Μνήμη Μάνου Ελευθερίου: «Σε κάθε πόρτα κι ένας πραιτωριανός πως θ’ ανασάνει ο κόσμος ο αυριανός»

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονίδη

«Αναστενάζεις για χασίς και κλαις για βιτριόλι, για μια γυναίκα μάγισσα, μια ρήγισσα τρελή που ήταν άντρας κάποτε κι οι Δώδεκα Αποστόλοι στοιχηματίσαν πάνω της την Έκτη Εντολή» (Μάνος Ελευθερίου, ‘Το πλοίο Ναυκρατούσα’)

Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια (Ιούλιος 2018-Ιούλιος 2020), από τον θάνατο του Συριανού στιχουργού (που συνεργάσθηκε με πολλούς συνθέτες), ποιητή, συγγραφέα, και ερευνητή της ιστορίας της νήσου, Μάνου Ελευθερίου. Ένα εκ των βασικών του χαρακτηριστικών, υπήρξε η διαρκής άσκηση επί της γραφής και επί της ιστορίας, με τον ίδιο να αναδεικνύει διάφορα πεδία μελέτης τα οποία και ‘επικοινωνούν’ μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο, ώστε να καθίσταται ιδιαίτερη η περίπτωση του στα ελληνικά γράμματα.

"Sponsored links"

Στο πρόσωπο του συναντήθηκαν οι γόνιμες επιρροές από το ευρύτερο περιβάλλον της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Σύρου, η πρόσληψη της ιστορίας και δη της ελληνικής ιστορίας που προβάλλεται ευδιάκριτα στην ελληνική επαρχία και στα πρόσωπα των κατοίκων της, ένας ενίοτε λιτός συναισθηματισμός με την δοκιμιακή μορφή λόγου που εν προκειμένω, αναδεικνύεται στις μελέτες του Συριανού δημιουργού για πρόσωπα όπως η ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη και ο μουσικός του ρεμπέτικου και επίσης Συριανός, Μάρκος Βαμβακάρης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μάνος Ελευθερίου υπήρξε ένας μελετητής της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας, προσδιορίζοντας εκ νέου τις αντιφάσεις και τις αμφισημίες της, τις σιωπές και τις αφηγήσεις της, αφήνοντας να διαρρεύσει επίσης, το τραύμα της ιστορίας, η οποία εν προκειμένω τρέφεται με πολλούς και αδόκητους θανάτους.

Οι διάφορες αφηγήσεις, οι όψεις του εμφυλίου πολέμου (1946-1949), πρόσωπα οικεία, και μνήμες εντυπωμένες σε ένα βλέμμα, ένα μικρό αντικείμενο, συνθέτουν ένα κολάζ πράξεων το αντίκρισμα των οποίων επιστρέφει στο ίδιο πρόσωπο.

Αντλώντας από την λαϊκή-δημοτική παράδοση όπως και από την ευρωπαϊκή θεατρική δραματουργία, ο Μάνος Ελευθερίου πλάθει πρόσωπα που δεν κραυγάζουν και δεν διεκδικούν την εμβάπτιση στα νάματα της ‘δικαίωσης,’ παρά αντανακλούν τις κατευθύνσεις της ιστορίας, στο σημείο όπου η ‘απειλή’ νοηματοδοτείται με έναν ‘φορτισμένο’ τρόπο. «Αρρώστιες πέφτουν απ’ το χάος τ’ ουρανού, πως θα περάσουν με βοτάνια του βουνού. Σε κάθε πόρτα κι ένας πραιτωριανός πως θ’ ανασάνει ο κόσμος ο αυριανός», γράφει χαρακτηριστικά.[1]

Η ‘απειλή’ ενσαρκώνεται στη μορφή του «πραιτωριανού» ή των πραιτωριανών (οι ‘φύλακες της ‘ορθής’ κατεύθυνσης)   που στέκουν ενώπιον της πόρτας, ήτοι της εξέλιξης της ιστορίας, προσδιορίζοντας μία συνθήκης ‘πνιγηρού’ αποκλεισμού: «Πως θ’ ανασάνει ο κόσμος ο αυριανός», διερωτάται ο ποιητής. Και ως προς αυτό, το πρόσημο της απειλής ενίοτε καθίσταται υπαινικτικό, αδιόρατο, άλλα άμεσο και απτό, μοτίβο που καταγράφεται στο τραγούδι του ‘Ποιος τη ζωή μου,’ σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και πρώτη ερμηνεία από την Μαρία Φαραντούρη.

Στο λόγο του, η μνήμη και περαιτέρω, το τραύμα παραμένουν ανοιχτά, προβάλλονται ως στοιχεία που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρόν όσο και με το παρελθόν, ενώ οι ανθρώπινες μορφές, μορφές καθημερινές, της Ερμούπολης και των Ιωαννίνων, στέκονται ενώπιον της ‘θύελλας’ και των διαφόρων ‘ληστών’ που ως συμβολισμός ‘πανουργίας’ και ‘κλοπής’ διαπερνούν το έργο του.

Ενώπιον αυτής της ‘θύελλας’ (ο «αλμυρός καιρός»), στέκει και ο ίδιος, χρωματίζοντας εντατικά και εκφραστικά , τις ζωές και τις παύσεις των πρωταγωνιστών που παρελαύνουν στο έργο του, άλλοτε ονομαστικά και άλλοτε ανώνυμα, ως ψηφίδες ενός κόσμου που δεν ζητά να κρεμαστεί στα μανταλάκια παρά να βιώσει αυτόνομα, να θρυμματίσει την αισιοδοξία σε πολλά κομμάτια. Και είναι η αίσθηση της και αδιόρατης αγωνίας που αποκαλύπτεται, εκεί όπου η ελληνική επαρχία συντίθεται από μία χαιρεκακία που ενίοτε, ‘τρυπά σαν βελόνα,’ διαρρέοντας μία ιδιαίτερης χροιάς, ηθικολογία. Με την ευρύτητα αυτών των χαρακτηριστικών αναμετρήθηκε ο Μάνος Ελευθερίου, κρατώντας για τον, τους όρους μίας επιστροφής στον ίδιο τόπο: «Πικρά νησιά κοχύλια της ψυχής.

Αισθήματα που ζουν μες στη φορμόλη. Μια πιστολιά στην άκρη της ζωής, Γράμμα στερνό που αρχίζει: Εν Ερμουπόλει…».[2] Από την Ερμούπολη και μη, ο Μάνος Ελευθερίου, δεν εστιάζει σε ‘αγίους,’ αλλά σε πρόσωπα το σώμα των οποίων πασχίζει να ανακαλύψει την ακριβή λέξη. Εάν υπάρχει μεταίχμιο, αυτό συνδέεται με την απώλεια: Ποιος και ποιοι μιλούν για αυτήν ως κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας; Η γλώσσα του είναι αυτή που συγκροτεί ένα σκηνικό πάνω στο οποίο η εξομολόγηση εναλλάσσεται ή αλλιώς, σχετίζεται με την περιπλάνηση: Πρόθεση του Μάνου Ελευθερίου δεν είναι η ηρωοποίηση, αλλά, αντιθέτως, η ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται στο χρόνο η ανθρώπινη παρουσία, με τον ίδιο να αποτελεί αυτούσιο παρατηρητή των διαφόρων ‘συμπληγάδων’ διαμέσου των οποίων διαφαίνεται το όριο, το όριο μεταξύ ζωής και θανάτου, αλήθειας (τι «έστιν αλήθεια;» αναρωτιούνταν ο Πόντιος Πιλάτος), και ψέμματος, πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, κατόπτρου και απευθείας βλέμματος.

Και σε κάποιο σημείο, προβάλλει η πορεία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δεν είναι παρά πορεία ιχνηλάτησης του ‘αίματος.’ Ιδιαίτερα στυλιζαρισμένα, ο Μάνος Ελευθερίου σκιαγραφεί μία πορεία, εκεί όπου το ατομικό δείχνει προς το συλλογικό και όχι το αντίθετο, προς «του λοιμικού καιρού τους δρόμους». [3] Εάν, όπως επισημαίνει ενδεικτικά ο Ιρλανδός συγγραφέας James Joyce (Tζέιμς Τζόυς), στον ‘Οδυσσέα’ του, η «ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω»,[4] τότε, για τον στιχουργό και ποιητή, η ιστορία είναι ένα ανοιχτό πεδίο που βιώνεται με τα ‘μάτια ανοιχτά.’ Η μελαγχολία προκύπτει, από την πρόσληψη του παρόντος ως ορόσημου που περιλαμβάνει μία σειρά γεγονότων. Και η έκπληξη; Το ανείπωτο σε ανεπαίσθητες κινήσεις και σε δρόμους; «Άνοιξα μόνο την μπαλκονόπορτα για να ‘ρχέται πιο εύκολα μες στο δωμάτιο η μελαγχολία της Αθήνας κι όλης της πατρίδας και κάθισα μπροστά στην τηλεόραση για ν’ ακούσω τις ειδήσεις των οκτώ».[5]

"Sponsored links"

[1] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Γιατρέ μου,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ομοιοκατάληκτα,’ Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2018, σελ. 44. Οι φονιάδες, οι ‘ληστές,’ αποτελούν κοινό τόπο της, θα λέγαμε, μεθόδου του Μάνου Ελευθερίου να πλάθει την ιστορία, ιδωμένοι από την γωνία της συμβολικής παρομοίωσης. Αυτοί που κρατούν το ‘μαχαίρι’ και την ‘λέξη,’ τον ‘νόμο’ και την ιστορία, όντας οι πρωταγωνιστές της, ήτοι αυτοί που την γράφουν. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε μία υπόγεια σύγκλιση μεταξύ του Μάνου Ελευθερίου των ύστερων ‘Ομοιοκατάληκτων’ με τον Γερμανο-εβραίο φιλόσοφο Walter Benjamin των ‘Θέσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας’: Για τον δεύτερο, ο «εχθρός δεν έχει πάψει να νικά», δηλαδή ουσιωδώς να κυριαρχεί, ενώ για τον πρώτο, «πάντα στην πόρτα μας υπάρχουνε ληστές κι εξουσιάζουνε το αύριο και το χτες», κυριαρχώντας επί του πεδίου του ιστορικού χρόνου, ‘έχοντας κάτι να πουν.’ Χρέος του ιστορικού για τον Benjamin, είναι η «αναζωπύρωση της σπίθας της ελπίδας στο παρελθόν». Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας,’ Λέσχη των Κατασκόπων του 21ου αιώνα, Αθήνα, 2014, σελ. 13. Και, Ελευθερίου Μάνος, ‘Ο ληστής…ό.π., σελ. 46.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Γιατρέ μου,’ Ποιητική συλλογή ‘Τα Ομοιοκατάληκτα,’ Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2018, σελ. 44. Οι φονιάδες, οι ‘ληστές,’ αποτελούν κοινό τόπο της, θα λέγαμε, μεθόδου του Μάνου Ελευθερίου να πλάθει την ιστορία, ιδωμένοι από την γωνία της συμβολικής παρομοίωσης. Αυτοί που κρατούν το ‘μαχαίρι’ και την ‘λέξη,’ τον ‘νόμο’ και την ιστορία, όντας οι πρωταγωνιστές της, ήτοι αυτοί που την γράφουν. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε μία υπόγεια σύγκλιση μεταξύ του Μάνου Ελευθερίου των ύστερων ‘Ομοιοκατάληκτων’ με τον Γερμανο-εβραίο φιλόσοφο Walter Benjamin των ‘Θέσεων για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας’: Για τον δεύτερο, ο «εχθρός δεν έχει πάψει να νικά», δηλαδή ουσιωδώς να κυριαρχεί, ενώ για τον πρώτο, «πάντα στην πόρτα μας υπάρχουνε ληστές κι εξουσιάζουνε το αύριο και το χτες», κυριαρχώντας επί του πεδίου του ιστορικού χρόνου, ‘έχοντας κάτι να πουν.’ Χρέος του ιστορικού για τον Benjamin, είναι η «αναζωπύρωση της σπίθας της ελπίδας στο παρελθόν». Βλέπε σχετικά, Benjamin Walter, ‘Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας,’ Λέσχη των Κατασκόπων του 21ου αιώνα, Αθήνα, 2014, σελ. 13. Και, Ελευθερίου Μάνος, ‘Ο ληστής…ό.π., σελ. 46.

[2] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Εν Ερμουπόλει…ό.π., σελ. 21.

[3] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου,’ Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001, σελ. 22.

[4] Στην Αγγλική γλώσσα, η φράση έχει ως εξής: ‘History, Stephen, is a nightmare from which I am trying to awake.’

[5] Βλέπε σχετικά, Ελευθερίου Μάνος, ‘Η Μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ,’ Σειρά Διηγημάτων, Εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα, 2007, σελ. 25.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις