Μπέργκαμο, ΣΥΡΙΖΑ, και κομματικό-πολιτικό σύστημα

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονίδη *

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας ‘Τα Νέα,’ Δημήτρης Δουλγερίδης, με άρθρο του που δημοσιεύεται στην εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ στο φύλλο της 27ης Μαρτίου 2021, αναφέρεται στην κομματική-πολιτική αντιπαράθεση έτσι όπως επι-τελείται αυτή την περίοδο, με άξονα το λεγόμενο «σύνδρομο του Μπέργκαμο».

Η ειδική αναφορά στο «σύνδρομο του Μπέργκαμο», σημαίνει πως, ενώ την άνοιξη του 2020, την περίοδο δηλαδή της πρώτης καραντίνας, λειτούργησε ως στοιχείο πολιτικής συναίνεσης που συνδέονταν με  μία αίσθηση εγρήγορσης ώστε να μην εμφανισθούν στη χώρα οι ακραίες και έκτακτες υγειονομικές συνθήκες που βίωσε πέρυσι η Βόρεια Ιταλία και πιο συγκεκριμένα, η περιοχή του Μπέργκαμο, την τρέχουσα κοινωνική-πολιτική περίοδο, από την εποχή της επιβολής της δεύτερης καραντίνας, καθίσταται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, κυρίως.

"Sponsored links"

Γράφει σχετικά ο Δημήτρης Δουλγερίδης: «Ήταν η περίοδος (σ.σ: η περίοδος της δεύτερης πανεθνικής καραντίνας του περασμένου φθινοπώρου), που το φάντασμα άρχισε να επανεμφανίζεται. Η λέξη που πρωτύτερα σήμαινε συναίνεση μπροστά στον τρόμο, συσχετιζόταν πλέον με τη διαχείριση του τρόμου.

Τον περασμένο Νοέμβριο το δεύτερο κύμα χτυπούσε τη Θεσσαλονίκη και ο Α. Τσίπρας έβαζε τη λέξη στο προσκήνιο από το Νοσοκομείο «Γεώργιος Παπανικολάου»: «Ο φόβος και η αγωνία είναι να μην αντιμετωπίσουμε καταστάσεις Μπέργκαμο».[1]

Χρησιμοποιώντας το αναλυτικό εργαλείο της ανάλυσης λόγου (discourse analysis), θα αναφέρουμε πως στον λόγο του επικεφαλής του κόμματος του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), το Μπέργκαμο και σε ένα δεύτερο επίπεδο, ό,τι έλαβε χώρα εκεί, ως προς την πανδημική κρίση και την σύστοιχη θνητότητα, προσδιορίζεται ως ‘κίνδυνος’ και κραδαίνεται ως ‘απειλή,’ για την μη ευόδωση της οποίας, απαιτείται η λήψη σειράς μέτρων.

Και εάν στην πρώτη περίοδο της εξελισσόμενης πανδημίας, η αναφορά στο Μπέργκαμο, αφενός μεν έτεινε προς την κατεύθυνση επίτευξη μίας σχετικά συναινετικής, κομματικής-πολιτικής στάσης,[2] που αντλούσε και από την κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) μετά από χρόνια κρίσης, τότε, θα λεχθεί πως στην περίοδο της δεύτερης καραντίνας, το σημαίνον πλέον, και δη το πολιτικό σημαίνον  Μπέργκαμο, προσιδιάζει προς την κατεύθυνση επανεπινόησης της πολιτικής αντιπαράθεσης με άξονα τον ‘κίνδυνο’ να ‘ζήσουμε κάτι αντίστοιχο’ στην Ελλάδα,[3] την ‘αγωνία’ των πολλών θανάτων, συνεπεία της πολιτικής επιλογής της κυβέρνησης να μην ενισχύσει τις δημόσιες δομές υγείας.

Στον πολιτικοϊδεολογικό λόγο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και του αρχηγού του, το Μπέργκαμο δεν ενείχε θέση μίας, κατά τον Γάλλο Pierre-Andre Taguieff, «μυθοπολιτικής μορφολογίας»,[4] αλλά, αντιθέτως, αντανακλούσε, κατάλληλα προσαρμοσμένο στο ελληνικό υγειονομικό οικο-σύστημα και πολιτικό υπόδειγμα, τι ‘μπορεί να συμβεί’ στο παρόν, και όχι σε ένα άδηλο και μακρινό μέλλον, αντανάκλαση που ως συγκολλητική ουσία χρησιμοποιούσε τις ευθύνες και τις θεωρούμενες ως ‘αγκυλώσεις’ της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.

Με βάση αυτή την θεώρηση των πραγμάτων, και θα συμπληρώσουμε, την πολιτική θεώρηση που ‘βλέπει’ στο Μπέργκαμο την εικόνα ενός δυνητικά ενσκήπτοντος θανάτου, το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ συγκρότησε μία σειρά διαιρετικών τομών, για να μιλήσουμε με όρους πολιτικής επιστήμης, θέτοντας ως υπόστρωμα τους μία ιδεολογικοποίηση (και ενίοτε υπερ-ιδεολογικοποίησης) της όλης συνθήκης. Έτσι, εμπρόθετα και μη, οι διαιρετικές τομές που προέκυψαν στο λόγο του, εμπεριέχοντας την αρνητικής χροιάς, έγκληση περί ‘ανάλγητης’ κυβέρνησης, είναι οι εξής: Η τομή μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με τον ΣΥΡΙΖΑ[5] να καθίσταται ‘αυτοδικαίως’ εκπρόσωπος του πρώτου, ενώ η ‘κακή’ (πολιτική ηθικολογία), κυβέρνηση, εκπρόσωπος του δεύτερου και ‘εχθρός’ της πρώτης.

Η τομή μεταξύ δημοκρατίας και κυβερνητικού-αστυνομικού ‘αυταρχισμού,’ ιδιαίτερα έντονη την τελευταία χρονικά περίοδο, μετά από τα συμβάντα της Νέας Σμύρνης, στο εγκάρσιο και λεπτό σημείο όπου η κυβέρνηση αναπαρίσταται ως κυβέρνηση ευεπίφορη στην ‘αστυνομοκρατία’ και στον ‘αυταρχισμό,’ ‘θύμα’ η ίδια της ‘Χρυσοχοϊάδας.’

Η λογική της ‘θυματοποίησης’ εδώ, συμβαδίζει με την εκλεκτικιστική αντίληψη που θέλει την Δημοκρατία υπόθεση των λίγων και κύρια, των ‘εκλεκτών’ του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάδυση της τομής Αριστερά-Δεξιά, που επιχειρείται να πλαισιωθεί πολιτικά, ιδεολογικά, προγραμματικά και αξιακά, συμβάλλοντας στην επανατοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ («κόμμα εν κινήσει», το χαρακτηρίζει ο Δημήτρης Μανιάτης), στο κομματικό-πολιτικό φάσμα, κάτι που επι-τελείται και με την διακριτή αναφορά σε δύο κομματικούς-πολιτικούς πόλους που εκφράζουν αντίστοιχα την ‘Νέα Αριστερά’ και την σκληρή ‘Δεξιά’ (που δεν είναι παρά παλαιο-κομματική) εν Ελλάδι, εν καιρώ πανδημικής κρίσης. Τα μοτίβα του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρνησιο-κεντρικά στο βαθμό που μέσω αυτών συγκροτεί τις αντιθέσεις του πρωταρχικά,  απευθύνοντας εν συνεχεία το ό,τι αυτός φέρει καθώς και τα  συμμαχικά του καλέσματα, υπό το πρίσμα πλέον  της πολιτικοϊδεολογικής εγγύτητας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ προβαίνει στην και ‘φορτισμένη’ πλαισίωση αυτών των διαιρετικών τομών με ιδεολογικούς όρους, προσπαθώντας να απαντήσει στις κεντρώες απευθύνσεις του πρωθυπουργού και στον τρόπο με τον οποίο το πολιτικό καθίσταται χρηστικό: Μετριοπάθεια, σύνεση, ορθολογισμός, από πλευράς Κυριάκου Μητσοτάκη και Νέας Δημοκρατίας.[6]

"Sponsored links"

Οι εκ νέου εγκλήσεις του Μπέργκαμο στην εγχώρια πολιτική-δημόσια σφαίρα, αποτέλεσαν τον θεμέλιο λίθο μίας διαδικασίας ιδεολογικοποίησης των πολιτικών προταγμάτων από πλευράς της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διανθισμένης με μία όχι σταθερή, πολιτική τελεολογία: ‘Η σειρά μας θα έρθει.’

Το περιώνυμο και απλοϊκό, ελλειπτικό  ηθικό πλεονέκτημα, εντασσόμενο σε μία πολιτική, εν ευρεία εννοία, του ‘φθαρμένου’ από την πολυχρησία και την διαφθορά, μετασχηματίζεται σε ηθική αξίωση: ‘Συνεχίζουμε να διαφέρουμε’ (βλέπε και την υπόθεση Λιγνάδη). Το κατά ΣΥΡΙΖΑ ‘ηθικό πλεονέκτημα,’ γραμμένο στα κατάστιχα του κόμματος, κατέστη στοιχείο πολεμικής.  Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο που ενσκήπτει τους τελευταίους μήνες, στοιχείο που καταγράφεται κοινωνικά αλλά και δημοσκοπικά, είναι αυτό της εντεινόμενης κόπωσης από το παρατεταμένο lockdown.

Και το ζητούμενο για το κομματικό-πολιτικό σύστημα, είναι το να μην μετατραπεί η αίσθηση της κόπωσης που οδηγεί σε αντιδράσεις, σε έκφρασης κοινωνικής  δυσαρέσκειας και αποξένωσης και προς πολιτικά κόμματα[7] (και προς το κυβερνών) και προς το κομματικό-πολιτικό σύστημα. Θα λέγαμε πως εντός της πανδημικής κρίσης διασταυρώνονται η διαχειριστική με την οραματική διάσταση της πολιτικής, φέροντας εγγύτερα μία αίσθηση αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας. Το κομματικό-πολιτικό σύστημα, στη φάση που ευρίσκεται, εγγράφει σειρά διασταυρούμενων πυρών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλέπε σχετικά, Δουλγερίδης Δημήτρης, ‘Το «σύνδρομο του Μπέργκαμο», Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 27-28/03/2021, σελ. 6.

[2] Πέραν της ίδιας συναίνεσης στην οποία αναφέρεται ο δημοσιογράφος των ‘Νέων,’ θα προσθέσουμε την παράμετρο της πολιτικής μετριοπάθειας σχετικής με το άγνωστο του ιού και της συνακόλουθης δυσκολίας στην αποκωδικοποίηση του, εκεί όπου το βάρος ριχνόταν, εκτός από την τήρηση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, στην ετοιμότητα των δομών υγείας να υποδεχθούν και να περιθάλψουν ασθενείς με Covid-19. Και ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πολιτικής συναίνεσης ήταν ακριβώς το ό,τι αυτή δεν εκμαιεύονταν, δεν επιβαλλόταν εκ των άνω, παρά συγκροτούνταν σταδιακά. Χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει πως η συναίνεση εξαφάνισε κάθε ίχνος ή αλλιώς, κάθε στοιχείο κομματικής-πολιτικής κριτικής. Θα ήταν απλοϊκό να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο.

[3] Στην πρώτη περίοδο το Μπέργκαμο ως υγειονομική αναφορά και κρισιακή κατάσταση, ‘ενσάρκωνε’ την κρισιμότητα της κατάστασης  (ακόμη και τον θάνατο), και την τραγικότητα της στιγμής: ‘Ένας άγνωστος ιός, μεταδίδεται τάχιστα σε μία ανεπτυγμένη χώρα της Ευρώπης, στη γειτονιά μας, προκαλώντας πολλούς νεκρούς.’ Τι μπορεί να ακολουθήσει μετά;

[4] Βλέπε σχετικά, Taguieff André-Pierre, ‘Ο εξτρεμισμός και τα είδωλα του. Επίκαιρες σκέψεις για τον τζιχαντισμό, την άκρα δεξιά, τον αντισημιτισμό, τον λαϊκισμό και τη συνωμοσιολογία,’ Πρόλογος-Μετάφραση-Επιμέλεια: Πανταζόπουλος Ανδρέας, Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 173.

[5] Στο κομμάτι της υγείας και των βέλτιστων επιλογών, επιλογών με όρους μετρήσιμης αποδοτικότητας,  έχει δώσει έμφαση και το Κίνημα Αλλαγής, από την αρχή της πανδημικής κρίσης. Για το ΚΚΕ αντίστοιχα, η υγεία ως καθαυτό δημόσιο ‘αγαθό,’ συμπεριλαμβάνεται κεντρικά στην αντι-καπιταλιστική του πολιτική σύλληψη, εκεί όπου η πανδημία, εάν δείχνει κάτι, είναι τα όρια της ιδιωτικοποιημένης λογικής που διέπει την λειτουργία της δημόσιας υγείας.

[6] Η επιλογή της επιστράτευσης των ιδιωτών γιατρών από την κυβέρνηση, ως μέτρο βιο-πολιτικού χαρακτήρα, δεν συνιστά ομολογία αποτυχίας, αλλά ένδειξη αδυναμίας άρθρωσης ενός προωθημένου και ισχυρού κινητοποιητικού αφηγήματος που δίδει κίνητρα και δη στοχευμένα κίνητρα στους ιδιώτες γιατρούς, επιμερίζοντας τις ευθύνες και τα καθήκοντα μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, γιατρών του δημόσιου συστήματος υγείας, και των ιδιωτών γιατρών, καθιστώντας τους δεύτερους συμμέτοχους και εντάσσοντας τους και στις δομές της  πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Το μέτρο της επιστράτευσης, λειτουργεί ως μέτρο οριζόντιου, πανδημικού και έτσι ‘έκτακτου’ χαρακτήρα, νοηματοδοτούμενο και ως βιο-πολιτικό μέτρο: Τι πράττετε μπροστά στην ανθρώπινη ζωή;

[7] Μία ενδιαφέρουσα, θεωρητικά-πολιτικά, συνέντευξη στον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, δίνει ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια και ειδικός περί του εξτρεμισμού-λαϊκισμού, Κας Μούντε, με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνική του βιβλίου του ‘Η Ακροδεξιά σήμερα.’ Μέσω στοχευμένων αναφορών και παραδειγμάτων, τέμνει την ακροδεξιά ιδεολογία (τυπολογική θεώρηση) και τα επιμέρους χαρακτηριστικά της, εστιάζει στον δεξιόστροφο λαϊκιστικό ριζοσπαστισμό τύπου Ντόναλντ Τραμπ, αναλύοντας παράλληλα το πως λειτουργεί η διαδικασία της ‘κανονικοποίησης’ ενός ακροδεξιού πολιτικού κόμματος. Έχει επίσης ενδιαφέρον η επισήμανση του για τα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά  ελληνικών πολιτικών δυνάμεων (βλέπε πάνω σε ποια βάση οργανώθηκε η Μητσοτακική Νέα Δημοκρατία), επισήμανση που γίνεται πιο απτή μέσω της χρήσης συγκεκριμένων παραδειγμάτων που διακρίνουν μεταξύ δεξιού λαϊκιστικού ριζοσπαστισμού (Ελληνική Λύση), και αριστερού λαϊκισμού (ΣΥΡΙΖΑ). Βλέπε σχετικά, Μούντε Κας, ‘ «Η ξενοφοβία αφορά και συντηρητικούς και φιλελεύθερους»,’ Συνέντευξη στον Ηλία Κανέλλη, Εφημερίδα ‘Τα Νέα Σαββατοκύριακο,’ 27-28/03/2021, σελ.1-2.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις