, στο απώτερο μέλλον, να έχει ο ίδιος ανεμπόδιστη πρόσβαση σε αυτά τα βιώματά του, ακόμα και σε περίπτωση που οι γνωσιακές λειτουργίες του αρχίσουν, με το πέρασμα του χρόνου, να φθίνουν. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ένα προσωπικό ημερολόγιο συνιστά σπονδή στη Μνήμη και πολύτιμη συνεισφορά στην ιστορική αλήθεια .

"Sponsored links"

Στη μνήμη του πατέρα του Σπύρου Ντουντουλάκη, στους συμμαχητές του και σε όλους όσους αγωνίστηκαν για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Κοινωνική Δικαιοσύνη, αφιερώνει το βιβλίο αυτό ο Κώστας Ντουντουλάκης, του οποίου το όνομα και οι αγώνες φέρουν τη σφραγίδα υψηλού πατριωτικού και δημοκρατικού φρονήματος. Ως προικισμένος δάσκαλος έχει έμπρακτα δείξει τη βαθύτερη έγνοια του για τη διάσωση της ελληνικής γλώσσας. Συνάμα, έχει επανειλημμένα εκφράσει την αγωνία του για την αναγνώριση των αναρίθμητων λεξιδανείων προς τις ευρωπαϊκές γλώσσες, δάνεια τα οποία, για λόγους απόλυτης άγνοιας ή απόλυτης ιδιοτέλειας, έχουν καταγραφεί υπέρ της λατινικής, ενώ η πασιφανής αλήθεια είναι ότι προέρχονται από την ελληνική γλώσσα.

Ο αφοσιωμένος δια βίου σπουδαστής της ιστορίας και της παράδοσης, ο κοινωνικός οραματιστής και αγωνιστής της ειρήνης, ο πάντοτε σεμνός και διακεκριμένος στον κύκλο της συγγένειας αγαπητός μας εξάδελφος πραγματοποίησε ένα ιδιαίτερα σημαντικό επίτευγμα, με το να φέρει στο φως της δημοσιότητας το ημερολόγιο του πατέρα του:

«…Υποσχέθηκα στη μνήμη του να δημοσιεύσω κάποτε αυτό το ημερολόγιο. Όσο ήταν ζωντανός, ποτέ δεν θα το επεδίωκε. Τόσο σεμνός ήταν. Το πρωτοδημοσίευσα σε 13 συνέχειες στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα» τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 2001.

Επιτέλους, τώρα αξιώθηκα να το εκδώσω σε βιβλίο, πολύτιμο (ιστορικό και ψυχογραφικό) των μαχητών του «ΟΧΙ» κειμήλιο, ελπίζω, για παλιούς και νέους…», σημειώνει, στο τέλος του εισαγωγικού κειμένου του, ο Κώστας Ντουντουλάκης.

Ποιος ήταν, όμως, ο συγγραφέας αυτού του ημερολογίου; Ποιος ήταν ο αφανής ήρωας του έπους του Αλβανικού Μετώπου;

«Σεμνός, εξαιρετικά ήρεμος,θυμόσοφος, αγαπητός σε όσους τον γνώρισαν, μα και βασανισμένος από μικρό παιδί». Με αυτές τις λέξεις σκιαγραφεί ο Κώστας την προσωπικότητα του Σπύρου Ντουντουλάκη, ο οποίος, σε ηλικία τριών ετών, έχασε αδόκητα και σε καιρό ειρήνης τον εθελοντή μακεδονομάχο πατέρα του. Γνώρισε τη μεγάλη φτώχεια και τη συνακόλουθη κοινωνική αδικία, μια και, μολονότι άριστος μαθητής στο Δημοτικό, δεν μπόρεσε να προχωρήσει στο Γυμνάσιο. Μαθήτεψε στη ραφτική. Σε αυτήν την τέχνη, μέσω της οποίας μπόρεσε από νωρίς να στηρίξει πρώτα την πατρική και μετέπειτα τη δική του οικογένεια, εργάστηκε επί τέσσερις περίπου δεκαετίες. Τα δύσκολα χρόνια της νιότης του δεν κατόρθωσαν να επισκιάσουν τη φιλομάθειά του. Διάβαζε όσο μπορούσε, συζητούσε και αντάλασσε δημιουργικούς προβληματισμούς, νοηματοδοτούσε διαρκώς τη ζωή του. Υπήρξε αθλητής στην πάλη. Αν και προστάτης οικογένειας, δεν επιδίωξε την απαλλαγή από το στρατό και υπηρέτησε κανονικά τη θητεία του. Το ίδιο έπραξε και αργότερα, όταν , λίγο πριν τις 28 του Οκτώβρη, τον κάλεσαν ως επίστρατο στα έμπεδα της Αγιάς, για εκπαίδευση νεοσυλλέκτων.

Ιστορικά, κοινωνικά και φιλοσοφικά θέματα αποτελούσαν προσφιλείς αναγνωστικούς προορισμούς του. Βιβλία και εφημερίδες της εποχής ήταν η πιο συχνή παρέα του. Οι συζητήσεις με φίλους και γείτονες, συνοδοιπόρους σε εκδρομικούς περιπάτους αλλά και στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση, ανατροφοδοτούσαν το πολύτιμο υλικό μιας ουσιαστικής παιδείας. Κρίνεται ως ξεχωριστά αξιοσημείωτη και χαρακτηριστική η φιλία του με τον Σαλή Χελιδονάκη, αθόρυβο συμπαραστάτη και φύλακα άγγελο στις φτωχογειτονιές, εκεί όπου τα όνειρα και οι ελπίδες χρειάζονταν στήριξη για να μην υποκύψουν στον ορμητικό χείμαρρο των δυσκολιών και αντιξοοτήτων. Ο Σαλής αποτύπωσε την εκτίμηση και τη φιλία του προς τον Σπύρο Ντουντουλάκη σε μια φωτογραφία του με το μοναδικό κουστούμι που απέκτησε ποτέ, ραμμένο από τον καλό του φίλο. Τη φωτογραφία συνόδευε ένα επίκαιρο δίστιχο τύπου μαντινάδας, μια και ο Σπύρος υπηρετούσε τότε τη θητεία του ως λοχίας στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα:

«Λοχία μου τα γαλόνια σου τα χρυσοκεντημένα

Που κάψανε πολλές καρδιές ας κάψουνε κι εμένα!»

"Sponsored links"

Ήταν περίπου δύο χρόνια πριν το μεγάλο «Όχι» των Ελλήνων απέναντι στο φασισμό και το ναζισμό.
Αλήθεια, ακόμα και μια απλή νιφάδα χιονιού πάνω στα βουνά του Αλβανικού Μετώπου θα είχε, στον ελάχιστο χρόνο ζωής της, πάρα πολλά να πεί και να ιστορήσει για τα συγκλονιστικά γεγονότα του πολέμου, τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, τις υπεράνθρωπες προσπάθειες και τον ψυχωμένο αγώνα των Ελλήνων στρατιωτών στον αφιλόξενο και παγωμένο τόπο. Ο Σπύρος Ντουντουλάκης ήταν από τους τυχερούς που επέζησαν, για να επιστρέψει στην Κρήτη, μετά από εξάμηνη αιχμαλωσία του από τους Ιταλούς στο Γύθειο. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχθηκε στο Ε.Α.Μ. και στο ένοπλο τμήμα του, τον ΕΛΑΣ, ως λοχίας με τομέα δράσης κυρίως την πόλη των Χανιών. Στον εμφύλιο δεν έλαβε μέρος. Αυτή η αδελφοκτόνα σύγκρουση ήταν ένα γεγονός αντίθετο προς το δικό του αξιακό σύστημα. Λίγο πριν το τέλος του εμφύλιου κλήθηκε ξανά στο στρατό. Το αντάρτικο είχε ουσιαστικά συντριβεί.

Τότε εκείνος βρέθηκε αντιμέτωπος με την ευθύνη μιας κρίσιμης επιλογής. Εκτίμησε και έκρινε τα δεδομένα. Η αποχή του θα σήμαινε στρατοδικείο. Η συμμετοχή του, σε συνεργασία με άλλους συστρατευμένους που δεν θα εμφορούνταν από εμπάθεια, θα μπορούσε να αποτρέψει, σε όποιο βαθμό, ακραίες συμπεριφορές ρεβανσισμού και έκτροπα παρακρατικών ομάδων. Επέλεξε τη δεύτερη λύση και κατόρθωσε να επιτύχει αυτό τον στόχο μιας άτυπης εκεχειρίας ανάμεσα στους αντάρτες και τους στρατιώτες. Παράλληλα, υπήρξαν περιπτώσεις που, με δική του υπόδειξη, στρατιώτες της διμοιρίας του έβαλαν στη θέση τους παρακρατικούς, οι οποίοι επιχείρησαν να βιαιαπραγήσουν ή έδρασαν εις βάρος του άμαχου πληθυσμού.

Ο Κώστας επέλεξε να μην καταχωρήσει στο βιβλίο αυτό συγκεκριμένα περιστατικά τα οποία του αφηγήθηκε ο πατέρας του και περιορίστηκε στο συμπαγές υλικό της γραπτης μαρτυρίας του σχετικά με το Αλβανικό Μέτωπο. Ο συγγραφέας του ημερολογίου, αφού έζησε πολλά βάσανα και κινδύνους, «…επέστρεψε στην ειρηνική ζωή μιας σκληρής βιοπάλης και στη συνήθη καθημερινότητα όλων των απλών ανθρώπων» όπως σημειώνει ο γιος του Κώστας, και έφυγε από τη ζωή σε πολύ συγκεκριμένη και σημαδιακή χρονική στιγμή, στις 28 του Οκτώβρη του 1995, από καρδιακή ανακοπή, σε ηλικία 80 ετών.

Η καταγραφή των γεγονότων ξεκινά στις 4 του Σεπτέμβρη του 1940, τότε που ο Σπύρος Ντουντουλάκης παρουσιάστηκε στο 14ο Σύνταγμα Χανίων. Αποσπάστηκε στον 6ο λόχο με Διοικητή τον Κωνσταντίνο Αγγελάκη και λίγο αργότερα επιλέχτηκε με άλλους τέσσερις στρατιώτες για να αναλάβει καθήκοντα λοχία στον ουλαμό νεοσυλλέκτων. Την επόμενη μέρα από την κήρυξη του πολέμου ο ουλαμός διαλύθηκε και άρχισε η παράδοση οπλισμού εκ μέρους των νεοσυλλέκτων. Μετά δυο μέρες, η ιταλική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει την πόλη των Χανιών. Ο πόλεμος έχει δείξει πια το αποτρόπαιο πρόσωπό του.

Μετά τη διάλυση του ουλαμού ο Σπύρος Ντουντουλάκης αναλαμβάνει καθήκοντα επιλοχία στα έμπεδα του χωρίου Κουφός. Μετά ένα μήνα δόθηκε διαταγή για μετακίνηση του λόχου στα Χανιά. Στο σχολείο Νέας Χώρας παρέμεινε ο λόχος μέχρι την επομένη των Χριστουγέννων, όπότε διανεμήθηκε οπλισμός στους στρατιώτες και ανακοινώθηκε επικείμενη αναχώρηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 27 του Δεκέμβρη. Στο λιμάνι της Σούδας έγινε η επιβίβαση στα πλοία: «Κατά το βραδάκι διαβαίναμε τον ισθμό της Κορίνθου, όπου μας εχαιρέτουν αι σειρήναι πλοίων και εργοστασίων. Και τα γυναικόπαιδα με τα μαντίλια και με επευφημίες: «Να ζήσουν τα Κρητικόπουλα! Στο καλό –και να γυρίσετε νικητές!». Οι δε στρατιώτες μας εκ των πλοίων ανταπέδιδον τον ενθουσιώδη χαιρετισμόν δια πυροβολισμών με τα όπλα των.»

Μετά από διήμερη παραμονή στον στρατώνα Μεσολογγίου, ακολούθησε σισδηροδρομικό ταξίδι μέχρι το Αγρίνιο και από εκεί πορεία μέχρι τα Ιωάννινα.Μετά από σύντομη παραμονή στο στρατώνα Πυροβολικού Ιωαννίνων, κάποιοι από τους στρατιώτες φεύγουν για την πρώτη γραμμή του Μετώπου, όπου ήδη είχαν αποδεκατιστεί τμήματα του Πρώτου Σώματος Στρατού. Εκεί αναφέρεται από τον συγγραφέα το ότι ο επιλοχίας παρακινούσε τον ίδιο και άλλους να σπεύσουν να παραλάβουν οπλισμό, διότι όσοι παραλάβουν πρώτοι θα πάρουν όπλα νέου τύπου.

Αποδείχτηκε ότι αυτό ήταν τέχνασμα, όχι απαλλαγμένο υστεροβουλίας, καθώς ο Σπύρος Ντουντουλάκης και όσοι άλλοι πήραν πρώτοι οπιλσμό έφυγαν για την πρώτη γραμμή, ο δε επιλοχίας παρέμεινε στα μετόπισθεν.

Αργά το βράδυ έφτασαν τα στρατιωτικά αυτοκίνητα στο Αργυρόκαστρο και από εκεί έγινε κατανομή των στρατιωτών όπου υπήρχε ανάγκη. Ο συγγραφέας του ημερολογίου και άλλοι φίλοι του προσκλήθηκαν στην πρώτη διμοιρία του έκτου λόχου του 34ου Συντάγματος, στο χωριό Νόκοβο. Μετά από λίγες ημέρες ηρεμίας, άρχισε η αναχώρηση προς τα πρόσω:

«Την 8ην Ιανουαρίου 1941 διετάχθη η αναχώρησίς μας προς τα πρόσω. Βαδίσαμε προς την κατεύθυνση του υψώματος Πιτσάρι, εις το οποίον ήτο πρώτα οι άνδρες του του 34ου και μας είχαν απογοητεύεσει με τις φρικαλέες ιστορίες τους περί κρυοαπγημάτων και πείνας….

Καθ’ οδόν, για κακή μας τύχη έπιασε δυνατή βροχή και τα βάσανά μας ήταν μεγάλα με τις λάσπες και τα λαγκάδια, τα οποία έτρεχαν νερό. Νυχτωθήκαμε μόλις περάσαμε το Αργυρόκαστρο και βαδίζαμε με μεγίστη απελπισία και με ηθικό πτοημένον… Οι επικεφαλής, όμως, είχαν διαταγή να φτάσουμε εις Γουμενίτσα και εκεί να διανυκτερεύσουμε.
Καίτοι είχαμε πληροφορηθεί ότι ήτο πολύ κοντά, εμείς δεν είχαμε πια κουράγιο να βαδίσουμε, χάναμε ο ένας τον άλλον, φωνάζαμε ονόματα, μερικοί άναβαν σπερματσέτα για να βοηθήσουν κανένα συνάδελφο γκρεμισμένο και άλλοι φώναζαν «Προς Θεού, θα μας βάλει το πυροβολικό!».

Καθυστερήσαμε λοιπόν εμείς οι τρεις, η παρέα, (ο Δασκαλάκης, ο Καλφάκης και εγώ) και μαζί μας ο γενναίος στρατιώτης Χαλβατζής Γεώργιος εξ Ηρακλείου και δεν αργήσαμε να πάρουμε και το πρώτο βάπτισμα του πυρός πυροβολικού.

Έτσι διασκεδάσαμε λίγο, γιατί εγώ, εις το πρώτο σύριγμα της οβίδας έπεσα πρηνηδόν, και έγινα μια λάσπη από κεφαλής μέχρι ποδών, οι δε άλλοι γελούσαν και με κορόιδευαν, δεν πέρασε, όμως, πολλή ώρα και έπραξαν όλοι το ίδιο, έτσι γελούσαμε ο ένας για τον άλλον».

Μετά από διανυκτέρευση στο ερειπωμένο εκκλησάκι μιας μονής που φιλοξένησε τους στρατιώτες, το πρωί ξεκίνησε πάλι η πορεία, αλλά με αλλαγή κατεύθυνσης, όπως διαβάζουμε στο ημερολόγιο. Παγωμένοι και υπό βροχή έφτασαν οι στρατιώτες στον προορισμό τους, τοποθεσία βαλλόμενη από πυροβολικό και απρόσφορη για την εγκατάσταση σκηνής. Εδώ ο Σπύρος Ντουντουλάκης αναφέρεται ξανά στον Γεώργιο Χαλβατζή από το Ηράκλειο: «Αλλά ο χαλύβδινος Χαλβατζής αναλαμβάνει μόνος του να ισοπεδώνει ένα μέρος δια αντίσκηνο. Του φέρνομε μόνο τις πέτρες και έχτισε ξερολιθιά, έκοψε πασσάλους με ένα μεγάλο μαχαίρι που κρατούσε και έστησε το αντίσκηνον.

Εγώ εθαύμασα την τεραστία διαφορά του οργανισμού αυτού του ανθρώπου, διότι εγώ δεν ημπορούσα ούτε ένα κουμπί να κουμπώσω.

Όταν λοιπόν ετελείωσε το αντίσκηνο, μάζεψε τα παγούρια μας και πήγε από μισή ώρα μακριά και έφερε νερό!…

…Ο Χαλβατζής ήξερε ιστορίες πάρα πολλές, ήτο δε και πάρα πολύ θρήσκος.

Κάποια μέρα τον ανάγκασε ένας στρατιώτης να τον χαστουκίσει… «Έκανα μια πολύ μεγάλη αμαρτία» μας επαναλάμβανε. «Θα του ζητήσω συγχώρηση. Εδώ δεν ξέρουμε τι μας περιμένει». Και μια μέρα πήγε γυρεύοντας και τον συνάντησε και του ζήτησε χίλια συγνώμη. Και ο συνάδελφος τον συνεχώρησε. Τότε ήλθε στην σκηνή και μας είπε: «Μου έφυγε ένα μεγάλο βάρος από την καρδιά. Τώρα δεν με μέλλει και να σκοτωθώ».

….Εμείς τον συμπαθούσαμε και τον εσεβόμεθα σαν όσιο, όπου πράγματι ήτο. Δεν εγνώριζε διόλου γράμματα και όμως η ψυχή του ήτο μεγάλη. Ήταν κυνηγός άριστος, όλα του τα χρόνια τα έζησε «ραγιάς» τσοπάνος, κι όμως ποτέ δεν ηκούσθη από τα χείλη του παράπονο δια την μοίρα του. Δεν είχε πατέρα, ούτε μητέρα… Ο όσιος Γιώργης είχε ψυχή μεγάλη, ψυχή που ήτο κατασυντετριμμένη από τας στερήσεις και τα βάσανα… αλλά δεν εξωτερίκευε τα παράπονά του…»

Ο συγγραφέας περιγράφει τις αναγνωριστικές επιθέσεις στις οποίες ο λόχος του πήρε μέρος, χωρίς να υπάρξουν απώλειες ζωής, αλλά και την προώθηση σε προκεχωρημένο φυλάκιο, όπου χάνει τη ζωή του ο στρατιώτης Βαρδαξής Απόστολος από το Ηράκλειο. Περιγράφει την αδελφική αλληλεγγύη ανάμεσα στους στρατιώτες σε ώρα μάχης αλλά και σε ώρα ανάπαυλας, τις διανυκτερεύσεις υπό ραγδαία βροχή σε αντίσκηνα ασφυκτικά γεμάτα:

«…Εμείς επάνω εφάγαμε όλο το νερό, γιατί, φυσικά, ακουμπούσαμε εις το αντίσκηνο. Οι άλλοι κάτω υπέφεραν ύπνον μετά φόρτου. Τέλος πέρασε και η θρυλική αυτή νύκτα και το πρωί με μάτια ξυδιασμένα, κατακόκκινα, αναχωρήσαμε παίρνοντας μαζί μας και έναν κρυοπαγημένο, ο οποίος δεν ηδύνατο να βαδίσει πλέον των δέκα βημάτων και κάθιζε κλαίων. Ο κρυοπαγήτης μας λέει: «Πηγαίνετε εσείς, παιδιά, μην σας παίρνω στο λαιμό μου!».

Εμείς, όμως, μπορούσαμε να κάνουμε μια τέτοια ανανδρία και απανθρωπιά; Όχι! Τον βοηθήσαμε και μετά πολλού κόπου φτάνομε εις τον καταυλισμόν.»

Μετά δυο μέρες ανάπαυλα ακολουθεί νέα πορεία, με προορισμό την Κλεισούρα. Διαβαίνουν με βάρκες τον ποταμό Αώο, φτάνουν πάλι στο Νόκοβο και συνεχίζουν στα χωριά Ρήνη, Ζέη, Μύγκουλη. Προορισμός μια κορυφογραμμή κοντά στο χωριό Πεστάνη, μπροστά από την Κλεισούρα:

«…Ήτο μια κορυφογραμμή παράλληλος προς το Μέτωπο του εχθρού παρά το Τεπελένι και η οποία κατηφόριζε μέχρι του ποταμού Αώου… Η κλιτύς ήτο απότομος και το χώμα κρυσταλλωμένο… Πληροφορούμεθα ότι από τον εχθρό μας χώριζε μια χαράδρα, ώστε απείχε το ανώτατον όριον 400 μέτρα… Φωτιά δεν ανάψαμε, αντίσκηνα πού να στήσουμε, αφού δεν υπήρχε ούτε μία σπιθαμή γης επίπεδος;… Κανείς από την παρέα μας δεν κοιμήθηκε. Ο Καλφάκης και ο Χαλβατζής αντέχουν το κρύο, αλλά ο Δασκαλάκης όλη τη νύκτα φωνάζει: «Παναγία μου, Χαθήκαμε!» Και άλλοι πολλοί το ίδιο…»

Πτώματα Ιταλών και Ελλήνων στρατιωτών, θαμένα ή άταφα, συνθέτουν πολλές από τις εικόνες που αντικρύζουν οι στρατιώτες το πρωί.

Οι τέσσερις της παρέας, αποφασισμένοι ότι χρειάζεται να διαμηνύσουν στους συμπατριώτες τους το πατριωτικό φρόνημά τους πριν πεθάνουν, πραγματοποιούν ηρωικές εφόδους. Ο Χαλβατζής με κορμοστασιά Ηρακλή, στριφτό ξανθό μουστάκι, ξανθιά γενειάδα, μάτια γαλανά και ζωηρά. Ο Καλφάκης, ψηλός, μελαχροινός, με μαύρα γένεια, άκακο παρουσιαστικό και καρδιά λιονταριού. Ο Δασκαλάκης, ψηλός, παχουλός, ροδοπρόσωπος, με μαύρη γενειάδα, στριφτό μαύρο μουστάκι, διαπεραστική ματιά και χαμόγελο πάντοτε έτοιμο να ανθίσει στα χείλη. Ο Σπύρος Ντουντουλάκης, γεροδεμένος, όμορφος, με πυκνά μαλλιά και στοχαστικό βλέμμα.

Το πρωί της 9ης Μαρτίου, μετά από επίθεση του ελληνικού στρατού, με συμμετοχή της 5ης Μεραρχίας Κρητών, έγινε η κατάληψη του χωριού Σέντελι. Νωρίς το απόγευμα της ίδιας μέρας το Τάγμα λαβαίνει εντολή να προχωρήσει: «…Συνεννοούμεθα η παρέα μας να προχωρεί ενωμένη δια την αλληλοβοήθειαν εν ανάγκη.

Ήτο η ώρα 4 παρά 10. Προχωρούμε.

Οπλοπολυβολητής Δασκαλάκης Βασίλειος. Βολή εν βαδίσει.

Προμηθευτής οπλοπολυβόλου Χαλβατζής Γεώργιος. Προχωρεί ακάθεκτος.

Ομαδάρχης 1ης Ομάδος Καλφάκης Εμμανουήλ, δεκανεύς. Προχωρεί ατρόμητος.

Φωνάζουμε «Αέρααα!»

Αρχίζουν οι Ιταλοί πυρά αυτομάτων, πυρά όλμων και πυροβολικού.

Μας καθηλώνουν εις το πρώτο άλμα.

Ο δεκανέας Καλφάκης δεν εννοεί να σταματήσει και προχωρών τραυματίζεται εις το χέρι. Φωνάζει «Ωχ, Παναγία μου!». Πλησιάζω να τον βοηθήσω, αλλά ο λοχαγός με κυνηγάει με πέτρες. Το ξέρω ότι απαγορεύεται και δεν επιμένω.

Πάει αυτός πίσω.

Προχωρεί ο Χαλβατζής Γεώργιος ατρόμητος. Τον βρίσκει μια σφαίρα εις το στήθος και είπεν «Ωχ!».
Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας του ημερολογίου στέκεται και προσκυνά το αίμα της θυσίας του φίλου και συμπολεμιστή του. Συνθέτει έναν μοναδικό επικήδειο λόγο:

«…Αυτή ήταν η τελευταία σου λέξη, αέιμνηστε Γιώργο, δεν είχες μάνα να της φωνάξεις. Δεν πρόφτασες ούτε ένα θείον όνομα να επικαλεστείς, που τόσον ηγάπας. Έπεσες παραδειγματικώς. Έτσι τελείωσαν τα βάσανά σου, γιατί μόνον βάσανα σου προσέφερεν η κοινωνία. Ορφάνια ο Μικρασιατικός πόλεμος. Θάνατον ο Αλβανικός… Αιωνία σου η μνήμη, Γιώργο μου, και η αλαβανική γη που σε σκεπάζει να γίνει ελαφριά.

Ετάφης υπό Ελλήνων στρατιωτών, του Τάγματος Λαφύρων και ούτε έναν σταυρό δεν έστησαν στον τάφο σου, γιατί πέθανες μακριά από τον κόσμο, σε μια έρημη χαράδρα που δεν υπήρχαν παρά μόνο βράχοι και αγριόθαμνοι. Ούτε λουλούδια δεν υπήρχαν να τον στολίσουν, όπως ήταν η ψυχή σου στολισμένη με τα λουλούδια τα άυλα, τα άγια λουλούδια που δεν έχουν τη δύναμη να τα βλέπουν τα μάτια τα υλικά και γι’ αυτό δεν τα πότισαν ποτέ οι άνθρωποι.

Μα εσύ δεν είχες παράπονο, γιατί το ήξερες πως δεν τα έβλεπαν και αισθανόσουν ότι τα πότιζε ο Θεός, αυτός που τα είχε φυτέψει και αυτός που πάλι τα σύναξε…»

Η μάχη συνεχίστηκε με απηνή καταδίωξη του εχθρού από τον ελληνικό στρατό και με πολύ μεγάλες απώλειες.

Νεκροί, τραυματίες και αιχμαλωτισθέντες άφησαν πίσω τους μόνο 12 ανδρες από όλη τη διμοιρία. Ανάμεσα στους αγνοούμενους της μάχης και ο Βασίλειος Δασκαλάκης, ήρωας επίσης του Αλβανικού Μετώπου.

Τετρακόσιοι Ιταλοί στρατιώτες παραδίδονται, μετά την κατάληψη, από τον ελληνικό στρατό, του υψώματος το οποίο κατείχαν. Ωστόσο, οι μάχες γύρω από τα υψώματα μαίνονται και από τις δύο πλευρές, με διαδοχικές καταλήψεις και ανακαταλήψεις: «…Καταλαμβάνουμε τας παλαιάς μας θέσεις, αλλά τώρα πτώματα γεμάτος ο κόσμος. Καθόμαστε τρεις μέρες… Τέλος φεύγομε, περνάμε τους τάφους των συναδέλφων μας, περνάμε τα ίδια τα περασμένα μας και φθάνομε στην ειρηνική Γουμενίτσα.

…Την επομένην ένας υπολοχαγός Χανιώτης με καλεί και με πληροφορεί ότι ενεκρίθη η απαλλαγή μου ως προστάτου οικογενείας και μου παραγγέλνει χαιρετισμούς για την πατρίδα.

Πλην όμως με καλεί το σύνταγμα, μου γνωρίζει ότι μετατίθεμαι εις ορεινόν χειρουργείον ευρισκόμενον εις Μοναστήριον Μίγκουλας και δεν πέρασαν πολλές μέρες να πληροφορηθούμε ότι οι γερμανικές φάλαγγες ευρίσκονται εις Θεσσαλονίκην».

Αρχίζει η οπισθοχώρηση, με ατέλειωτες διαδρομές και περιπλανήσεις, ώσπου να γίνει η προσπάθεια επιστροφής στην Κρήτη με μηχανοκίνητες λέμβους. Ακολουθεί η σύλληψη από τους Ιταλούς και η κράτηση στο στρατόπεδο αιχμαλώτων Γυθείου, από όπου μετά έξι μήνες ξεκινά και πάλι ο συγγραφέας την προσπάθεια να φτάσει στην Αθήνα και από εκεί στην Κρήτη. Από 1η Σεπτέμβρη του 1942 θα βρεθεί στα Χανιά, για να ζήσει νέους κινδύνους και διώξεις του ίδιου και του αδελφού του Νίκου, καθώς και την επί δύο φορές σύλληψη του δεύτερου.

«Λίγα χρόνια αφού πέθανε ο πατέρας μου έπιασα το ημερολόγιο που είχε φυλαγμένο και άρχισα να προσπαθώ να το διαβάσω, μ’ όλο που με δυσκόλευαν τα έντονα καλλιγραφικά γράμματά του. Ορφάνεψε σε ηλικία τριών χρονών. Η γιαγιά, η μητέρα του πατέρα μου, είχε πολύ μικρή σύνταξη. Δεν είχε χρήματα να του αγοράσει το πηλίκιο που έπρεπε να φορούν οι μαθητές στο Γυμνάσιο. Σήμερα νιώθω στενοχώρια που δεν τον ρώτησα τόσα πράγματα, που δεν βρήκα το χρόνο να συζητήσω περισσότερο μαζί του. Ήταν πάντα σεμνός, σεβαστικός, πράος, ευγενικός. Ποτέ δεν έβριζε και ποτέ δεν μιλούσε άπρεπα. Συχνές ήταν οι προτροπές του για δικαιοσύνη. Έλεγε: «Κάλλιο να σ’ αδικήσουν παρά να αδικήσεις».

Ήταν λιτός σε όλα. Δεν έδινε αξία στο χρήμα και στα υλικά αγαθά, αλλά στην καλοσύνη. Μ’ όλο που δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία, είχε μια έντονη ευλάβεια και θεοσέβεια, θα έλεγα μια βαθύτερη θρησκευτικότητα. Ήταν φιλομαθής, εσωστρεφής, μελαγχολικός όταν ήταν μόνος. Στα νιάτα του, οι φίλοι του τον αποκαλούσαν «Μελαγχολία». Όταν, όμως, βρισκόταν σε κάποια χαρά, ήταν από τους πιο ευχάριστους συζητητές. Διάβαζε πολύ. Οι διηγήσεις του ήταν κυρίως γύρω από τον πόλεμο και την κατοχή, εν μέρει γύρω από τα χρόνια του Εμφύλιου, και από τα παιδικά του χρόνια. Έλεγε επίσης και για τα χρόνια 1937-1938, τότε που υπηρετούσε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Μου είχε διηγηθεί, σχετικά με το Αλβανικό Μέτωπο, ότι βοηθούσαν οι Έλληνες στρατιώτες όχι μόνο τους Έλληνες, αλλά και Ιταλούς τραυματίες, μέχρι να έρθουν οι τραυματιοφορείς να τους πάρουν.

Ήταν ανήσυχος όταν πλησίαζε η 28η του Οκτώβρη. Συχνά στον ύπνο του τον ακούγαμε να παραμιλά με αγωνία και να λέει στρατιωτικά συνθήματα και παραγγέλματα για έφοδο, για κάλυψη και άλλα. Ζούσε ξανά τις στιγμές μέσα στα αμπριά, τότε που τους βομβάρδιζε το ιταλικό πυροβολικό. Πέθανε ξημερώματα της 28ης Οκτώβρη. Σημαδιακή για κείνον ημέρα. Πιστεύω ότι δεν ήταν τυχαίο.»

Το ημερολόγιό του Σπύρου Ντουντουλάκη αποτελεί ύμνο στην άδολη φιλοπατρία, την αδελφοσύνη, την αλληλεγγύη, το πνεύμα δικαίου και ανθρωπισμού. Συνάμα συνθέτει, μέσα από την τόσο εκφραστική και άμεση αφήγηση των δεινών του πολέμου, έναν εξαίσιο ύμνο στην Ειρήνη. Εύχομαι να συναντήσει την αναγνώριση που του αξίζει. Να συναντήσει την ευαισθησία και το μεράκι ανθρώπων που θα εμπνευστούν από την εξιστόρηση αυτή και θα της δώσουν βήμα λόγου για θεατρική ή κινηματογραφική απόδοση. Να μεταγγίσει, σε κάθε αναγνώστη, και ιδιαίτερα στη νέα γενιά, τον πλούτο σκέψεων, συναισθημάτων και τα πολύτιμα μηνύματα που εμπεριέχει.

* κείμενο από την παρουσίαση του βιβλίου στις 28/10/2019

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις