Ντοκουμέντο: Η φυλάκιση της κομμουνίστριας Τσακμάκη και ο θάνατος του βρέφους της στην εξορία της Γαύδου από τις κακουχίες και την πείνα

Κανένα σχόλιο

Γυναίκες εξόριστες στη Γαύδο (1929-1936): Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο – Προμελετημένο έγκλημα | Φωτός

του Δημήτρη Δαμασκηνού,

φιλόλογου-ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα,

"Sponsored links"

negreponte2004@yahoo.gr

Δίπλα στα κάθε λογής μέτρα και μεθοδεύσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την ενσωμάτωση-καθυπόταξη του εργατικού-σοσιαλιστικού κινήματος στον Μεσοπόλεμο και παράλληλα με την εντατική χρήση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους αναπτύχθηκε και η καταστολή, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι εργάτες άρχισαν να διεκδικούν καλύτερους όρους και συνθήκες εργασίας και οι σοσιαλιστικές ιδέες να έχουν απήχηση.

Από τις έμμεσες μορφές της καταστολής στα πρώτα χρόνια μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκαν σιωπή και η αδιαφορία, η πολιτική κάλυψη των κατασταλτικών μέτρων, τα περιοριστικά μέτρα ελευθεριών -λογοκρισία, επιστράτευση κι άλλα- η στεγανοποίηση τομέων της κοινωνικής δομής -δημόσια διοίκηση, στρατός και σώματα ασφαλείας-, τα νομοθετικά μέτρα, τέλος η επιβολή δικτατορίας[1], όπως ήταν αυτή του Ι. Μεταξά που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1936.

Υπήρχαν, βέβαια, και οι άμεσες μορφές καταστολής που καταρχάς προσανατολίστηκαν στην υιοθέτηση της χρήσης παρακρατικών σχηματισμών. Εκτός από την άσκηση φυσικής βίας[2] (σωματικές βλάβες, ανθρωποκτονίες)[3], άλλες μορφές άμεσης καταστολής ήταν η τρομοκρατία (προκλητική επίβλεψη συνδικαλισμού, απεργιών και άλλων κινητοποιήσεων, ανακρίσεις, επιδρομές στους εργατικούς και κομματικούς χώρους, διασπορά ανησυχητικών φημών, τρομοκρατικές απολύσεις), η παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων [παρακολουθήσεις ακόμα και με την παρείσφρηση πληροφοριοδοτών στις εργατικές οργανώσεις, υποκλοπές, συλλογή προσωπικών στοιχείων (“φακέλωμα”), οι δικαστικές διώξεις].

Σκίτσο του “Ριζοσπάστη” (19/10/1928) που αναφέρεται στην κατασταλτική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου εναντίον του εργατικού κινήματος.

Το αποφασιστικό βήμα ωστόσο, για την ποινικοποίηση της ιδεολογίας και της δράσης του εργατικού κινήματος(συλλήψεις, φυλακίσεις, εκτοπίσεις), το έκανε η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, όταν στις 22 Δεκεμβρίου 1928 κατέθεσε στο ελληνικό κοινοβούλιο το Ν. 4229 “Περί μέτρων ασφάλειας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών”, το περιβόητο Ιδιώνυμο (δηλαδή ποινικό αδίκημα με “ίδιον χαρακτήρα”)[4]. Με το νόμο 4229 του 1929 καθιερώθηκε και η δικαστική εκτόπιση, εκτός από τη διοικητική εκτόπιση που είχε ήδη καθιερωθεί και συστηματοποιηθεί με τα νομοθετικά διατάγματα της 19 Απριλίου 1924 και της 5 Μαΐου 1926.

Το μέτρο της “προληπτικής” εκτόπισης ενεργοποιήθηκε και πάλι επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου τον Αύγουστο του 1931 (Ν. 5174/1931). Με το μέτρο αυτό υπήρχε η εκτίμηση πως θα ήταν πιο αποτελεσματική η δίωξη του κομμουνισμού, καθώς μέχρι τότε για να διαταχθεί ο εκτοπισμός χρειαζόταν δικαστική καταδίκη με βάση το ιδιώνυμο[5]. Αμέσως εκτοπίστηκαν 15 κομμουνιστές, ενώ πολύ γρήγορα λειτούργησαν οι νέες επιτροπές και στις 10/8 αποφασίστηκε η διοικητική εκτόπιση 200 κομμουνιστών από της επιτροπή Αττικοβοιωτίας στα διάφορα νησιά[6].

Α[νυπόγραφο] Άρθρο], Η κυβέρνησις απεφάσισε να λάβη πάλιν σύντονα μέτρα δια την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, εφημερίδα “Μακεδονία”, Δευτέρα 3 Αυγούστου 1931, σελ. 4.
Από κοινωνικής και πολιτικής απόψεως η καταστολή, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, συστηματοποιήθηκε κι εντατικοποιήθηκε: “Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΒΕ[7], από τον Ιούλιο του 1929 μέχρι το Δεκέμβριο του 1932 δολοφονήθηκαν 18 άτομα (8 εργάτες, 8 αγρότες και 2 επαγγελματίες), κακοποιήθηκαν από την αστυνομία και την χωροφυλακή 1.335 εργάτες και αγρότες και βασανίστηκαν 107. Έγιναν 12.000 συλλήψεις αγωνιστών και εκδόθηκαν 2.203 καταδικαστικές αποφάσεις που επέβαλαν συνολικά 1.936 χρόνια φυλάκιση και 785 χρόνια εξορία[8]” στα νησιά του Αιγαίου μα και στη Γαύδο που δίκαια στον Μεσοπόλεμο είχε τη φήμη πως ήταν το “νησί του θανάτου[9], αφού εκεί λειτούργησε, κυρίως από το 1929[10] έως το 1941, η πιο σκληρή εκτόπιση[11], όταν οι εκτοπισμένοι άρχισαν να πληθαίνουν[12].

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως οι εκτοπιζόμενοι στη Γαύδο την περίοδο 1929-1936 δεν ήταν μόνο άνδρες αλλά και πολλές νέες και μορφωμένες γυναίκες[13] που γνώρισαν όλη την κτηνωδία της εξορίας, για να υπερασπίσουν τις ιδέες και την προσωπικότητά τους ως αγωνίστριες στον Μεσοπόλεμο. Καπνεργάτριες, δασκάλες, υφάντρες, φοιτήτριες, εργάτριες ή διανοούμενες, γυναίκες από όλη την Ελλάδα πλήρωσαν το αντίτιμο για τη συμμετοχή τους στα πολιτικά δρώμενα μέσω των διωγμών, της βίας και των απαγορεύσεων ως πολιτικές κρατούμενες πριν καν υπάρξουν πολίτες με εκλογικό δικαίωμα.

Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις που ακολουθούν: Στη διαδήλωση που έγινε στις 8 Νοεμβρίου 1931 στην Αθήνα με αφορμή την επέτειο από τα δεκατέσσερα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης, η αστυνομία συνέλαβε 46 εργάτες οι οποίοι παραπεμφθήκαν σε δική. Ανάμεσα τους ήταν και τρείς γυναίκες, εργάτριες, η Ελένη Δημητρίου, η Δωροθέα Καστανέα και η Αλίκη Μιχαηλίδη. Το πλημμελειοδικείο Αθηνών τις καταδίκασε σε ενάμιση χρόνο φυλακή και δύο χρόνια εξορία στη Γαύδο[14].

"Sponsored links"

Οι μαρτυρίες, ωστόσο, για την μεταγωγή γυναικών στη Γαύδο πριν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, δεν είναι πολλές. Είναι επιβεβαιωμένο πως εξόριστη στο νησί βρέθηκε η αγωνίστρια Αφροδίτη Αλεξανδρίδου.

Στα τέλη Νοεμβρίου του 1934 μεταφέρθηκαν στο τμήμα Μεταγωγών Πειραιά τρείς άνδρες και μια γυναίκα προκείμενου να εκτοπιστούν στη Γαύδο. Μαζί με την Η Εύα Φράγκου, νοικοκυρά από τη Φλώρινα, έφτασε στη Γαύδο στα τέλη του Δεκέμβρη ύστερα από ένα μακρύ και ιδιαίτερα κοπιαστικό ταξίδι, μιας και την ταλαιπώρησε η μόνιμη αναπηρία που είχε στο πόδι. Ήταν η μόνη γυναίκα ανάμεσα σε τριάντα τρεις άντρες. Η κολλεκτίβα της είχε αναθέσει να πλένει τα ρούχα των αρρώστων. Ενδέχεται να έφυγε από τη Γαύδο το καλοκαίρι του 1935[15].

Σε άλλες, ωστόσο, περιπτώσεις δικαστικών αποφάσεων για την εκτόπιση γυναικών στη Γαύδο η ποινή διαφοροποιούνταν σε φυλάκιση, όπως π.χ. συνέβη στην περίπτωση της Θεανώς ή Ρόδης Κάτου, καπνεργάτριας από την Καβάλα, η οποία συνελήφθη στις 16 ή 17 Μαρτίου 1932 με την κατηγορία ότι συνέταξε και εξέδωσε παράνομες προκηρύξεις επαναστατικού περιεχομένου με αφορμή την επέτειο της Παρισινής Κομμούνας. Την επόμενη μέρα καταδικάστηκε από το αυτόφωρο σε έξι μήνες φυλάκιση και έξι μήνες εξορία στη Γαύδο, ποινή που το Πλημμελειοδικείο Καβάλας όρισε τελικά στους έξι μήνες φυλάκιση. Δεν έλειπαν, τέλος, και οι περιπτώσεις που οι καταδικασμένες με εκτόπιση στη Γαύδο μετάγονταν σε άλλο νησί, για να εκτίσουν την ποινή τους.

Στην εξορία οι μητέρες αγωνίστριες πήγαιναν με τα μωρά τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν νεογέννητα. Υπάρχουν μαρτυρίες που τεκμηριώνουν αυτή την πραγματικότητα: ο εξόριστος π.χ. Βασίλης Γιαννόγκωνας, μένοντας τον Ιούνιο του 1933 λίγες μέρες στην υποδιοίκηση Χωροφυλακής στα Σφακιά πριν φτάσει στον τόπο της εκτόπισής του, πληροφορήθηκε “για κάποια γυναίκα που την έφεραν για την Γαύδο εξορία κομμουνίστρια από το Βόλο με το κοριτσάκι της που το είχε γεννήσει στις φυλακές Αβέρωφ. Ήτανε γυναίκα του τότε συνδικαλιστή, καπνεργάτη Τσακουμάκη. Το παιδάκι ήτανε κοριτσούλι και το πουλάκι μου δεν άντεξε από τις περιπέτειες, που ούτε γάλα είχε η μάνα του να το θηλάζει και το λίγο το δηλητηρίασε και πάει κι αυτό στην εξορία[16].”

Η χωροφυλακή οδηγεί στο τμήμα την Χρύσα Στεφάνου–Λαδοπούλου και την Καλλιόπη Σκοτιδάκη. Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Κάτω οι σφαγιαστές. Κάτω η δολοφόνα κυβέρνηση Βενιζέλου, Ο Νέος Ριζοσπάστης, Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 1.
Αυτή η μαρτυρία είναι κατά βάση ακριβής. Πράγματι το 1932 ανάμεσα στους 32 εξόριστους της Γαύδου βρέθηκε και μία γυναίκα με των λίγων μηνών βρέφος της. Πρόκειται για την Αφροδίτη Αλεξανδρίδου, σύζυγο του καπνεργάτη συνδικαλιστή Τσακμάκη, καπνεργάτρια κι η ίδια από το Βόλο, η οποία συνελήφθη από την αστυνομία και έρασε από δίκη γιατί την παραμονή Χριστουγέννων του 1931 οργάνωσε παράνομη εργατική συγκέντρωση μπροστά στη Δημαρχία Βόλου[17]. Καταδικάστηκε, στις 27 Δεκεμβρίου του ιδίου χρόνου σε δεκατρείς μήνες φυλακή και έξι μήνες εξορία[18], αν και βρισκόταν σε προχωρημένη κατάσταση εγκυμοσύνης με αποτέλεσμα να γεννήσει ένα κοριτσάκι στις φυλακές της Λάρισας όπου αρχικά φυλακίστηκε. Τον Μάρτιο του 1932 μετήχθη στις φυλακές Αβέρωφ μαζί με το νεογέννητο μωρό της και μοιραζόταν το ίδιο κελί με την Καλλιόπη Σκοτιδάκη και άλλη μια κρατούμενη[19]. Αποκαλυπτική για τις άθλιες συνθήκες κράτησής τους στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, με αποτέλεσμα το μωρό να κοντεύει να πεθάνει, είναι η ανταπόκριση των δύο κρατούμενων γυναικών, που δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη την Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932.

Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ

Επειδή είχαμε το θάρρος να αγωνισθούμε για καλύτερη ζωή, η μπουρζουαζία μας έχει κλείσει στη φυλακή. Στο κελί που βρισκόμαστε είμαστε 3 γυναίκες και 1 μωρό. Κοιμώμαστε και οι 4 σε δυο μονά κρεβάτια ανάμεσα απ’ τα οποία μόλις μπορεί να κάνει κανείς 4 βήματα. Ούτε δυο ώρες την ημέρα δεν μας βγάνουν να περπατήσουμε. Το μωρό που είνε μαζύ μας κοντεύει να πεθάνει, γιατί απ’ το λιγοστό φαΐ που μας δίνουν στέρεψε το γάλα της μάννας του. Το πρωί μας δίνουν ένα φλυτζανάκι μαυροζούμι που το ονομάζουν τσάι και μια φετα ψωμί που την αφαιρούν απο τη μερίδα του μεσημεριού. Το μεσημεριάτιο φαΐ είνε νερόβραστα χόρτα είτε όσπρια Το βραδυνό 100 δράμια ψωμί και 5-6 εληές. Κρέας μια φορά τη βδομάδα και κείνο δεν τρώγεται.

Εμάς τις συνειδητές εργάτριες δεν μας αφήνουν να κουβεντιάζουμε με τις άλλες κατάδικες και όταν πάμε στο πλυσταριό  να πλύνουμε, βγάζουν τις άλλες έξω. Δεν παύουμε όμως να τις διαφωτίζουμε όπου τις βρίσκουμε και έχουν μεγάλη συμπάθεια σε μας.

Όσο όμως μας παιδεύουν μέσα στη φυλακή, τόσο νοιώθουμε πιο πολύ την ανάγκη να δουλέψουμε για το γκρέμισμα του σάπιου καταπιεστικού καθεστώτος και καλούμε όλες τις εργάτριες στον αγώνα αυτό.

Φυλακές Αβέρωφ, Μάρτης.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς

Καλλιόπη Σκοτιδάκη,

Αφροδίτη Αλεξανδρίδου[20]     

Ανταπόκριση κρατουμένων, Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.

Τον Οκτώβριο του 1932 αποφασίστηκε η εκτόπιση της στη Γαύδο. Η ίδια ήταν φυματική και εξαιτίας του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε έκανε αίτηση στην υγειονομική υπηρεσία της φυλακής να αλλάξει τον τόπο εξορίας, αλλά τελικά η αίτηση αυτή απορρίφτηκε[21].

Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Τη στέλνουν για εξόντωση στη Γαύδο. Απ’ τη φυλακή στην εξορία, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.
Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο. Προμελετημένο έγκλημα, Ριζοσπάστης, Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.

Η Αφροδίτη Αλεξανδρίδου που κρατάει αγκαλιά τη μικρή Κολεχτίβα. Δίπλα της ο Απ. Στούμπος σε φωτογραφία της εφημερίδας Ο Νέος Ριζοσπάστης, Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 6.

Κατά τη μεταγωγή της από τη φυλακή για την εξορία είχε 39,8 πυρετό[22].

Οι συνθήκες στο νησί ήταν εξαιρετικά δύσκολές, με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι οι εξόριστοι, πλην τριών, να προσβληθούν από ελονοσία. Το Φεβρουάριο του 1933 μητέρα και παιδί μεταφέρθηκαν άρρωστες στις φυλακές της Λάρισας οπού η μικρή Κολεχτίβα, έτσι ονόμασε το μωρό η Αλεξανδρίδου, πέθανε σε ηλικία 13 μηνών[23].

Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Δικά μας πένθη, Ριζοσπάστης, Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 2.
Το θάνατο της μικρής Κολλεχτίβας μνημόνευσε ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσ(ι)ος[24] σ’ ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκε στον Νέο Ριζοσπάστη[25]“:

 

5ο

[Πέθανες κι εσύ εξαντλημένη από την πείνα, τις κακουχίες, τα κρύα του χειμώνα, την παγωνιά…]

[…] Και σκέφτομαι κοντά σ’ όλους τους άλλους συντρόφους -κάπου διακόσιοι σχεδόν που στάλθηκαν στη Γαύδο σε διάστημα τριών ετών- σκέφτομαι, λέω, τη συντρόφισσα Αλεξανδρίδου. Πως μπόρεσε και πέρασε το δρόμο αυτό με το μωρό στην αγκαλιά; Πως δεν έπεσε, πως δεν έμεινε για πάντα εκεί;  

Το μωρό της, η Κολλεχτίβα -όπως της έδωσε τόνομα η Κολλεχτίβα των φυλακισμένων συντρόφων μας της Λάρισσας στις οποίες φυλακές γεννήθηκε όταν κρατούμενη βρίσκουνταν η συντρόφισσα αυτή- δε θα είταν πάνου από 10 μηνών όταν μας ήρθε κι’ αυτή εκεί κάτου. Το φτωχό παιδί… Θυμάμαι πως έκλαιγε ζητώντας λίγο γάλα απ’ τη μάννα του που κι’ αυτή πάλι πεινούσε, υποσιτιζότανε φοβερά, όπως όλοι μας εκεί κάτου. Την αγαπούσαμε όλοι μας την Κολλεχτίβα μας, καθένας μας γινόμασταν μαζί της τρυφεροί, συμπονετικοί, παίζαμε μαζί της και τη χορεύαμε στα χέρια μας. Και πως πηδούσε, πως γελούσε το μικρό αυτό συντροφάκι. Την αγαπούσαμε κι’ ας φώναζε, ας χαλούσε τον κόσμο πότε με κλάμματα και πότε με δικές της κουβέντες -και μας διέκοβε την ησυχία του μαθήματος που κάναμε ή των συνεδριάσεων. Η μάννα της πάντα την κουβαλούσε μαζί της γιατί στεκότανε αδύνατο ν’ αποκοιμηθεί, να ησυχάσει. Πως να ησυχάσει το φτωχό πλάσμα αφού πεινούσε, πεινούσε τόσο…

Μικρούλα μας συντρόφισσα. Πέθανες κι εσύ λίγες μέρες σαν γύρισες από την εξορία σου -γιατί εξορία είσουν κι εσύ, μαζί μας υπόφερες, μαζί μας δυστύχησες, φτωχό πλάσμα- πέθανες εξαντλημένη από την πείνα, τις κακουχίες, τα κρύα του χειμώνα, την παγωνιά.

Φωτογραφία της μικρής Κολεχτίβας Τσακμάκη, κόρης της Αφροδίτης Αλεξανδρίδου στην εφημερίδα “Ο Νέος Ριζοσπάστης”, Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 1932, σελ. 3.

… Έτσι πέθαναν μόλις γύρισαν απ’ την εξορία κι’ οι σύντροφοι απ’ τη Μυτιλήνη, ο αρτεργάτης Λάμπρου, κι’ ο αγρότης Ψυρκάς, χτυπημένοι απ’ τον καταραμένο ελώδη πυρετό που άρπαξαν στην εξορία.

Τρεις μέχρι σήμερα πεθαμένοι στη Γαύδο. Τρεις επαναστάτες, τρεις κομμουνιστές έφυγαν για πάντα από κοντά μας. Τους άρπαξε η Γαύδος, το χιλιομισημένο νησί του θανάτου.

Σύντροφοι! Ας δουλέψουμε ακούραστα όλοι για το δυνάμωμα της Εργατικής Βοήθειας, ας μπούμε επικεφαλής της μάζας που από μας περιμένει τους ξυπνημένους, τους κομμουνιστές, κι’ ας την καθοδηγήσουμε για αγώνα σκληρό, για αγώνα στα πεζοδρόμια ζητώντας την κατάργηση της Γαύδου, τη γενική αμνηστεία σε όλα τα θύματα της καπιταλιστικής βίας.     

Τρεις μέχρι σήμερα… Ποιος μας δίνει εγγύηση πως σαν δε δουλέψουμε, σαν δεν ενισχύσουμε εκεί κάτου -ηθικά και υλικά- τα ταξικά μας αδέρφια δεν θα μας έρθει το μήνυμα, το θλιβερό μήνυμα κι’ άλλου θανάτου;

Χανιά, 20 Ιανουαρίου 2019

 

Σημειώσεις:

[1] Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας, Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στο συλλογικό έργο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τόμος Β2 (1922-1940, Ο Μεσοπόλεμος), επιστημονική επιμέλεια: Χρήστος Χατζηϊωσήφ, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σελ. 197.

[2] Για παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη, το 1921, αποτελούσε διοικητική οδηγία. Ο Καραγκούνης επέπληττε τους άνδρες του 5ου ΑΤ: “Αυτούς τους μπολσεβίκους να μην τους φέρνετε έτσι αλλά σακατεμένους εμπρός μου…”, “…να τους φέρνετε μισούς.” Τους πρότρεπε: “Αυτό το τμήμα πρέπει να είναι ο τάφος των εργατών…” και απειλούσε: “Όλοι οι εργάται θα πέσουν εμπρός μου πτώματα.” (Βλ. Αλέξανδρος Δάγκας, Το Κράτος κατά του κομμουνισμού: συλλογή πληροφοριών από τις υπηρεσίες ασφαλείας, 1927, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 17).

[3] Σύμφωνα με τον Αναστάση Γκίκα που έχει συγκροτήσει έναν ενδεικτικό πίνακα με απεργίες στις οποίες υπήρχαν νεκροί στον Μεσοπόλεμο, την περίοδο 1923-1936 υπήρξαν περίπου 86-94 νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες. (Βλ. Αναστάσης Γκίκας, Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918-1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010, σελ. 124).

[4] Ο ίδιος, άλλωστε, ο Βενιζέλος από το 1920 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι χρειαζόταν ποινικοποίηση της δημόσιας διακήρυξης του μπολσεβικισμού. Η αφορμή για τη δήλωσή του είχε δοθεί στη Βουλή στις 3 Σεπτεμβρίου 1920 καθώς διεξαγόταν η συζήτηση για τις εκλογές. Τότε ο Ελ. Βενιζέλος είχε συγκρουστεί με το βουλευτή του ΣΕΚΕ Αλμπέρτο Κουριέλ για το αν είναι κατοχυρωμένο το δημοκρατικό δικαίωμα να κυκλοφορούν όλες οι ιδέες και όλες οι εφημερίδες στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Ο Βενιζέλος απέφυγε ν’ απαντήσει, αλλά κατέφυγε, μετά από πρόκληση του Κουριέλ για τη συμμετοχή της Ελλάδας -το 1919- κατά της σοβιετικής Ουκρανίας, σε αντισοσιαλιστικά επιχειρήματα και απείλησε ότι μόλις τελειώσουν οι πόλεμοι και μπορέσει το καθεστώς να ασχοληθεί με τα εσωτερικά ζητήματα, θα ετίθετο προς συζήτηση το ερώτημα εάν ήταν ή όχι κολάσιμη πράξη η διατύπωση της θεωρίας της δικτατορίας των ολίγων επί των πολλών. (Βλ. Γιάνης Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος Ε’ (1900-1924), 20ός αιώνας, 1η έκδοση, γενική επιμέλεια έκδοσης Νίκος Δ. Κουχτσόγλου, τυπογραφεία Ν. Καραγεώργου, Αθήνα 1958, σελ. 520-524).

[5] Α[νυπόγραφο] Άρθρο], Η κυβέρνησις απεφάσισε να λάβη πάλιν σύντονα μέτρα δια την αποτελεσματικήν αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, Μακεδονία, Δευτέρα 3 Αυγούστου 1931, σελ. 4.

[6] Βλ. εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος, 10/8/1931.

[7] ΕΒΕ: Εργατική Βοήθεια Ελλάδας.

[8] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 23 Ιούλη 1929.

[9] Γκριτζώνας Κώστας, Ομάδες Συμβίωσης – Η συντροφική απάντηση στη βία και στον εγκλεισμό, Φιλίστωρ, 2000,  σελ. 34-35.

[10] Ήδη από τη δικτατορία του Πάγκαλου υπήρχαν στο νησί πολιτικοί εξόριστοι. Το 1928 μαρτυρείται στο νησί η ύπαρξη 35 εξόριστων και η κατάσταση επιδεινώνεται με την εφαρμογή του “ιδιώνυμου” το 1929.

[11]Σε κανένα άλλο νησί η απομόνωση από τον έξω κόσμο δεν ήταν τόσο ολοκληρωτική. Η έλλειψη τροφής και η απουσία μιας στοιχειώδους υγειονομικής υποδομής συνέθεταν το αποτύπωμα της κρατικής βαρβαρότητας που άφηνε τραχιά τα σημάδια της πάνω στα σώματα των εκτοπισμένων”. (Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Εξόριστοι στο “νησί του θανάτου”! Σώστε μας, Σώστε μας! Αγωνισθείτε για τη γενική αμνηστεία!, Χανιώτικα Νέα, Διαδρομές, Σάββατο 24 Μαΐου 2014).

[12] Βλ. Κούνδουρου Ρ.Σ., Η ασφάλεια του Καθεστώτος, Πολιτικοί κρατούμενοι, εκτοπίσεις και τάξεις στην Ελλάδα 1924-74, Καστανιώτη, Αθήνα 1978, σελ. 74.

[13] Βλ. Σέρβος Δημήτρης (κείμενα – φωτογραφίες), Γαύδος, Το «νησί του διαβόλου» για τους εξόριστους κομμουνιστές! ο.π., σελ. 16. & Ξένου–Βενάρδου Αλίκη, ΓΑΥΔΟΣ: Εδώ έζησε η Καλυψώ! … αλλά και γυναίκες εξόριστες, Ριζοσπάστης, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001, σελ. 18. Για τις κοινωνικές συγκρούσεις και τις πολιτικές διώξεις πριν και μετά το “Ιδιώνυμο”, βλ. την ιστορική μελέτη του Κωστής Μοσκώφ, Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα, 2η έκδοση, Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σελ. 443.

[14] Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Το ταξικό δικαστήριο κατεδίκασε τους συλληφθέντας στις προχθεσινές εκδηλώσεις σε εξήντα χρόνια συνολική φυλάκιση και εξορία, Ριζοσπάστης, Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1931, σελ. 2. (Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Μαίνεται η φασιστική τρομοκρατία στην Καβάλλα, Ριζοσπάστης, Σάββατο 21 Μαΐου 1931, σελ. 3).

[15] Βλ. Βασίλης Γ. Μπαρτζιώτας, Στις φυλακές και τις εξορίες (Σημειώσεις με αναμνήσεις ενός φυλακισμένου – εξόριστου), Καστανιώτης, Αθήνα 1978, σελ. 83–85, 91.

[16] Βασίλης Γιαννόγκωνας, Γαύδος. Αναμνήσεις εξορίστου, Δίφρος, Αθήνα 1973., σελ. 17.

[17] Βλ. Θεσσαλία (Βόλου), 12/03/1932, σελ. 3.

[18] Βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Συντονίζεται η πάλη για την οργάνωση της πάλης των ανέργων. Βαριές καταδίκες των συλληφθέντων στην προχθεσινή συγκέντωση των ανέργων στο Βόλο, Ριζοσπάστης, Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 1931, σελ. 2.

[19] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.

[20] Ανταπόκριση κρατουμένων, Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, Ριζοσπάστης, Παρασκευή 11 Μαρτίου 1932, σελ. 2.

[21] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Τη στέλνουν για εξόντωση στη Γαύδο. Απ’ τη φυλακή στην εξορία, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.

[22] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η άρρωστη συντρόφισσα Τσακμάκη στέλνεται στη Γαύδο. Προμελετημένο έγκλημα, Ριζοσπάστης, Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 1932, σελ. 4.

[23] Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Δικά μας πένθη, Ριζοσπάστης Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 1933, σελ. 2.

[24] Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσ(ι)ος (1898-1949) γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδας. Από νωρίς συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα. κι εντάχθηκε στο ΚΚΕ. Αναδείχτηκε (στα 1922-’23) αρχισυντάκτης στο περιοδικό “Νεολαία” της ΟΚΝΕ και το 1924 ανέλαβε τη διεύθυνση του “Ριζοσπάστη”. Γνώρισε απίθανες διώξεις σε κρατητήρια και φυλακές, ενώ εξορίστηκε δύο τουλάχιστον φορές στη Γαύδο.

[25] Ο Τάκης Φίτσιος απελευθερώθηκε το 1943 και πέρασε στη Ρούμελη, όπου τον υποδέχτηκε ο Άρης Βελουχιώτης. Ανέλαβε Γραμματέας του ΕΑΜ στη Στερεά και με την ίδρυση της κυβέρνησης του βουνού, το ’44, τοποθετήθηκε πρόεδρος της Διοίκησης. Μετά τη Βάρκιζα προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Ριζοσπάστη στην Αθήνα. Το 1947 στάλθηκε εξόριστος στην Ικαρία. Το 1948 μεταφέρθηκε στη Χαλκίδα. Καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο σε θάνατο. Και μαζί με άλλους 4 συντρόφους και 4 αγωνίστριες, εκτελέστηκε στη Χαλκίδα στις 16 Απρίλη 1949. (βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], ΤΑΚΗΣ ΦΙΤΣΟΣ. Αγωνιστής, δημοσιογράφος, άνθρωπος του λαού…, Ριζοσπάστης, ένθετη έκδοση: “7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ”, Κυριακή 15 Ιούνη 2008, σελ. 11.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις