Η Σπιναλόγκα την περίοδο της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας – Μαρτυρίες και καλλιτεχνικοί αντικατοπτρισμοί (Μέρος Α’)

Κανένα σχόλιο

Του Δημήτρη Δαμασκηνού, ιστορικού και συγγραφέα

Εγκαινιάζει μια μακρά περίοδος αναγκαστικής απομόνωσης  των λεπρών στη σιδερόπετρα της Κρήτης

 Μαρτυρίες και καλλιτεχνικοί αντικατοπτρισμοί (Μέρος Α’)

"Sponsored links"

“… στη Χώρα της Οδύνης,

στον πόνο τον αιώνιο, στην άβυσσο της θλίψης

μέσα στις κακορρίζικες καταραμένες ράτσες

….. … ……

Εσείς που μπαίνετε εδέπα, αφήστε κaθ’ ελπίδα…”

(Κόλαση του Δάντη, απ’ το Τρίτο Τραγούδι)

Η Σπιναλόγκα («μακρύ αγκάθι» στα λατινικά)[1]είναι ένα μικρό νησί[2]με έκταση 85 στρέμματα και 53 μ. υψόμετρο, το οποίο κλείνει από τα βόρεια τον κόλπο της Ελούντας στην Επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου Κρήτης.

Η σιδερόπετρα αυτή, όπως την ονομάζει ο Θέμος Κορνάρος[3], άρχισε να οχυρώνεται το 1579[4], όταν οι Οθωμανοί είχαν καταλάβει ήδη την Κύπρο και οι Ενετοί συνειδητοποιούσαν ότι σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά της Κρήτης[5]. Πάνω στα ερείπια αρχαίου κάστρου οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, που σχεδιάστηκε σύμφωνα με την οχυρωματική πρακτική του προμαχωνικού συστήματος από τον GeneseBressani και τον LatinoOrsini.

"Sponsored links"

Μετά την κατάληψη το 1649 του μεγαλύτερου μέρους του νησιού από τα οθωμανικά στρατεύματα και την παράδοση του Χάνδακα (σημερινού Ηρακλείου) το 1669 στο Σουλτάνο ύστερα από πολιορκία που βάστηξε 22 ολόκληρα χρόνια, η Σπιναλόγκα έμεινε ακόμη στα χέρια των Ενετών άλλα 65 χρόνια μέχρι το 1715[6]. Όλο αυτό το διάστημα των 65 χρόνων εκεί έβρισκαν καταφύγιο οι «Χαΐνηδες», οι επαναστάτες Κρητικοί.

Το 1715 ήλθαν οι Τούρκοι. Πολλοί εγκαταστάθηκαν εκεί, ανάμεσά τους και Κρητικοί, μουσουλμάνοι ως προς το θρήσκευμα. Κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας το φρούριο περιθωριοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως τόπος εξορίας και απομόνωσης. Όμως κατά το τέλος του 19ου αι. τα δεδομένα άλλαξαν. Ο ρόλος του λιμανιού της Σπιναλόγκας αναβαθμίστηκε καθώς απόκτησε άδεια εξαγωγικού εμπορίου. Ήδη κατά τα μέσα του 19ου αι. στη νησίδα είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός κατοίκων, στην πλειονότητά τους έμποροι και ναυτικοί, που επωφελούμενοι από την ασφάλεια του οχυρωμένου οικισμού εκμεταλλεύονταν τους εμπορικούς δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου[7].

Mέχρι το 1898 η Σπιναλόγκα είχε κατοίκους σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμάνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη μοναδική ολοκληρωμένη απογραφή του πληθυσμού της Κρήτης που έγινε επί Τουρκοκρατίας, αυτήν του 1881, στη Σπιναλόγκα, που αποτελούσε χωριστό δήμο, κατοικούσαν 1111 άνθρωποι, από τους οποίους οι 1110 ήταν μουσουλμάνοι και μόλις μια χριστιανή γυναίκα! Όμως, οι περισσότεροι μουσουλμάνοι κάτοικοι της αναχώρησαν από το νησί με την ανακήρυξη της κρητικής αυτονομίας[8] μετά την αποχώρηση του οθωμανικού στρατού, τον Νοέμβριο του 1898, με αποτέλεσμα 19 χρόνια αργότερα, στην πρώτη απογραφή της Κρητικής Πολιτείας, ο πληθυσμός να έχει μειωθεί δραματικά. Έμειναν μόνο 272 κάτοικοι, ανάμεσα στους οποίους και πάλι οι χριστιανοί ήταν η μικρή μειοψηφία: μόλις 11[9].

Φωτογραφία της Σπιναλόγκας σε καρτ ποστάλ από τον Α. Θεοφάνη, η οποία  χρονολογείται στα 1902, λίγο πριν λειτουργήσει ο χώρος ως Λεπροκομείο[10].

Η ίδρυση και λειτουργία του Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα (1903)

Όσον αφορά στους λεπρούς κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη, αφενός λόγω του ότι η ασθένεια ήταν μέχρι τότε ανίατη κι ο κόσμος αγνοούσε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων έχει φυσική ανοσία απέναντι στην νόσο και αφετέρου λόγω της έλλειψης κρατικής μέριμνας (οι ασθενείς διαγράφονταν ακόμη και από τα δημοτολόγια), προτιμήθηκε η απομόνωση των λεπρών έξω από τις πόλεις και τα χωριά, στις λεγόμενες Μεσκινιές[11], σε σπήλαια και καλύβες, και αποζούσαν με την καλλιέργεια κηπευτικών, την εκτροφή ζώων και από τις ελεημοσύνες των περαστικών. “Σ’ αυτές τις τρώγλες, ακόμα και μέσα σε σπηλιές σαν ερημίτες κατοικούσαν οι άθλιοι, φτωχοί και περιθωριοποιημένοι λεπροί ή μεσκίνηδες ή λου(ω)βιάρηδες ή κομμένοι”[12].

Με την εγκαθίδρυση της Κρητικής Πολιτείας, σε μια από τις πρώτες συνεδριάσεις της πρώτης Κρητικής Βουλής[13], στα τέλη Μαΐου του 1901 από τους βουλευτές Ιωάννη Μυλωνογιαννάκη (Σφακίων) και Εμμανουήλ Αγγελάκη τέθηκε και πάλι το θέματης διαχείρισης του προβλήματος των λεπρών που υπήρχαν διάσπαρτοι στην κρητική ύπαιθρο ή έμεναν στις μεσκινιές. Από τα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων συνάγεται ότι οι δύο πληρεξούσιοι κατέθεσαν κοινή πρόταση στην οποία ανέφεραν: «Προτείνομεν εις την Βουλήν, ίνα μεριμνήση περί απομονώσεως των εν Κρήτη λεπρών και απαλλάξη ούτω τον τόπον της φοβεράς αυτής μάστιγος αφ’ ενός και αφ’ ετέρου δια λόγους φιλανθρωπίας βελτιώση την θέσιν των δυστυχών αυτών, οίτινεςδιατελούσιν υπό βιωτικάς και υγιεινάςσυνθήκας φρικώδεις»[14].

Λεπροί στην Κρήτη τον 19ο αιώνα.

Πράγματι λίγες ημέρες αργότερα το θέμα συζητήθηκε και για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα της δημιουργίας λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα. Παράλληλα συζητήθηκε η πρόταση για τις Διονυσάδες. Τελικά στις 9 Ιουλίου 1901 ψηφίστηκε από τη βουλή ο νόμος “Περί απομονώσεως των εν Κρήτη λεπρών”.Αυτός προέβλεπε: την υποχρεωτική δήλωση προσβολής από λέπρα στους γιατρούς και τους δημάρχους και την τιμωρία των παραβατών με πρόστιμο δέκα ως εκατό δραχμών (άρθρο 1), το διορισμό επιθεωρητή γιατρού, ο οποίος δε θεωρούνταν δημόσιος υπάλληλος και του οποίου τα καθήκοντα αφορούσαν την εξόντωση της λέπρας (άρθρο 2),την υποβολή σε υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις όσων θεωρούνταν ύποπτοι και την εξαμηνιαία επίσκεψη του ιατρού επιθεωρητή στα σπίτια τους για να ελέγξει την κατάσταση της υγείας τους (άρθρο 3)[15].Οι λεπροί που στα 1883 υπολογίζονταν περίπου στους 1000[16], αποφασίστηκε να εξοριστούν από τις μεσκινιές και να εγκλειστούν στη Σπιναλόγκα.

Η μοναδική φωτογραφία της Μεσκινιάς του Ρεθύμνου, τραβηγμένη από τον περιηγητή Simonelli, το 1893 (φώτο Γ.Π. Εκκεκάκης)[17].
 

Τα νομοθετήματα της Κρητικής Πολιτείας αποτύπωναν ανάγλυφα τη λογική τη σύνδεσης της υγείας με την ιατρική, την ηθική και την αναδυόμενη αστική πολιτική οικονομία. Επιπλέον, φαίνεται να προωθούσαν τα ευρύτερα συμφέροντα των αστικών στρωμάτων της εποχής.

Αυτό συνέβη γιατί η λέπρα και οι μεταφορές γύρω από αυτήν χαράχτηκαν στην κοινωνική μνήμη ως μια σοβαρή απειλή της ηθικής ευταξίας και ως παραβίαση της πολιτιστικής αισθητικής. Η άνοδος των χριστιανικών αστικών στρωμάτων συνεισέφερε στη βαθμιαία εκχώρηση χώρου, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων στους επαγγελματίες ειδικούς της ιατρικής. Η συγκεκριμένη ασθένεια, με αυτόν τον τρόπο, θεωρήθηκε ως παραβίαση του ηθικού κανόνα τη υγείας συνδέοντας την ακαθαρσία και τη βρωμιά με τη χρηστότητα, την έλλειψη οικονομικής ευμάρειας, την ηθικότητα και την υγεία. Η λογική της κάθαρσης και της εξυγίανσης των υπό συγκρότηση αστικών κέντρων είχε ως τελική συνέπεια τη σταδιακή εκδίωξη των λεπρών.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των οικισμών των λεπρών και των Χαλικούτηδων στα Χανιά, οι οποίοι βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής από τα τείχη των πόλεων εμποδίζοντας την αστική ανάπτυξη. Αρκετοί από τους άλλους (λεπρούς, ζητιάνους, τρελούς κ.λπ.) συνελήφθησαν και απομακρύνθηκαν από τις πόλεις. Οι καλύβες των Χαλικούτηδων έξω από τα τείχη των Χανίων, στο Πάνω ΚουμΚαπί, πυρπολήθηκαν την 30η του Σεπτεμβρίου του 1901.

Το χωριό των  Αφρικανών έξω από τα τείχη των Χανίων βρισκόταν έξω από την ανατολική πύλη του ΚουμΚαπί. Σε κοντινή απόσταση από αυτόν υπήρχε ο συνοικισμός των Χαλικούτηδων[18]. Οι λεπροί έμεναν στα Κομμεναριά στην περιοχή Βαρούσι, έξω και δυτικά των Χανίων τουλάχιστον από το 1845[19].

Στις 30 Μαΐου του 1903με το νόμο 463 “Περί Εγκαταστάσεως των εν Κρήτη Λεπρών” (30 Μαΐου 1903)[20]ο ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας, πρίγκιπας Γεώργιοςαποφάσισε να ιδρύσει λεπροκομείο, με το όνομα “Άγιος Παντελεήμων”, πάνω σ’ αυτό το τραχύ και άνυδρο νησί. Οριζόταν η Σπιναλόγκα ως τόπος εγκατάστασης των λεπρών και περιγράφονταν  ανάλογα μέτρα αυστηρής υγειονομικής προστασίας που είχαν θεσπιστεί με κύριο στόχο την πανώλη και τη χολέρα που ψηφίστηκαν την περίοδο της κυβέρνησης Καποδίστρια και κατά την βασιλεία των Βαυαρών.Μ’ αυτή του την απόφαση οι λεπροί θα μεταφέρονταν σε μια απέραντη τρώγλη, ένα νεκροταφείο υπό προθεσμία, χωρίς την παραμικρή οργάνωση, χωρίς φαρμακευτική αγωγή, χωρίς ελπίδα.

Το ζητούμενο τελικά ήταν –πιθανότατα- η ηθική ανάπλαση, η πολιτισμική αναμόρφωση, ο στιγματισμός και ο επακόλουθος περιορισμός των ανήθικων κοινωνικών ομάδων.Η λέπρα και οι λεπροί εντάχθηκαν στην κατηγορία των κοινωνικών απόβλητων και των προβληματικών κοινωνικών ομάδων και αποφασίστηκε ερήμην τους η απομόνωση και ο εγκλεισμός τους σε χώρους ηθικής ανάνηψης, λησμονιάς και προϊούσας ιατρικής παρουσίας με αυξημένους διοικητικούς-αστυνομικούς όρους. Το συνολικό εγχείρημα μάλλον φιλοδοξούσε να αποκαθάρει ολοκληρωτικά την Κρητική κοινωνία από την πολιτισμική μιαρότητα και την ασθένεια. Επιπλέον, στόχευε να την απαλλάξει συνολικά από την παρουσία των επαιτών, των λεπρών που ζητιάνευαν και των λοιπών κοινωνικών απόκληρων. Το σχέδιο αυτό φαίνεται πως τελικά εντάχθηκε σε μια συνολικότερη λογική ξεκαθαρίσματος με τα πολιτισμικά σχήματα της Οθωμανικής περιόδου.

Ο χρόνος που μεσολάβησε από την ίδρυση του Λεπροκομείου της Σπιναλόγκα μέχρι τη σύλληψη και τον αναγκαστικό εγκλεισμό των λεπρών, είχε προετοιμάσει τους πάσχοντες και τις οικογένειές τους για τη μεταφορά τους στο νησί. Πολλοί, ωστόσο, ιδιαίτερα σε  περιπτώσεις αναισθητικής, μη φυματιώδους λέπρας, απομακρύνονταν με τη βοήθεια των οικογενειών τους σε κάποιο κατοικία μακριά από τον οικισμό, εξαγοράζοντας τη σιωπή των οργάνων, ώστε να μη μεταφερθούν στη Σπιναλόγκα. Ο παρακάτω κατάλογος είναι ενδεικτικός[21]:

Νομός Ρεθύμνου Χανίων Λασιθίου Σφακίων Ηρακλείου
Ασθενείς στους καταλόγους του 1899  

76

 

56

 

120

 

;

 

;

Μεταφερθέντες στη Σπιναλόγκα το 1904  

37

 

27

 

83

 

4

 

51

Η νομοθεσία, άλλωστε, της Κρητικής Πολιτείας δεν προέβλεπε ρητά τη θεραπεία των ασθενών. Αντίθετα, από την ερμηνεία της προκύπτει ότι για την προστασία της δημόσιας υγείας διατάχθηκε η πλήρης απομόνωση, ουσιαστικά η φυλάκιση, ο ενταφιασμός των ζωντανών–νεκρών λεπρών της Κρήτης στη Σπιναλόγκα. Άλλωστε οι λεπροί τρόφιμοι ενταφιαζόντανυποχρεωτικά με το θάνατό τους εκεί με έξοδα του δημοσίου.

Το νεκροταφείο της Σπιναλόγκα σε φωτογραφικό στιγμιότυπο από την ταινία μικρού μήκους La Crète sans dieux/Η Κρήτη χωρίς τους θεούς (1935) “Σπιναλόγκα” (Spinalonga island Crete) 1935 [22].

Η επιλογή, ωστόσο, της Σπιναλόγκας ως τόπου ίδρυσης Λεπροκομείου στην Κρήτη φαίνεται πως εξυπηρετούσε και μία άλλη σκοπιμότητα, καθώς στο νησί είχαν απομείνει περίπου 40 οικογένειες Τούρκων, οι οποίες αρνούνταν να αποχωρήσουν από την Κρήτη. Όπως καταγράφουν τα πρακτικά της Βουλής των Κρητών:

Π. Ιερωνυμάκης: “[…] Ομολογουμένως εστείλαμεν τον μηχανικόν κ. Σαββάκη εις Σπιναλόγκα δια να εξέταση επιτοπίως το ζήτημα και να μας υποβολή έκθεσιν δια να μας ειπή τι προτείνει δια να φροντίσωμεν να απομονώσωμεν τους πάσχοντας δυστυχείς συμπατριώτας μας εις το μέρος εκείνο. Ο κ. Σαββάκης μας υπέβαλε έκθεσιν δια της οποίας παριστά το ζήτημα πολύ εύκολον, μας παρέστησε ότι είναι δυνατόν να εκτοπίσωμεν εκείθεν τους ιδιοκτήτας των οικιών και να εγκαταστήσωμεν τους λεπρούς. Αμέσως προέβημεν εις το σχηματισμόν της επιτροπής, ενώπιον της οποίας ήθελε γίνει η αναγκαστική απαλλοτρίωσις των ιδιοκτησιών, αίτινεςκατείχοντο από τους μουσουλμάνους. Άμα τω ακούσματι τούτον εις τον Νομόν Λασιθίου, επιτροπή μουσουλμάνων, ελθούσα εδώ, μας παρέστησεν ότι, είναι φοβερά καταδίκη διαυτούς, να τους αναγκάσωμεν δια της χωροφυλακής να εξέλθουν των οικιών των. Μας είπον ότι διημάς θα είναι το ίδιον ως να μας ρίχνετε εις την θάλασσαν να πνιγώμεν εάν μας εξαναγκάσητε να εγκαταλείψωμεν τας οικίας μας”.

Η άρνηση των περίπου 40 Τούρκικων οικογενειών που έμεναν μόνιμα εκεί να φύγουν από τη Σπιναλόγκα, οδήγησε τη Βουλή των Κρητώνστην εξέταση εναλλακτικών σχεδίων που αφορούσαν κοντινά νησιά, όπως οι νησίδες Διονυσάδες. Οινησίδες είχαν τα επιπλέον πλεονεκτήματα ότι διέθεταν άφθονο τρεχούμενονερό και ήταν τρεις στον αριθμό, άρα θα υπήρχε και ταυτόχρονος χωρισμόςτων ανδρών από τις γυναίκες. Το πρόβλημα ήταν πως χρειαζόταν εξολοκλήρου δόμηση κτιριακών συγκροτημάτων και κατοικιών. Κατάσυνέπεια, κρίθηκαν ως οικονομικά ασύμφορη λύση. Για τον ίδιο λόγο,δηλαδή το αυξημένο οικονομικό κόστος, απορρίφθηκαν ωςεναλλακτικοί τόποι ίδρυσης Λεπροκομείου τα Κουφονήσια. η Γραμβούσακαι η Ντία. Τελικά με ψήφους 22 υπέρ, 2 κατά και 5 παρών, σε σύνολο 38παρευρισκομένων βουλευτών, η βουλή των Κρητών βουλευτών αποφάσισενα εγκατασταθεί το Λεπροκομείο στο νησάκι Σπιναλόγκα.

Με την εγκατάσταση εκεί των λεπρών, οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί. Αγανακτισμένοι έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους πριν φύγουν, μας πληροφορεί η Γαλάτεια Καζαντζάκη στη νουβέλα της:“Η άρρωστη πολιτεία”[23].

Μετά την εγκατάσταση των ασθενών στη Σπιναλόγκα, προέκυψαν ειδικά θέματα, όπως π.χ. η κατάληψη των καταλυμάτων που έμεναν οι λεπροί προηγουμένως στη Μεσκηνιά Ηρακλείου και σε άλλα λεπροχώρια της Κρήτης. Επειδή οι χώροι αυτοί θεωρήθηκαν μολυσμένοι και στιγματογόνοι, οι καταληψίες απομακρύνθηκαν βίαια και εγκλείστηκαν στη Σπιναλόγκα. Ταλεπροχώρια έκλεισαν και οι πληθυσμοί τους είτε μεταφέρθηκαν στη Σπιναλόγκα είτε έγιναν αντικείμενο διώξεων από τις αστυνομικές αρχές, που ανέλαβαν να τους εντοπίσουν και να τους στείλουν στο Λεπροκομείο.

Η πύλη του Αγ. Γεωργίου (Λαζαρέτο) στο Ηράκλειο πριν την κατεδάφιση με ανατίναξη το 1917.

 

 

 

Η σχεδόν κατεστραμμένη σήμερα Πύλη του Αγίου Γεωργίου στο Ηράκλειο, έξω από την οποία  στέκονταν οι περισσότεροι λεπροί ζητιανεύοντας, επειδή οδηγούσε στη Μεσκινιά[24].

Το νομικό πλαίσιο συγκρότησης του Λεπροκομείου αποκαλύπτει τη θεσμική διάσταση ανάδειξης του κοινωνικού περιθωρίου και τουστίγματος[25]. Με άλλα λόγια, η ίδια η θεσμική λογική υπαγόρευσε τη διάχυση συμπεριφορών που στιγμάτιζαν τους λεπρούςκαι τους απομόνωναν από τους υγιείς συντελώντας στη διαμόρφωση μιας αντίστοιχης συνείδησηςαπό τους ίδιους τους πάσχοντες.

Τα στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με τον αριθμό των ατόμων που προσβλήθηκαν από την λέπρα όχι μόνο δεν είναι ακριβή, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις  ήταν παντελώς αναξιόπιστα, όπως π.χ. τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Υπουργείο Υγιεινής, αφού οι κατάλογοι ανέγραφαν μόνο 8 κρούσματα λέπρας εκτός του Λεπροκομείου. Τα σχόλια διαφόρων αρμοδίων υπολόγιζαν ότι έξω από το Λεπροκομείο Σπιναλόγκας ήταν περίπου το 25%-40% των λεπρών που ήταν μέσα σε αυτό. Οι λεπροί δε δηλώνονταν στις αρχές και στο Λεπροκομείο Σπιναλόγκας εγκλείονταν τελικά οι πλέον παραμορφωμένοι, δηλαδή οι φορείς στους οποίους η νόσος είχε ήδη προχωρήσει αρκετά. Τα κρυφά κρούσματα, δηλαδή εκείνο το κομμάτι του πληθυσμού που είτε νοσούσε από λέπρα και δεν εμφανιζόταν για ιατρικές εξετάσεις είτε θα εκδήλωνε την ασθένεια αργότερα, η νομοθεσία προσπάθησε να τα διευθετήσει με προληπτικούς ελέγχους και προσαγωγές υπόπτων φορέων ή ιατρικές περιοδείες. Τα αποτελέσματα αυτής της πρακτικής ήταν μάλλον αναποτελεσματικά αν κρίνουμε από την αλληλογραφία της εποχής ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του ζητήματος της καταπολέμησης της λέπρας.

Τα θεσμικά διατάγματα καταδείκνυαν το μη θεραπευτικό, απομονωτικό και περιοριστικό χαρακτήρα και την απαγορευτική λογική του ιδρύματος. Η θεραπεία των ασθενών δεν φαίνεται να υπήρχε ρητά στους διακηρυγμένους σκοπούς του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας. Το κυρίως μέλημα ήταν η απομόνωση, ο εγκλεισμός και η ικανοποίηση του κοινού αισθήματος για την προάσπιση της δημόσιας υγείας από τη λέπρα, η οποία επίσημα δεν είχε ποτέ χαρακτηριστεί ενδημική ή μεταδοτική αλλά κυρίως κληρονομική.

  Στόχος φαίνεται πως ήταν κυρίως ο περιορισμός της εξάπλωσης της νόσου και η σταδιακή εξαφάνιση της.Η επιλογή, άλλωστε, της ίδρυσης του Λεπροκομείου στη νησίδα της Σπιναλόγκας ευνοήθηκε από την απρόσιτη και απομακρυσμένη γεωγραφική της θέση. Η νησίδα ήταν απομακρυσμένη από τα αστικά κέντρα και γειτόνευε με άλλες νησίδες και την αγροτική-κτηνοτροφική κοινότητας της Ελούντας, που βρισκόταν απέναντι. Η απομόνωση των σεσημασμένων και ιατρικά πιστοποιημένων λεπρών επιτυγχανόταν με αυτό τον τρόπο απολύτως αποτελεσματικά, καθόσον ούτε η φυσική τους παρουσία αλλά ούτε και η εξ’ αποστάσεως οπτική επαφή μαζί τους θα ενοχλούσε ή θα διατάρασσε τη ζωή των “υγιών”κατοίκων. Η παρουσία της θάλασσας τριγύρω καθιστούσε  δύσκολο το εγχείρημα της απόδρασης ή της πρόσβασης στη στεριά χωρίς βάρκα (η κοντινότερη στεριά απείχε 800 μέτρα) και απέκλειε τις επαφές με τους “υγιείς”χωρίς την προηγούμενη δική τους έγκριση.

Συνεπώς, το Ενετικό φρούριο της νησίδας χρησιμοποιήθηκεως πραγματικός και συμβολικός τόπος εξορίας και εγκλεισμού παίζοντας βασικά το ρόλο του φύλακα της ασθένειας και του προασπιστή της δημόσιας υγιεινής.Ο συμβολισμός αυτής της κίνησης ήταν προφανής και θύμιζε έντονα λογοτεχνικές περιγραφές φυλακών ή τόπων εξορίας, από τις οποίες οι εξόριστοι έφευγαν μονάχα νεκροί ή έπειτα από κάποια θεαματική και επικίνδυνη απόδραση.

ΑΥΡΙΟ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]Το αρχαίο όνομα της ήταν Καλυδών. Το όνομα Σπιναλόγκα το πήρε κατά την Ενετοκρατία. Προέκυψε από παραφθορά της ονομασίας «Stinelonde» (στην Ελούντα), εξελίχθηκε σε «Spinalonde», «spinalunga» που σημαίνει μακρύ αγκάθι και τελικά σε «Spinalonga» («Spinalonga» ονομαζόταν και μια νησίδα στη Βενετία, η σημερινή «Giudecca»).

[2]Ο Ενετός χαρτογράφος ΒιντσέντσοΚορονέλλι υποστηρίζει πως η Σπιναλόγκα δεν ήταν πάντα νησί, αλλά ήταν φυσικά ενωμένη με την γειτονική χερσόνησο Κολοκύθα. Αναφέρει πως το 1526, οι Ενετοί κατέστρεψαν μέρος της χερσονήσου και δημιούργησαν το νησί.

[3]Θέμος Κορνάρος, Σπιναλόγκα · “ad vitam”, έκδοση Θ. Γκωγκώνη, Αθήνα 1933.

[4]H πρώτη φάση οικοδόμησης του φρουρίου διήρκεσε από το 1579 και έως το 1586. Επισκευές και μετατροπές στο φρούριο έγιναν πριν και κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου (1645-1669).

[5]Με την οχύρωση του νησιού αυτού οι Ενετοί ήθελαν αφενός να διαφυλάξουν στον κόλπο της Ελούντας τα πλοία τους από τους πειρατές και από τον τουρκικό στόλο, αλλά και να εξασφαλίσουν τις αλυκές της Ελούντας από όπου θα έπαιρναν το αλάτι για την Μεσευρώπη, αφού είχαν χάσει την παραγωγή από τ’ αλατωρυχεία της Κύπρου.

[6]Όπως πληροφόρησε τον Βενετό Δόγη ο Γενικός ΠρονοητήςΔολφίν στις 26 Νοεμβρίου του έτους αυτού, τόσο οι Προνοητές της Σούδας Αλβίζε Μάνιο και Πάολο Πασκουάλι όσο και ο Προνοητής της Σπιναλόγκας Φραγκίσκος Γιουστινιάν έκαναν το καθήκον τους, αλλά δεν μπόρεσαν να προβάλουν ισχυρή αντίσταση (Βλ. Μέρτζιος Κ. Δ., Σούδα και Σπιναλόγκα. Πότε και πώς ηλώθησαν υπό των Τούρκων, Κρητικά Χρονικά, τόμος 10ος (1956), σελ.26-28).

[7]Στον οικισμό, που οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια των ενετικών κτισμάτων, το 1834 κατοικούσαν 80 οικογένειες και το 1881, 227. Έως σήμερα σώζονται αρκετά κτίσματα από την περίοδο αυτή, στην πλειονότητά τους διώροφες οικίες περιτοιχισμένες από υψηλούς μαντρότοιχους, και εμπορικά καταστήματα με μεγάλες μαγαζόπορτες και τζαμωτά ανοίγματα.

[8]Βλ. Μάνος Λουκάκης, «…ουλή σημασίας τηλαυγής…», επιλεγόμενα στο: Το νησί των σημαδεμένων. Σπιναλόγκα – Η άρρωστη πολιτεία, εκδόσεις Καστανιώτη, τέταρτη έκδοση, Αθήνα 2010, σελ. 191.

[9]Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η Σπιναλόγκα της μιας χριστιανής και των 1.110 μουσουλμάνων!- Φωτογραφία πριν λειτουργήσει το λεπροκομείο, ανάρτηση στο CandiaNews.gr, 23/06/2015.

[10]Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Η Σπιναλόγκα της μιας χριστιανής και των 1.110 μουσουλμάνων!, ο.π..

[11]“Στις πόλεις απαγορευόταν να οικοδομήσουν κατοικίες κοντά στα τείχη της πόλης που περιέκλειαν την αστική ζωή… Έξω και κοντά στα τείχη των πόλεων υπήρχαν μόνο οι Μεσκινιές ή Μεσκίνια ή Κομμεναριά, τα λωβοχώρια, αυτές οι αποθήκες κουφαριών, στις οποίες στέλνει η κυβέρνηση τους λεπρούς απαγορεύοντας την απομάκρυνσή τους από τις άθλιες τρώγλες”, όπως γράφει το 1893 ο VittorioSimonelli (Εκκεκάκης Γεώργιος, Κρήτη 1893 – Οι περιηγητικές αναμνήσεις του VittorioSimonelli. Μετάφραση: Ιωάννα Φουντουλάκη. Παρουσίαση: Εκκεκάκης Γεώργιος. Ρέθυμνο 1996, σελ. 122-123).

[12]Μεσκίνηδες ή λου(ω)βιάρηδες ονομάζονταν στην Κρήτη οι λεπροί [η λέξη «μεσκίνης» και «μεσκινιά» προέρχονται από την τουρκική λέξη miskin, η οποία μεταφράζεται ως ελεεινός, άθλιος, φτωχός και κατ’ επέκταση λεπρός] (βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Η λέπρα στην Κρήτη τον 19ο αιώνα. Μεσκίνηδες στα Χανιά, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, Σάββατο 15 Ιουνίου 2013).

[13]Αυτή που εκλέχτηκε το 1899 ήταν συντακτική.

[14]Βλ. Αλέκου Α. Ανδρικάκη, Η λέπρα στην Κρήτη και τρεις ιστορικές εκθέσεις, ο.π. Εφημερίδα Πατρίς, 07/02/2011.

[15]Επίσης, διέταζε την αποχώρηση όσων είχαν προσβληθεί από τη λέπρα από τον υγιή πληθυσμό και την αποστολή τους στο Λεπροκομείο (άρθρο 4), την απαγόρευση εξόδου από αυτό χωρίς ειδική άδεια για να αποφευχθεί η μόλυνση (άρθρο 5) και την τιμωρία (μηνιαία φυλάκιση) όσων δραπέτευαν (άρθρο 6).

[16]“Κατά την επίσημοναπογραφήν υπάρχουν εν Κρήτη 1000 περίπου λεπροί, αλλά κατά τις παρατηρήσεις μου υπάρχουσι πολλοί περισσότεροι, οίτινες υπό των συγγενών των κρύπτονται από των οφθαλμών του νόμου” (βλ. ΒαρώνοςΜάλτσας, Εκδρομή εις την Κρήτην. Στο φύλλο 106 της εφημερίδας Χανίων Λευκά Όρη της 11/09/1884 στο Χανιά. Έκδοση Φιλολογικός Σύλλογος Χανίων. Χανιά 1968).

[17]Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Η λέπρα στην Κρήτη τον 19ο αιώνα–Μεσκίνηδες στο Ρέθυμνο, εφημερίδα Ρέθεμνος, 22 Ιουνίου 2013.

[18]Οι Χαλικούτες ή Χαλικούτηδες ήταν Αφρικανοί σκλάβοι και οικονομικοί μετανάστες στην Κρήτη. Η πρώτη άφιξη Αφρικανών στην Κρήτη έγινε το 1669 με την πτώση του Ηρακλείου απ’ τους Ενετούς. Τα σκλαβοπάζαρα εκείνη την εποχή γνώριζαν άνθηση. Ενδιάμεσα υπήρχαν κι άλλες μεταφορές σκλάβων, όμως η δεύτερη μαζική μεταφορά έγινε κατά την περίοδο 1830-40 με την αιγυπτιοκρατία. Απελεύθεροι μαύροι που υπηρετούσαν στον στρατό του Μεχμέτ Αλή δημιούργησαν χωριό έξω από τα τείχη των Χανίων, το ΚουμΚαπί. Η λέξη «Χαλικούτης», προέρχεται από το αφρικανικό Χαλ ΙλΚούτι, δηλαδή «Άφησε κάτω το κιβώτιο», φράση συνηθισμένη ανάμεσα στους αφρικανούς αχθοφόρους. Οι Αφρικανοί “Χαλικούτες” ήταν φτωχοί μεροκαματιάρηδες, εργάτες κυρίως στο λιμάνι, αχθοφόροι, ιχθυοπώλες, βοηθοί στα σφαγεία και αλλού. Μιλούσαν αραβικά και ήταν Μουσουλμάνοι. Κυκλοφορούσαν ατημέλητοι, ντυμένοι φτωχικά, συχνά ξυπόλητοι και ζούσαν σε ταπεινά δωμάτια και παράγκες, γι’ αυτό κι η λέξη “χαλικούτης” κατάντησε συνώνυμη του απεριποίητου, “του λέτσου”, σε συνδυασμό με την ακαταλαβίστικη γλώσσα που μιλούσαν αδιάκοπα. (Βλ. Χαρίδημος Ανδρ. Παπαδάκης, Οι Αφρικανοί στην Κρήτη: Χαλικούτες, Γραφικές Τέχνες Καραγιαννάκη, 2008 & Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Χαλικούτες, οι αφρικάνοι της Κρήτης και το χωριό τους, το ΚουμΚαπί, εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, 26/12/2014).

[19]Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Η λέπρα στην Κρήτη τον 19ο αιώνα–Μεσκίνηδες στα Χανιά, εφημερίδα Ρεθεμνιώτικα Νέα, 21/06/2013).

[20]Νόμος 463 Περί εγκαταστάσεως των εν Κρήτη λεπρών της 30 Μαΐου 1903. Επίσημος Εφημερίς της Κρητικής Πολιτείας, τεύχ. Α’, φύλ. 25 (7 Ιουνίου 1903). Η έξωση των Μουσουλμάνων πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1904.

[21]Μπουρνόβα Ευγενία, Δημόσια Υγεία στο Ρέθυμνο 1898 – 1913, στο βιβλίο: Από την αυτονομία στην Ένωση, Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης. Έκδοση Δήμου Ρεθύμνης. Ρέθυμνο 1998, σελ. 78.

[22]Δείτε την ταινία μικρού μήκους:https://www.youtube.com/watch?v=iiBfJKE83T4.

[23]Γαλάτεια Καζαντζάκη-Θέμος Κορνάρος, Το νησί των σημαδεμένων Σπιναλόγκα–Η άρρωστη πολιτεία, επιλεγόμενα: Μάνος Λουκάκης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα Δεκέμβριος 2010.

[24]Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Οι λεπροί-κομπάρσοι στο ιστορικό μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη “Ο Καπετάν Μιχάλης” (σε τρία μέρη), εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, ένθετο “ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ”, Σάββατο 6, 13 & 20 Ιουλίου 2013.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις