Επέτειος ίδρυσης του ψευδοκράτους στην Κύπρο (15.11.1983), διεθνείς αντιδράσεις και πολιτικές αποτροπής της αναγνώρισής του

Κανένα σχόλιο

Γιώργος Λιμαντζάκης *

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται τριάντα έξι χρόνια από την ίδρυση του ψευδοκράτους στην Κύπρο, δηλαδή της αποσχιστικής οντότητας που ανακήρυξε μονομερώς την ανεξαρτησία της στις 15 Νοεμβρίου 1983 ως «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία. Παρά την άμεση καταδίκη της διεθνούς κοινότητας και τον χαρακτηρισμό της «ανακήρυξης» ως πράξη νομικά άκυρη και ανυπόστατη, το καθεστώς αυτό καταφέρνει να επιβιώνει έως σήμερα χάρη στη γενναία οικονομική στήριξη της Τουρκίας, της οποίας τα συμφέροντα άλλωστε υπηρετεί, φιλοξενώντας σχεδόν 45.000 στρατιώτες σε μια περιοχή μικρότερη από τη μισή Κρήτη και αποτελώντας μια από τις πιο στρατιωτικοποιημένες περιοχές στον πλανήτη. Πως όμως φτάσαμε ως εδώ, και τι ακριβώς είναι το ψευδοκράτος;

Η αναβάθμιση της «Διοίκησης» σε «Ομόσπονδο Κράτος» (1975)

"Sponsored links"

Λίγο μετά την τουρκική εισβολή του 1974, η τουρκοκυπριακή ηγεσία υπό τον Ραούφ Ραϊφ Ντενκτάς επιχείρησε να αναβαθμίσει πολιτικά την εκπροσώπηση των Τουρκοκυπρίων, εν όψει και του νέου κύκλου συνομιλιών που θα ξεκινούσαν για διευθέτηση του Κυπριακού. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκοκυπριακή Διοίκηση ανακήρυξε στις 13 Φεβρουαρίου 1975 το σχηματισμό του «Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους της Κύπρου» (Kıbrıs Türk Federe Devleti, KTFD), σε μια απόπειρα να αποδεσμεύσει πολιτικά την Άγκυρα από το πολιτικό βάρος της στρατιωτικής εμπλοκής της στην Κύπρο, αλλά και να δείξει στα άλλα εμπλεκόμενα μέρη ότι υπήρχε κάποιος βαθμός αυτονομίας των Τουρκοκυπρίων.1

Η κυριότερη διαφορά του κρατικού αυτού μορφώματος από την πρότερη μορφή του, που είχε συγκροτηθεί επίσημα το 1967, ήταν ότι η «Διοίκηση» ήταν λόγω έλλειψης μέσων επιβολής «πολυπεριφερειακή» και διεσπαρμένη στο νησί, εξαρτημένη ουσιαστικά από την ανοχή των αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ η τουρκική εισβολή είχε πλέον δημιουργήσει συνθήκες ευνοϊκές για τη δημιουργία ενός εθνικά ομοιογενούς και εδαφικά συμπαγούς κρατικού μορφώματος. Μια άλλη, εξίσου σημαντική διαφορά, αφορούσε τη διάρκεια της νέας κατάστασης: το Καταστατικό της «Διοίκησης» προέβλεπε τον τερματισμό της με την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, ενώ η ανακήρυξη του «Ομόσπονδου Κράτους» όχι μόνο δεν περιείχε σχετική μνεία, αλλά αντέβαινε το ίδιο γράμμα των συμφωνιών, όντας αντίθετη στην ιδέα της εδαφικής ενότητας και της ενιαίας κρατικής εξουσίας.

Παρότι ο Ντενκτάς ισχυρίστηκε ότι η ανακήρυξη αυτή δεν αποτελούσε μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας, γεγονός παραμένει ότι το «τμήμα κράτους» που ίδρυσε ήταν απόπειρα άσκησης πίεσης για τη συγκρότηση ομόσπονδου κράτους, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε σχετική διαβούλευση με την σύνοικο κοινότητα. Κατά την ερμηνεία του Ντενκτάς πάντα, η ανακήρυξη του «Ομόσπονδου Κράτους» σήμαινε ότι οι κατεχόμενες περιοχές περιέρχονταν εφεξής υπό την κυριαρχία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, αποδεσμεύοντας αντίστοιχα τις τουρκικές στρατιωτικές αρχές.2 Ανέφερε επίσης ότι η απόφαση δεν ανήκε στον ίδιο, αλλά στο «υπουργικό συμβούλιο» και τη «νομοθετική συνέλευση», όργανα που κατέληξαν ελεύθερα στο «συμπέρασμα» ότι δεν υφίσταται δυνατότητα συμβίωσης των δύο «συνιδρυτών» της Κυπριακής Δημοκρατίας, και γι’ αυτό έπρεπε κάθε κοινότητα να αποκτήσει πλέον το δικό της «σπίτι».

Στο πλαίσιο αυτό, συγκροτήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1975 μια πεντηκονταμελής «συντακτική συνέλευση», η οποία επεξεργάστηκε ένα προσχέδιο «συντάγματος».3 Ακολούθως, στις 8 Ιουνίου 1975 το σχέδιο «συντάγματος» αυτό έγινε δεκτό σε δημοψήφισμα που έγινε στα κατεχόμενα με ποσοστό 99,4%.4 Με βάση αυτό, ο Ντενκτάς εξελέγη στις 20 Ιουνίου 1975 «πρόεδρος» του «ομόσπονδου κράτους» με επταετή θητεία. Τα τετελεσμένα που επεδίωκε με τον τρόπο αυτό να επιβάλλει η τουρκική πλευρά έδειχναν ξεκάθαρα ότι κατ’ αυτήν το Κυπριακό είχε ήδη λυθεί με την εισβολή και ότι η προτιμητέα για αυτήν πολιτική ήταν η διατήρηση του status quo με οποιοδήποτε κόστος, ήτοι «η μη λύση είναι λύση» (çözümsüzlük çözümdür). Προκειμένου να δεχθεί την αποκατάσταση της ενότητας της κυπριακής επικράτειας, η τουρκοκυπριακή ηγεσία θα αξίωνε στο εξής να της αναγνωρισθεί η αυτοτελής της υπόσταση, στο πλαίσιο μιας χαλαρής ομοσπονδίας όπου θα υπήρχαν μόνιμες αποκλίσεις από τις στοιχειώδεις ελευθερίες (μετακίνησης, εγκατάστασης, απασχόλησης).

Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αντέδρασε στη μονομερή ανακήρυξη του «Τουρκικού Ομόσπονδου Κράτους» με την απόφαση 367 της 12ης Μαρτίου 1975, καλώντας τα ενδιαφερόμενα μέρη να απέχουν από ενέργειες που θα μπορούσαν να βλάψουν την κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και κατονομάζοντας την κίνηση των Τουρκοκυπρίων ως μονομερή ενέργεια που εκβιάζει προς τη σύσταση ομοσπονδίας χωρίς τη συμμετοχή της άλλης πλευράς, η οποία αντιβαίνει στις συντονισμένες και με βάση τις αποφάσεις των οργάνων του ΟΗΕ προσπάθειες, ενώ θέτει άμεσα σε κίνδυνο τις διακοινοτικές συνομιλίες και τα αποτελέσματά τους. Οι ενέργειες αυτές επίσης αξιολογήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία ανακοίνωσε ότι «η ομόσπονδη οντότητα δε μπορεί να αναγνωρίζεται ότι εκπροσωπεί διεθνώς την περιοχή που έχει υπό τον έλεγχό της, καθώς τελεί υπό τον έλεγχο των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και ως εκ τούτου δε μπορεί να εκλαμβάνεται ούτε ως ομόσπονδη πολιτεία μιας ανεξάρτητης και κυρίαρχης χώρας, αφού το τμήμα αυτό βρίσκεται υπό την κατοχή άλλης». Η Επιτροπή όρισε την Τουρκία υπεύθυνη για τις πράξεις της τουρκοκυπριακής διοίκησης μετά το 1975, ενώ ως αποτέλεσμα της ακυρότητας της μονομερούς πράξης, η αυτοαποκαλούμενη «ομόσπονδη» οντότητα κρίθηκε ανυπόστατη.

Από το αδιέξοδο στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους (1983)

Το επόμενο βήμα στην προσπάθεια Τούρκων και Τουρκοκυπρίων να εκβιάσουν λύση της αρεσκείας ήταν η ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» (Kuzey Kıbrıs Türk Cumhuriyeti, KKTC) από την τουρκοκυπριακή «συνέλευση» στις 15 Νοεμβρίου 1983, η οποία αποτελούσε πράξη ασυμβίβαστη με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Τουρκίας περί σεβασμού της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας (με βάση τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, όσο και επανειλημμένα ψηφίσματα και αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών), αλλά και αντίθετη στο διεθνές δίκαιο, επειδή στηριζόταν στη διαμόρφωση μιας κατάστασης που αποτελούσε προϊόν παράνομης ενέργειας (την τουρκική εισβολή).5 Κατά την εκδήλωση της σχετικής πρωτοβουλίας, η τουρκοκυπριακή ηγεσία απέφυγε επιμελώς οποιαδήποτε δήλωση περί απομάκρυνσης από τη συνεταιρική σχέση, υποστηρίζοντας ότι το ομοσπονδιακό κράτος θα συσταθεί από δυο ισότιμα και κυρίαρχα κράτη, από την εξουσία των οποίων θα αντλήσει η υπό σύσταση χώρα τη νομική προσωπικότητά της.

Στο πλαίσιο αυτό, επιχείρησε να προβάλει την ίδρυση της «ΤΔΒΚ» ως έσχατο μέσο για να μην απωλεσθεί ο συνιδρυτικός ρόλος της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ενώ παράλληλα την παρουσίασε ως απαίτηση δημιουργίας «στέγης» για την κοινότητα που έμεινε εκτός συνταγματικής σχέσης με τους θεσμούς του κράτους (αν και οικεία βουλήσει) από το 1963. Παρά ταύτα, οι Τουρκοκύπριοι απέφυγαν να χαρακτηρίσουν την μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας ως απόσχιση, υποστηρίζοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν αυτή που είχε χάσει το δικοινοτικό της χαρακτήρα από το 1964, λειτουργώντας ως αμιγής ελληνοκυπριακή διοίκηση και ασκώντας περιορισμένο έλεγχο στο νησί. Ο Τουρκοκύπριος αξιωματούχος Zaim Necatigil υποστήριξε σχετικά ότι «Απόσχιση ή μονομερής ανακήρυξη σημαίνει αποχωρισμό από μια παντοδύναμη αποκλειστική κυβέρνηση που ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο επί όλου του εδάφους του τελεί υπό την κυριαρχία του. [Ενώ] Στην Κύπρο, με τον γεωγραφικό χωρισμό των δυο εθνοτικών πληθυσμών και των δυο αντίστοιχων κυβερνήσεων, δεν υπήρχε μια μοναδική κυβέρνηση κατά τον κρίσιμο χρόνο».6 Συνεπώς, καταλήγει η τουρκοκυπριακή πλευρά, δεν επρόκειτο για απόσχιση από ένα ενιαίο κράτος, αλλά ανάδειξη σε αυτοτελή νομική προσωπικότητα μιας οντότητας που τελούσε σε εκκρεμότητα από το 1964, η οποία μπόρεσε να αποκτήσει ενιαία εδαφική βάση χάρη στην τουρκική επέμβαση.

Διεθνείς αντιδράσεις στην ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ»

"Sponsored links"

2004 Nicosia_Green_Line

Η διεθνής κοινότητα κήρυξε σύσσωμη την απόπειρα ίδρυσης κράτους εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας ως νομικά άκυρη και ανυπόστατη, ζητώντας να την αποσύρει η δράστις κοινότητα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ακολούθησε την πάγια στάση των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με την απόσχιση, εκφράζοντας δια της απόφασης 541 της 18ης Νοεμβρίου 1983 την θλίψη του για την ενέργεια των Τουρκοκυπρίων, καταδικάζοντας τη μονομερή ανακήρυξη ως μη παράγουσα κανένα έννομο αποτέλεσμα και κάνοντας έκκληση για την ανάκλησή της. Παράλληλα, κάλεσε τα κράτη να σεβαστούν την κυριαρχία και ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και να μην αναγνωρίσουν άλλο κράτος από αυτήν. Με αφορμή το επεισόδιο αυτό, η διεθνής κοινότητα υιοθέτησε επίσημα για πρώτη φορά την αρχή ex injuria jus non oritur, υποστηρίζοντας ότι η έννομη τάξη δεν μπορεί να συνιστά το προϊόν μιας βίαιης και έκδηλα παράνομης ενέργειας. Το στοιχείο της ύπαρξης εδαφικής βάσης στη βόρεια Κύπρο είναι προϊόν της τουρκικής εισβολής, και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να αντλήσει νομιμότητα από τη βούληση κανενός λαού που ζει εκεί, ή τουλάχιστον όχι όσο διαρκεί η κατοχή.

Η Τουρκία αποτελεί μέχρι σήμερα τη μόνη χώρα που έχει αναγνωρίσει το ψευδοκράτος που σχηματίστηκε στα κατεχόμενα, και μάλιστα συνήψε το αμέσως επόμενο διάστημα διπλωματικές σχέσεις με αυτή με ανταλλαγή πρέσβεων. Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε την απόφαση 550 της 11ης Μαϊου 1984, με την οποία «καταδικάζει κάθε αποσχιστική ενέργεια, περιλαμβανομένης της δήθεν ανταλλαγής πρέσβεων μεταξύ της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής ηγεσίας, κηρύσσει αυτές παράνομες και άκυρες και ζητά την άμεση ανάκλησή τους». Επίσης, «επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το δήθεν κράτος της «ΤΔΒΚ» και τα καλεί να μην διευκολύνουν ή με οποιοδήποτε τρόπο βοηθήσουν την προαναφερθείσα αποσχιστική οντότητα», διατύπωση αυστηρή αλλά και ιδιαίτερα σαφής.

Η μόνη άλλη χώρα που επιχείρησε να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος ήταν το Μπαγκλαντές, και αυτό επειδή κατά βάση και το ίδιο αποτελούσε αποτέλεσμα απόσχισης (από το Πακιστάν, το 1971). Η αναγνώριση της «ΤΔΒΚ» σε αυτή την περίπτωση ωστόσο αποτράπηκε από πιέσεις των ΗΠΑ και απειλές της Ελλάδας ότι θα απέλαυνε χιλιάδες υπηκόους της που εργοδοτούνταν από Έλληνες, οπότε η Ντάκα προτίμησε να ανακαλέσει την αναγνώριση. Οι ΗΠΑ επίσης λέγεται ότι απέτρεψαν την αναγνώριση και από άλλες μουσουλμανικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, το Μαρόκο και το Πακιστάν.7 Μεμονωμένο περιστατικό υπήρξε επίσης η έκδοση ψηφίσματος από τη συνέλευση της αυτόνομης δημοκρατίας του Ναχτσιβάν (Naxçıvan) που αναγνωρίσε στις αρχές του ’90 την «ΤΔΒΚ» ως κυρίαρχο κράτος, αλλά η οντότητα αυτή υπάγεται διοικητικά στο Αζερμπαϊτζάν και δεν έχει δικαιοδοσία να καθορίζει τις εξωτερικές σχέσεις του τελευταίου, το οποίο έχει αναγνωρίσει και διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Η ελλαδική και κυπριακή στάση έναντι του ψευδοκράτους έκτοτε

1983 simaiakia

Οι κινήσεις αυτές ώθησαν την ελλαδική και κυπριακή ηγεσία στο να επεξεργαστούν ένα πληρέστερο σχέδιο αναφορικά με την προοπτική διεθνούς αναγνώρισης του ψευδοκράτους, με αποτέλεσμα να προταθεί η κατ’ αναλογικότητα εφαρμογή του δόγματος Hallstein, σύμφωνα με το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία θα λάμβανε μέτρα οικονομικού ή και πολιτικού χαρακτήρα κατά της χώρας που θα προέβαινε σε αναγνώριση της «ΤΔΒΚ». Η αρχική ιδέα (εξ ου και το όνομα) ανήκε στον υπουργό Εξωτερικών της Δυτικής Γερμανίας Walter Hallstein, ο οποίος πρότεινε την επιβολή κυρώσεων ή ακόμη και τη διακοπή διπλωματικών σχέσεων με τις χώρες που θα αναγνώριζαν την Ανατολική Γερμανία, επειδή αυτό συνιστούσε προσβολή της εδαφικής ακεραιότητας του γερμανικού κράτους.8 Το δόγμα αυτό υιοθετήθηκε επίσημα από την κυβέρνηση Konrad Adenauer στις 22 Σεπτεμβρίου 1955 και παρέμεινε σε ισχύ μέχρι το 1970, όταν η Βόννη επεδίωξε να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη Μόσχα και τον ανατολικό συνασπισμό, στο πλαίσιο αυτού που ονομάστηκε Ostpolitik. Δια της πολιτικής αυτής, η Δυτική Γερμανία κατάφερε να αποτρέψει και ελέγξει την αναγνώριση της Ανατολικής για σημαντικό διάστημα, ακόμη και απέναντι στις διαθέσεις μιας υπερδύναμης όπως η Σοβιετική Ένωση.

Στην περίπτωση της Κύπρου, καμία χώρα δε χρειάστηκε τελικά να υποστεί κυρώσεις τέτοιου είδους, επειδή καμία άλλη πλην της Τουρκίας δεν αναγνώρισε την «ΤΔΒΚ». Η ίδια η Τουρκία επίσης εξαιρέθηκε από την κατά γράμμα εφαρμογή του δόγματος (όπως είχε άλλωστε κατ’ αναλογικότητα εξαιρεθεί και η Σοβιετική Ένωση), και αυτό επειδή τυχόν διακοπή των διπλωματικών σχέσεων ή διαρκής υποβάθμισή τους θα καθιστούσε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις όμηρο της λύσης στο Κυπριακό, τη στιγμή που υπάρχουν πολλές άλλες μεταβλητές και ζητήματα μέσα και γύρω από αυτές (υφαλοκρηπίδα και επιχειρισιακός έλεγχος στο Αιγαίο, μειονοτικά, κ.ά.), κατά συνέπεια χρειάζεται μια πιο νηφάλια αντιμετώπιση. Από την άλλη, αυτό δε σημαίνει ότι η Άγκυρα έχαιρε ασυλίας, καθώς με βάση τη λογική του ανωτέρω δόγματος η Ελλάδα προέβαλλε επανειλημμένα σοβαρά εμπόδια στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 και μέχρι το συμβιβασμό του Ελσίνκι (1999), όταν ήρε τις επιφυλάξεις της με αντάλλαγμα την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία και την συμπερίληψή της στην ομάδα των χωρών που θα εντάσσονταν στην ΕΕ το 2004, ανεξάρτητα από λύση στο πολιτικό πρόβλημα.

Από τότε, η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί πλήρες μέλος της Ένωσης και το Κυπριακό πρόβλημα έχει πλέον καταστεί Ευρωπαϊκό, αποδεσμεύοντας πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο για την ελληνική πλευρά και φέρνοντας την Τουρκία σε ακόμη δυσκολότερη θέση αναφορικά με την στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα, καταφέρνοντας μέχρι σήμερα να αποτρέψει την αναγνώριση του ψευδοκράτους -παρά τις επανειλημμένες πιέσεις και απειλές που δέχτηκε από τους ευρωπαίους και μη «εταίρους» μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004.

1 Η τουρκοκυπριακή πλευρά αποπειράθηκε να στηρίξει νομικά την ανακήρυξη αυτή στο «δίκαιο της ανάγκης», κατόπιν της αποχώρησης της κοινότητας από τον κρατικό μηχανισμό κατά την κρίση του 1963-1964, αλλά και στην απόφαση 353 του Συμβουλίου Ασφαλείας, η οποία καλεί τις κοινότητες σε συνομιλίες χωρίς να αναφέρεται στην κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση δε με τη Διακήρυξη της Γενεύης της 30ης Ιουλίου 1974 (η οποία σύντομα ξεπεράστηκε από τον Αττίλα ΙΙ), οι δύο κοινότητες αναγνωρίστηκαν ως de facto διοικήσεις που συναπαρτίζουν από κοινού την Κυπριακή Δημοκρατία.

2 Η οργάνωσή της ως ομόσπονδο κράτος αποσκοπούσε στην εδραίωση και απαίτηση αναγνώρισης, η οποία θα νομιμοποιούσε την εξουσία της στην ειρημένη επικράτεια, ενώ παράλληλα θα προωθούσε και προδιέγραφε την αναδιοργάνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση το ομοσπονδιακό πρότυπο.

3 Το «σύνταγμα» αυτό περιείχε αρκετές εύηχες διατάξεις για «δημοκρατία», «κοινωνική δικαιοσύνη», «δικαιώματα και ελευθερίες» όπως ορίζονταν από την ΕΣΔΑ, ενώ προέβλεπε ότι ο όρκος του προέδρου του «ομόσπονδου κράτους» και των μελών της «νομοθετικής εξουσίας» περιλάμβανε τα ιδεώδη του Ατατούρκ. Π. Τζερμιάς, Η Κύπρος, 2004, σελ. 761.

4 Προκειμένου να δικαιολογηθεί το υπερβολικά υψηλό ποσοστό αυτό, παρόμοια του οποίου παρατηρούνται συνήθως σε «δημοψηφίσματα» και αντίστοιχες διαδικασίες απολυταρχικών καθεστώτων, ανακοινώθηκε πως το ποσοστό συμμετοχής στην ψηφοφορία ήταν κάτω του 70%. Π. Τζερμιάς, Η Κύπρος, 2004, σελ. 762.

5 Οι πρώτες ενδείξεις για μια τέτοια κίνηση υπήρχαν ήδη από τις 17 Ιουνίου 1983, όταν η τουρκοκυπριακή συνέλευση είχε διακηρύξει την διακριτή αυτοδιάθεση του τουρκικού πληθυσμού της Κύπρου, χωρίς ωστόσο να διευκρινιστεί αν αυτή αποσκοπούσε στην επανένταξή τους υπό άλλους όρους στο κυπριακό κράτος ή την απεξάρτηση από τον έλεγχο της Τουρκίας.

6 Π. Λιάκουρας, Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, 2007, σελ. 295.

7 Γ. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού, 2004, σελ. 687-688.

8 Π. Λιάκουρας, Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, 2007, σελ. 304.

 *Απόφοιτος Τουρκικών Σπουδών, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (ΜΑ) στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές, Υποψήφιος Διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο Γιώργος Λιμαντζάκης είναι απόφοιτος του Τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές. Από το 2013 εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με ερευνητικό αντικείμενο τη διαδικασία συγκρότησης ταυτότητας των Τουρκοκρητών και των Τουρκοκυπρίων από την ύστερη οθωμανική περίοδο μέχρι την αυτοκυβέρνηση. Κατάγεται από τα Χανιά, αλλά μένει στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως διδάσκων, μεταφραστής και διερμηνέας της τουρκικής γλώσσας. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται ιστορικά και πολιτικά θέματα της Τουρκίας, των Βαλκανίων και της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις