“Η δύναμη της επιρροής των μαρτύρων” – “Ρεβιζιονιστικοί μύθοι” του Karl Heinz Roth: Μια αντιπαράθεση με τον ιστορικό Heinz A. Richter

Κανένα σχόλιο

Διαβάστε επίσης:

Το βιβλίο «Ρεβιζιονιστικοί μύθοι» του Karl Heinz Roth κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2018 και αποτελεί μια απάντηση στον ιστορικό Heinz A. Richter, το ερευνητικό πεδίο του οποίου εστιάζεται στην ιστορία της Ελλάδας.

Το βιβλίο μεταφράστηκε από τα μέλη της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης ν. Πιερίας «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ» και θα δημοσιευτεί από τον “Αγώνα της Κρήτης” σε συνέχειες.

"Sponsored links"

Ο παράλογος ισχυρισμός του τελευταίου ότι η Γερμανία δεν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις υποθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ, αντίθετα, η Ελλάδα είναι αυτή που οφείλει να αποπληρώσει μερικές χιλιάδες χρυσές λίρες στη Γερμανία, αντικρούεται από τον Karl Heinz Roth με το παρόν πόνημα.

Ο Ροτ εξετάζει συστηματικά τις απόψεις του Ρίχτερ για την ελληνική ιστορία και προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους για τους οποίους ο Ρίχτερ χαίρει −ακόμα και σήμερα− εκτίμησης στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του γίνεται αντιληπτή η επικινδυνότητα των ρεβιζιονιστικών μύθων του Ρίχτερ και η αυθαίρετη σύνδεσή τους με την τρέχουσα σκληρή πολιτική της Γερμανίας προς την Ελλάδα: η αντίληψη της υποτιθέμενης ματαιότητας της σφοδρής ελληνικής αντίστασης στη γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδηγεί στην χωρίς αντίρρηση αποδοχή της αμείλικτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα όσον αφορά την ευρωπαϊκή της προοπτική και την οικονομική κρίση!

Στους «Ρεβιζιονιστικούς μύθους» ο συγγραφέας εστιάζει στις μεθοδικά ελλιπείς και τεχνικά ανεπαρκείς ιστορικές έρευνες του Ρίχτερ, που παρουσιάζουν μια μονομερώς αρνητική εικόνα των Ελλήνων, της ιστορίας τους και της κοινωνίας τους.

Προσεκτικά και σχολαστικά αποδομεί την ιστοριογραφική έρευνά του καταλογίζοντάς του επιστημονική ανεπάρκεια, ιδεοληψία, προκατάληψη, μονομέρεια και λανθασμένες μεθόδους (επιλογή των πηγών, εξέταση «βολικών» μαρτύρων κ.ά). Εντέλει, παρουσιάζει τον Ρίχτερ ως έναν «κατ’ επίφασιν» επιστήμονα, που με το έργο του σπέρνει διχόνοια και μίσος ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα, κι αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στην επίλυση του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων.

Διαβάστε το 5ο μέρος του βιβλίου:

“Η δύναμη της επιρροής των μαρτύρων”

Πρώτα θα ήθελα να εξετάσω ένα άλλο φαινόμενο: τη διαπιστωμένη εξάρτηση του Ρίχτερ από τους μάρτυρες, οι οποίοι ανήκουν σε πρώην ανώτερες κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις και ελίτ. Όποιος έχει ασχοληθεί σε βάθος με τα απομνημονεύματά τους και τις προφορικές και γραπτές αναφορές τους, που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, γνωρίζει από πικρή εμπειρία τι είδους προβλήματα συνδέονται με αυτό. Τα απομνημονεύματαπου δημοσιεύουν οι ίδιοι (συχνά σε μορφή ημερολογίου) περιέχουν ιδιαίτερα προβληματικά σημεία.Διότι τις περισσότερες φορές προσπαθεί να παρουσιάσει την ευνοϊκή πλευρά του θέματος, να συγκαλύψει δυσάρεστες πτυχές στα γραφόμενά τους και να δικαιολογήσει τις σοβαρές ή ακόμα και καταστροφικές συνέπειες των πράξεών τους.Μπορούμε να τον αντιμετωπίσουμε μόνο εάν επαληθεύσουμε τα σενάριά τους με τις αναφορές των συντρόφων, ανταγωνιστών ή αντιπάλων τους και −στο μέτρο που είναι εφικτό−να τα ελέγξουμε με βάση τις αρχειακές πηγές. Παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, παραμένει το πεδίο «ναρκοθετημένο» και ως εκ τούτου είναι συνετό να αντιμετωπίζουμε αυτό το είδος των ιστορικών αρχείων όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά και να τα χρησιμοποιούμε πάντα ως δευτερογενείς πηγές.

Ωστόσο, στις συνεντεύξεις και στη γραπτή επικοινωνία με εμφανείς παράγοντες της σύγχρονης ιστορίας μπορεί να ξεπεραστεί αυτό το δίλημμα, τουλάχιστον εν μέρει, ενώ σε περίπτωση αμφιβολίας, μπορούμε να ζητήσουμε γραπτές πληροφορίες και να θέσουμε υπό αμφισβήτηση σχετικούς ισχυρισμούς. Ωστόσο, σε αυτές τις συζητήσεις εμφανίζεται αναπόφευκτα και μια άλλη δυσκολία: το πρόβλημα της εγγύτητας. Στον διάλογο με τους σύγχρονους μάρτυρες δημιουργούνται προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται σε όλο το εύρος τους. Δημιουργούνται προσδοκίες και αναπτύσσονται φιλίες, που μπορεί να απογοητεύσουν όσους εμπλέκονταισε όλα αυτά, αν η μία πλευρά παρέχει έγγραφα και ιδιωτική αλληλογραφία, φωτογραφίες και άλλα τμήματα του προσωπικού της αρχειακού υλικού. Η διατήρηση της απαραίτητης απόστασης μετατρέπεται σε μια πράξη εξισορρόπησης, διότι δεν θα ήταν ηθικό να εκμεταλλευτούμε τα πρόσωπα που μας παρέχουν τις πληροφορίες, να τα παραπλανήσουμε και τελικά στη συνέχεια να τα«ξεχάσουμε».[1]

Ο ιστορικός Ρίχτερ αντιμετώπισε με ιδιαίτερο τρόπο τα προβλήματα αυτά. Όταν ξεκίνησε τη διδακτορική του διατριβή το 1967 με ερευνητική υποτροφία από τη στρατιωτική χούντα,[2]δεν υπήρχε δυνατότητα να ανατρέξει κανείς σε πρωτογενείς πηγές αναφορικά με τις βασικές πτυχές του ερευνητικού του αντικειμένου.Στον απόηχο του εμφυλίου πολέμου, των χρόνων της αποκατάστασης (παλινόρθωσης) και της νεοσύστατης στρατιωτικής χούντας,τα στοιχεία της αντίστασης εξαφανίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Τα αρχεία παρέμειναν κλειστά και αργότεραακόμα υπήρξαν δυσλειτουργικά. Ακόμα και οι ξένες πηγές −όπως τα στοιχεία από τη Δυτική Γερμανία− χρειάστηκε να καταγραφούν εν μέρει. Κατά συνέπεια, οι γραπτές και προφορικές μαρτυρίες απέκτησαν μεγάλη σημασία για όλους εκείνους που ήθελαν να αποκτήσουν μια συνολική εικόνα. Όποιος αγνοούσε τους βασικούς κανόνες που περιγράφονται παραπάνω, ήταν αναπόφευκτο να αντιμετωπίσει αργά ή γρήγορα δυσκολίες.

"Sponsored links"

Ο Ρίχτερδεν φαίνεται να συνειδητοποιεί αυτό το δίλημμα. Δημιούργησε από αυτή την αντιξοότητα μια αρετή, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος με ειλικρίνεια στον πρόλογο της διδακτορικής του διατριβής, στον δεύτερο τόμο της συνοπτικής παρουσίασήςτου και στην έκδοση του Λογοθετόπουλου.[3]Στην αρχή της έρευνάς του στράφηκε αποκλειστικά σε συνεργάτες και υποστηρικτές της «εθνικής» αντίστασης, ενώ η προώθηση του σχεδίου του από τη στρατιωτική χούντα τού άνοιξε πιθανόν τις πόρτες. Επιπλέον, οι επιζήσαντες ακτιβιστές της Αριστερής Δημοκρατικής Αντίστασης ήταν εξόριστοι ή φυλακισμένοι. Από αυτές τις μονομερείς επαφές με τους μάρτυρες «δημιουργήθηκαν σχέσεις και φιλίες που παρέμειναν επί χρόνια ζωντανές» και «μετέδιδαν πληροφορίες και γνώσεις, στις οποίες δεν είχαν πρόσβαση οι απλοί ιστορικοί».[4] Οι «εμπειρίες» που είχαν αποκτηθεί τότε«του έδωσαν τη δυνατότητα»να κάνει μια «αρχή» στο ερευνητικό του πεδίο, «εμπειρίες ξένες για έναν ιστορικό που μελετά μόνο τα αρχεία».

Μετά το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας τον πλησίασε μια υποστηρίκτρια της Αριστεράς. Κατά τα άλλα, ωστόσο, δεν έβλεπε κανέναν λόγο να αλλάξει κάτι σε αυτό το κεντρικό σημείο της έρευνάς του. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν σπάνια συμβουλευόταν τo ολοένα και πιο αποδοτικό αρχειακό υλικό. Τις περισσότερες πρωτογενείς πηγές που άντλησε για τις δημοσιεύσεις του τις έλαβε από τις συνομιλήτριες και τους συνομιλητές του και χρησιμοποίησε ως κύρια πηγή τα απομνημονεύματα των παλαιότερων πρωταγωνιστών. Από τη δεκαετία του 1980, ωστόσο, διεύρυνε και εμβάθυνε την έρευνά του σε μεγάλο βαθμό, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Ο Ρίχτερ όμως δεν είχε κανέναν λόγο να απέχει από τον μέχρι τότε τρόπο έρευνας. Οι σημαντικότερες πηγές, από τις οποίες αντλεί τις πληροφορίες του μέχρι σήμερα για τα βιβλία του και τα δοκίμιά του,είναι απομνημονεύματα, εκθέσεις και ιδιωτικά αρχεία των μαρτύρων.

Στη συνέχεια θα ήθελα να παραθέσω κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτά. Θα περιοριστώ σε τρεις μάρτυρες, άντρες και γυναίκες που επηρέασαν ιδιαίτερα την άποψη του Ρίχτερ για την ελληνική ιστορία κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου. Ο πρώτος πρωταγωνιστής προερχόταν από τους κύριους κύκλους της κατοχικής κυβέρνησης. Η δεύτερη πηγή πληροφοριών ήταν ένα μέλος της ηγετικής ομάδας της «εθνικής» αντίστασης, ενώ η τρίτη μάρτυρας ανήκε στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς.

Η Ελισάβετ Λογοθετόπουλος, το γένος Χελ (Hell), ολοκλήρωσε το διδακτορικό της, σύμφωνα με τον Ρίχτερ, το 1911, υπό την επίβλεψη τουΛούγιοΜπρεντάνο (LujoBrentano) και στη συνέχεια παντρεύτηκε τον Έλληνα γιατρό γυναικολόγο Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, ο οποίος ολοκλήρωσε την επιστημονική του κατάρτιση στο Μόναχο.[5] Το ζεύγος μετακόμισε στην Αθήνα πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί ο Λογοθετόπουλος έγινε διευθυντής του γυναικολογικού πανεπιστημιακού νοσοκομείου και αργότερα πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ η σύζυγός του διέπρεψε ως κυρία της Αυλής δίπλα στη Βασίλισσα Σοφία, σύζυγο του βασιλιά Κωνσταντίνου Ι. Και οι δύο παρέμειναν στενά συνδεδεμένοι με τη Γερμανία. Στα τέλη Απριλίου του 1941, ο Λογοθετόπουλος εντάχθηκε στην πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας, ενώ η σύζυγός του επισκέφθηκε αρκετές φορές τη Γερμανία.[6]

ΟΡίχτερ γνώρισε στην Αθήνα τη χήρα του έκθετου δωσίλογουτο 1967, η οποία έδειξε «μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο του» και «προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον υποστηρίξει».[7]Με τη βοήθειά της έκανε τις πρώτες του επαφές με πρώην παράγοντες της Κατοχής και ήρθε σε επαφή «με πολλούς ανθρώπους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μεταξύ αυτών ήταν πολλές προσωπικότητες που είχαν απομονωθεί κοινωνικά από το τέλος του πολέμου, επειδή θεωρούνταν συνεργάτες των Ναζί. Χωρίς τη βοήθειά τους θα είχαν αποτύχει τότε τα αποτελέσματα των ερευνών μου σε μεγάλο βαθμό». Στο τέλος της παραμονής του, η Ελισάβετ Λογοθετόπουλος του παρέδωσε το δεύτερο μέρος του έργου της που περιείχε τις οικογενειακές αναμνήσεις από τα χρόνια του πολέμου, ένα αντίτυποπου περιείχε τη δημοσιευμένη απολογία του συζύγου της από το  1948 και ένα αντίγραφο με τη γερμανική μετάφραση που είχε κάνει ο ίδιος. Αυτές τις πηγές παραθέτει μέχρι σήμερα ο Ρίχτερ, ενώ παράλληλα υιοθέτησε σχεδόν απερίφραστα τους ισχυρισμούς τουΛογοθετόπουλου. Προκειμένου να αποδείξω πού τον οδήγησε αυτό και σε ποιες αντιφάσεις ενεπλάκη, θέλω να αναφερθώ σε μεταγενέστερες παρατηρήσεις και να διαλέξω ένα ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα.

Στο συνοδευτικό σχόλιό του αναφέρεται ο Ρίχτερ στη δίκη των τριών κατοχικών κυβερνήσεων, οι οποίες έλαβαν χώρα στην Αθήνα από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 1945.[8]

Παράλληλα αναδιατυπώνει όλεςτις επικρίσεις των μαρτύρων του συμφωνώντας καιμεταφράζοντάς τα τελικά σε μια «δυτικοευρωπαϊκή ορολογία με στοιχεία κράτους δικαίου»: η νομική βάση αυτού του δικαστηρίου δεν είχε «με τις βασικές αρχές ενός κράτους δικαίου τίποτε το κακόβουλο», γράφει ο Ρίχτερ.[9]

Η δίκη ξεκίνησε στις 21 Φεβρουαρίου του 1945 –μια ακόμη απόδειξη για τον Ρίχτερ ότι «το κράτος δικαίου» δεν έπαιξε κανέναν ρόλο. Ένα άλλο σκάνδαλο υπήρξε, κατά τους ισχυρισμούς του, το γεγονός ότι όλοι οι κατηγορούμενοι παρέμειναν φυλακισμένοι μέχρι την ετυμηγορία, ακόμη κι εκείνοι που τελικά αθωώθηκαν. Επιπλέον, ο αριθμός των μαρτύρων υπεράσπισης περιορίστηκε στα πέντε άτομα ανά κατηγορούμενο και παραχωρήθηκαν στην εισαγγελία σημαντικά πλεονεκτήματα της δίκης.

Μέσα από την οπτικήτης τρίτης μάρτυρος θα γνωρίσουμε σε λίγο μια τελείως διαφορετική εκδοχή του Ρίχτερ.Επίσης, η φιλία του με τον Κομνηνό Πυρομάγλου, τον πρώην στρατιωτικό διοικητή του «Εθνικού Δημοκρατικού Ελληνικού Συνδέσμου»(ΕΔΕΣ), ξεκίνησε το 1967, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αθήνα με σκοπό την έρευνα. Στην εισαγωγή της διδακτορικής του διατριβής εξηγούσε ότι «του ήταν ιδιαίτερα ευγνώμων. Τον ενθάρρυνε συνέχεια, ήταν πάντα πρόθυμος να του δώσει πληροφορίες σχετικά με τις επιμέρους ερωτήσεις, ενώ μέσα από την εποικοδομητική κριτική του τον κρατούσε σε εγρήγορση, χωρίς την οποία ήταν αδύνατη η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου».[10]

Επίσης, ο Πυρομάγλου συνέβαλε και στη συγγραφή ενός εκτενούς προλόγου στη γαλλική γλώσσα.[11] Ακόμη και στον δεύτερο τόμο της Τριλογίας του για την Ελλάδα, που δημοσιεύτηκε πενήντα χρόνια αργότερα, ο Ρίχτερεξήρε τον μέντορά του, μιλώντας γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια, παρόλο που η ιστορική έρευνα αποδόμησε στο μεταξύ σε μεγάλο βαθμό τις μεταπολεμικές διηγήσεις του Πυρομάγλου: «Κατά την πρώτη μας συνάντηση αποδείχτηκε ένας ακέραιος δημοκράτης, ένας φανατικός Ευρωπαίος με αριστερές φιλελεύθερες ή σοσιαλδημοκρατικές τάσεις».[12]

Σε αντίθεση με τους πρώην συνεργάτες του, δεν προσπάθησε ποτέ «να τον κατηχήσει πολιτικά […] ή να του επιβάλει την κοσμοθεωρία του».Εάν αυτή η ανάμνηση είναι αυθεντική, παραμένει κατά τον Ρίχτερ ένα ανοιχτό ερώτημα. Εντούτοις, μας εξηγεί γιατί ο ίδιος εμπιστεύτηκε τα απομνημονεύματα[13] και τις προφορικές μαρτυρίες του Πυρομάγλου χωρίς να τα ελέγξει και τον ανέδειξε σε σημαντικό αντίπαλο του αμφιλεγόμενου Ναπολέοντα Ζέρβα, αρχηγού της ΕΔΕΣ.

Ισχυρίζεται ότι ο Πυρομάγλου ήταν σταθερόςστις δημοκρατικές του πεποιθήσεις,δεν συμμετείχε στις ενδιάμεσες διαπραγματεύσεις κατάπαυσης του πυρός με τους Γερμανούς και δυστυχώς έχασε σταδιακά τον έλεγχο με τον Ζέρβα.[14] Επιπλέον, ο Ρίχτερ τολμάει να ισχυριστεί,σύμφωνα με τον πληροφοριοδότη του, ότι οι Βρετανοί είδαν τον κύριο εχθρό τους στην ΕΔΕΣ και όχι στον αριστερό δημοκρατικό Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό – Ελληνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο(ΕΛΑΣ-ΕΑΜ).[15]

Αυτές και άλλες συνθέσεις της ιστορίας οδηγούν σε σημαντική παραμόρφωση της εικόναςπου έχει ο Ρίχτεργια την ελληνική αντίσταση.Η τρίτη μάρτυρας, η οποία επηρέασε σημαντικά τον Ρίχτερ, προήλθε ωστόσο από την ελληνοβρετανικήαριστερά, είναι η Μάριον Σαράφη, χήρα του στρατιωτικού διοικητή του ΕΛΑΣ Στέφανου Σαράφη. Υπήρξαν φίλοι για μεγάλο χρονικό διάστημα και στα τέλη της δεκαετίας του 1970,όταν έψαχνε εκδοτικό οίκο για να εκδώσει το χειρόγραφό του με θέμα την ιστορία του ΚΚΕ κατά τη μετάβαση στον εμφύλιο πόλεμο[16],την παρακάλεσε να τον βοηθήσει.Ως ιδρυτικό μέλος της βρετανικής οργάνωσης League for Democracy in Greece, ηΜάριον Σαράφη είχε καλές σχέσεις με τον εκδοτικό οίκο του Λονδίνου MerlinPress.

Με τη μεσολάβησή της ο εκδοτικός οίκος ανέλαβε την έκδοση του έργου και η ίδια έκανε τη μετάφραση του χειρόγραφου στα αγγλικά. Όπως μας πληροφορεί οΡίχτερ, δεν μετέφρασε μόνο το κείμενο «αλλά το επεξεργάστηκε κιόλας, εξαλείφοντας πολλά αδύνατα σημεία και διευκρινίζοντας περαιτέρω ορισμένα από τα γεγονότα. Με αυτό τον τρόπο συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση του περιεχομένου του βιβλίου». Έτσι προέκυψε μια έντονη συζήτηση για την ιστορία της Ελλάδας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.Επιπλέον, η Μάριον Σαράφη πρόσθεσε «άγνωστο μέχρι τότε υλικό από το αρχείο της οργάνωσης, με αποτέλεσμα η τελική έκδοση να πάει πολύ πιο πέρα από ό,τι είχα εγώ αρχικά εκπονήσει». Αν είναι έτσι τα πράγματα, όπως τα παρουσιάζει, τότε τίθεται το ερώτημαγιατί ο Ρίχτερ δεν έχει αναφέρει τη μέντορά του ως συν-συγγραφέα.

Δεδομένου ότι δεν το έπραξε, παρέμεινε το χειρόγραφο της Μάριον Σαράφηστην αφάνεια τόσο στην έκδοση του 1986, όσο και στη γερμανική έκδοση του 2016.[17] Εξαιτίας αυτού, εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μας σε πολλά σημεία ένας τελείως «διαφορετικός»Ρίχτερ, που σε μεγάλο βαθμό αντιφάσκει με τον εαυτό του. Για τη διασαφήνιση του πράγματος θα ήθελα να επανέλθω στην περίπτωση της δίκης του Λογοθετόπουλου και των κατοχικών κυβερνήσεων, στην οποία είχα αναφερθεί πολύ σύντομα προηγουμένως. Έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του Ρίχτερ και σύμφωνα με την έκδοση του Λογοθετόπουλου παρουσίασαν τα γεγονότα διαφορετικά, κάνοντας στροφή 180 μοιρών: η αυθαιρεσία του δικαστηρίου δεν έπληξε τώρα τους κατηγορούμενους, αλλά τους ευνοούσε συστηματικά[18]: ήδη κατά την παρουσίαση των μαρτύρων κατηγορίας έγινε σαφής η τάση της εισαγγελίας «να ωραιοποιήσει τις ενέργειες των κατηγορουμένων».[19]

Η υπεράσπιση έριξε το κέντρο βάρους στην ενοχοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων πολιτικών που ήταν συνεργοίκαι ταυτόχρονα προσπάθησε να αποδείξει ότι οι κατηγορούμενοι κινητοποιήθηκαν «για τα πράγματα της Ελλάδας» και «πιθανόν»να «συνεργάζονταν με τους συμμάχους».[20]Επιπλέον, προσπάθησε να συγκεντρώσει μια στρατιά από 200 μάρτυρες υπεράσπισης,προκειμένου να εμποδίσει με αυτό τον τρόπο τη δίκη, ενώ με την αγόρευσή της προκάλεσε τελικά ένα «ηθικό τέλμα». Ακόμη και η ετυμηγορία και οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν «ένα ανοιχτό σκάνδαλο».[21] Επιβαρυντικό υπήρξε τέλος το γεγονός πως τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν εξαιρεθεί από κάθε ετυμηγορία, ενώ οι ενέργειές τους εναντίον του κινήματος της αντίστασης κρίθηκαν απαραίτητες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.

Έτσι οι δωσίλογοι «σχεδόν» αθωώθηκαν και οι ποινές φυλάκισής τους άρθηκαν το 1948.[22]Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως αυτή η εκδοχή της εξέλιξης της δίκης που εμπνεύστηκε η Μάριον Σαράφη είναι πολύ πιο αυθεντική από την ετυμηγορία τουΡίχτερ για έλλειψη «κράτους δικαίου» κατά τη διάρκεια της δίκης, που δημοσιεύθηκε σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα και αφορούσε την υπεράσπιση του Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου. Η αντίφαση δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη και μας δείχνει καθαρά σε πόσο μεγάλο βαθμό έγινε ο Ρίχτερ φερέφωνο των μαρτύρων.

Παράλληλα, το ότι δεν ήταν επιλεκτικός καιχρησιμοποίησε ολόκληρο το πολιτικό φάσμαείναι σίγουρα αξιοσημείωτο. Αλλά από μεθοδολογική άποψη, ο συνδυασμός αυτός είναι ασήμαντος, διότι ένας ιστορικός πρέπει να κρατήσει την απόστασή του από την προσωπική μνήμη και επίσης να χαλιναγωγήσει τις προσωπικές του προτιμήσεις και τις πολιτικές του πεποιθήσεις.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]Στον διάλογο με «μικροπρεπείς ανθρώπους» υπάρχει μια διαφορετική προβληματική. Κατά κανόνα μιλούν μαζί μας, μόνο αν είναι σίγουροι για την ενσυναίσθησή μας. Ωστόσο, η προκύπτουσα «εγγύτητα στην αλληλεγγύη» δεν έχει σημασία, παρά την ανάγκη αναθεώρησης των δηλώσεών τους με βάση άλλες προφορικές ή γραπτές πηγές, διότι πάνω από όλα μοιράζονται μαζί μας εμπειρίες που ανήκουν στη συλλογική μνήμη της τάξης ή της κοινότητάς τους.

[2]Στην προαναφερθείσα συνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα», ο Richter εξήγησε ότι το μόνο καλό επίτευγμα της στρατιωτικής χούντας ήταν ότι του απονεμήθηκε υποτροφία το 1967 για ερευνητικούς σκοπούς. Σύγκρ.http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=181430

[3]HeinzRichter, GriechenlandzwischenRevolutionundKonterrevolution (όπως στηνυποσημείωση 6), σ.6, HeinzA. Richter, GriechenlandII (όπως στηνυποσημείωση 17), σ.9Φ.στοίδιο, LogothetopoulosEdition (όπως στηνυποσημείωση 18), σ.9Φ.

[4]Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.10. Το επόμενο παράθεμα στο ίδιο.

[5]Richter, LogothetopoulosEdition (όπως στην υποσημείωση 18), σ.10Φ.

[6]Στη εξέλιξη του μεταγενέστερου πρωθυπουργού στην κυβέρνηση συνεργασίας θα αναφερθώ στη συνέχεια, με την ευκαιρία της ανάλυσής μου σχετικά με τον τρόπο που ο Richter χειρίζεται το πρόβλημα των κυβερνήσεων συνεργασίας.

[7]Richter, LogothetopoulosEdition (όπως στην υποσημείωση 18), σ.9. Τα επόμενα παραθέματα στο ίδιο.

[8]Στο ίδιο, σ. 23Φ.

[9]Στο ίδιο, σ. 23.

[10]Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (όπωςστηνυποσημείωση 6), σ.6.

[11]Πυρομάγλου Κομνηνός, πρόλογος, στο: ίδιο, σ.13–20.

[12]Richter, GriechenlandII (17), S.10. (όπως στην υποσημείωση 17) ,σ.10. Το επόμενο παράθεμα στο ίδιο.

[13]Πυρομάγλου Κομνηνός, Η Εθνική Αντίστασις, Αθήνα, 1947.

[14]Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (όπωςστηνυποσημείωση 6), σ.80Φ.σ. 163–168 σ. 170–174 σ. 277Φ., σ. 298–301, σ. 305Φ. σ. 309–311 σ. 316Φ. σ. 333Φ., σ. 337–343, σ. 378Φ. σ. 381Φ. σ. 448–451 σ. 435κ.ε. Richter, GriechenlandII (όπωςστηνυποσημείωση 17), σ.87,89, 101, 103, 111, 119, 128, 158, 237.

[15]Σύγκρ. την αναίρεση αυτών και άλλων ισχυρισμών στον HagenFleischer, ImKreuzschattenderMächte, τόμος II (7 όπως στην υποσημείωση), σ.677 (υποσημείωση 53) και σ.678 (υποσημείωση 83), σ.680 (υποσημείωση 116).

[16]Σύγκρ. εδώ και παρακάτω, Richter, Griechenland 1945–1946 (όπως στην υποσημείωση 9), σ.9. Τα παρακάτω παραθέματα στο ίδιο.

[17]Στην αγγλική έκδοση, αναφέρθηκε τελικά ως μεταφράστρια: HeinzRichter, BritishInterventioninGreece. From Varkiza to Civil War–February 1945 to August 1946. Translated by Marion Sarafis, London 1986.

[18]Richter, Griechenland 1945–1946 (όπως στην υποσημείωση 9), σ.125κ.ε.

[19]Στο ίδιο, σ.127.

[20]Στο ίδιο, σ.128. Τα ακόλουθα παραθέματα στο ίδιο, σ.128Φ.

[21]Στο ίδιο, σ. 130.

[22]Στο ίδιο, σ. 131.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις