Μικρά Ασία και οι κούνιες το Πάσχα

Κανένα σχόλιο

Έφυγαν όλα σχεδόν τα αγαπημένα μου πρόσωπα των ευτυχισμένων παιδικών μου χρόνων.

Τα Πάσχα της παιδικότητάς μου. Αθώα, χαρούμενα, ευτυχισμένα. Με τους γονείς μου, τις θείες μου και τη γιαγιά μου τη Σμυρνιά, όμορφη, αγέρωχη και επιβλητική, να δεσπόζει! Η μητέρα μου Κρητικιά, αυστηρή, σοβαρή, η γιαγιά η Σμυρνιά περήφανη, άλλες φορές ακατάδεκτη. Δύο κουλτούρες διαφορετικές εντελώς, που συνηπήρχαν και συγκρούονταν. Η γιαγιά, πηγαινοερχόταν με τα μαλλιά σηκωμένα ψηλά και τις μακριές ρόμπες της. Πως μου άρεσαν οι μακριές ρόμπες της. Τα κεντημένα με φλος – έτσι τις έλεγαν – κλωστές μεσοφόρια της. Και τα πασούμια της. Αχ, τα πασούμια της. Κόκκινα, κεντητά και αυτά. σατέν. Μόλις μεγαλώσω – σκεφτόμουν- θα φορώ πασούμια, με τακουνάκι, γιαλιστερά, με κεντήματα. Όχι παντόφλες. Δεν μ’ αρέσουν οι παντόφλες. Πασούμια θα φορώ, όπως της γιαγιάς. Και το γραμόφωνο στο σπίτι της γιαγιάς, δίπλα απ’ το σπίτι μας να παίζει συνέχεια τραγούδια. Και οι θείες μου, να τραγουδούν συνέχεια! Η μαμά, πολλές φορές θύμωνε. «Όλο τραγούδια είναι», έλεγε! Μα εμένα μου άρεσε. Βρισκόμουν συνέχεια εκεί. Στον ποδόγυρό τους, όπως έλεγαν γελλώντας. Και μ’ είχαν ένα παιχνίδι. Μ’ έπαιζαν σα να ‘μουν η κούκλα τους.

Το Πάσχα ήταν όλα λαμπερά, χαρούμενα. Από το σπίτι της γιαγιάς μέχρι κάτω το ποτάμι που έφτανε η περιουσία της, είχε περίφραξη συρμάτινη. Καλυμμένη όλη από την μία άκρη έως την άλλη με μοσχέτες τριανταφυλιές. Ήταν ανθισμένες και μοσχομύριζαν. Άσπρες, βυσσινιές, κόκκινες, ροζ. Και οι μανταρινιές ανθισμένες κι αυτές, τα αρώματα σε κυριαρχούσαν, σε μάγευαν.
Και μέσα στον ελαιώνα, διάλεγαν από μια ελιά ένα γερό κλαδί. Περνούσαν δυο σκοινιά αντικρυστά. Τα ένωναν μ’ ένα σανίδι και έβαζαν πάνω ένα μαξιλάρι. Ήταν έθιμο της Σμύρνης αυτό. Το Πάσχα να κάνουν κούνιες και να κουνιούνται όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Μαζευόμαστε όλοι στο λιόφυτο. Καθόμαστε στις κούνιες και κουνιόμαστε. Τι υπέροχο συναίσθημα. Σα να πετούσαμε. Πιο ψηλά, λέγαμε και τεντώναμε τα πόδια μας, λες και οι μύτες θα ‘φταναν στον ουρανό. Μετά καθόταν ο μπαμπάς και τον κουνούσαμε. Ααα, δεν μας ακούει, του λέγαμε. Ερχόταν η μαμά γελλώντας και έσπρωχνε την κούνια. Ξεχνούσε, πως ήταν μεγάλη γυναίκα, όπως έλεγε και έπαιζε και αυτή με τις κούνιες.

"Sponsored links"

Μετά καθόταν η γιαγιά. Η μαμά, ξεκαρδιζόταν στα γέλλια. Της φαινόταν τόσο αστείο να κάνει κούνια η γιαγιά. Η Κρητική της κουλτούρα της υπαγόρευε πως τα παιχνίδια είναι μόνο για τα παιδιά. Η γιαγιά σηκωνόταν και τραβούσε την μαμά να κάνει κούνια. Η μαμά ξέφευγε, ντρεπόταν. Μα η γιαγιά, οι θείες, ο μπαμπάς την σήκωναν και την κάθιζαν στην κούνια. Και η μαμά αφηνόταν ευτυχισμένη να την κουνούν όλοι. Και γινόταν παιδί και γελλούσαμε όλοι ευτυχισμένοι.

Τώρα έφυγαν τα πρόσωπα αυτά απ’ την ζωή μου. και ‘γω τα νοσταλγώ. Πολύ! Ποτέ τα Πάσχα μου δεν θα είναι πλέον ολοκληρωμένα χωρίς αυτούς. Είναι πάλι ευτυχισμένα. Μόνο που η ευτυχία δεν φτάνει μέχρι την άκρη. Δεν είναι πλέον ολοκληρωμένη. Θα έχει πάντα ένα κενό. Το κενό τους!

Άννα Κωνσταντουδάκη – Αγγελάκη

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις