Οι Κουρκουμάδες

Κανένα σχόλιο

Της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη

Το ερειπωμένο και άσκεπο κτίσμα έστεκε, ελαφρά γερτό, στην  άκρη του δρόμου. Τα παράθυρα με τα αψιδωτά, πέτρινα ανώφλια ατένιζαν στοχαστικά μακριά, πέρα, στο πέλαγος.  Στην απέναντι όχθη του δρόμου ανηφόριζε η μικρή πλαγιά με τον κυπαρισσώνα.

Λίγα μέτρα πιο πέρα από το ερείπιο, η μπουλντόζα περίμενε να αρχίσει τη δουλειά. Ο Άλκης και η Μελισσάνθη έκαναν πίσω και το μηχάνημα προχώρησε. Σήκωσε τη μακριά, σιδερένια χούφτα του και έσπρωξε το πρόσωπο του τοίχου, ενώ οι παμπάλαιες πέτρες έπεφταν κάτω με βαρύ γδούπο. Ο γδούπος τράνταξε τη γέρικη κληματαριά που φυτοζωούσε στον απέναντι δέτη, τα κυπαρίσσια που ανέβαιναν ως πάνω, το παλιό αλώνι.

"Sponsored links"

Απόφτασε στο κοιμητήριο, αντήχησε μέσα στο βαθύ ύπνο των προγόνων.

Σε λίγο δεν είχαν απομείνει παρά τα τμήματα των τοίχων κάτω από το ύψος του δρόμου.

-Να φύγουμε! Είπε με σκοτεινιασμένη έκφραση η Μελισσάνθη.

Απομακρύνθηκαν δίχως να γυρίσουν να κοιτάξουν πίσω τους. Αμίλητοι μπήκαν στο αυτοκίνητο και παρέμειναν βουβοί, παραδομένοι σε σκέψεις, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.

-Ξέρεις τι ήταν αυτό που σκεφτόμουν, την ώρα που γκρεμίζονταν οι τοίχοι; Ρώτησε ο Άλκης.

-Το δώμα, όπου κοιμόμασταν τα καλοκαιρινά βράδια πάνω σε στρώματα από θυμάρια και κλαδιά, με τις βαριές πατανίες επάνω; Τα τραγούδια μας, μέχρι να μας πάρει ο ύπνος?Τα μεσημέρια που οι κοπελιές της γειτονιάς πηγαίναμε στη βρύση για νερό και ερχόσουν κι εσύ, καμιά φορά, για να μας συνοδεύεις; Το μοσχοβολιστό ψωμί που έβγαζε από το φούρνο η θεία Αριάδνη και ξεχώριζε πάντα έναν “παύλο” για μας?

Ο Άλκης παρέμενε σιωπηλός. Η Μελισσάνθη προσπάθησε να εκμαιεύσει μια απάντηση.

-Μήπως σκεφτόσουν τα πιο παλιά, αυτά που εμείς δεν ζήσαμε? Το πρώτο σχολείο του χωριού, που λειτούργησε σε αυτό το σπίτι; Το ταβάνι του σπιτιού, τους γιαρμάδες με το αποτύπωμα του σπόγγου που πετούσαν ψηλά τα παιδιά?

-Α, ναι, εκείνος ο σπόγγος πρέπει να ήταν σαλιγκαρωτός,  έτσι έδειχνε το αποτύπωμά του, αν θυμάσαι.

"Sponsored links"

-Ακριβώς όπως το είπες. Ο σπόγγος ήταν φτιαγμένος με τη μέθοδο της “φακαρόλας”, όπως μου είχε πει η γιαγιά. Παίρνανε οι γυναίκες κάποια ξύλινη κουβαρίστρα και καρφώνανε στη μια κυκλική βάση της, σε ίσες αποστάσεις, τέσσερα μικρά καρφάκια. Από εκεί ξεκινούσε η πλέξη της φακαρόλας. Σχηματιζόταν ένα πλεκτό κορδόνι πολύχρωμο, επειδή χρησιμοποιούσαν περισσεύματα μαλλιών. Το κορδόνι αυτό περνούσε και έβγαινε από τον αυλό της κουβαρίστρας. Οι νοικοκυρές τύλιγαν το κορδόνι σε κουβάρι και, όταν είχαν πλέξει όσο χρειάζονταν,  σταματούσαν την πλέξη. Ύστερα τύλιγαν και έραβαν το κορδόνι σε σχήμα σπειροειδές. Έφτιαχναν, ας πούμε, ένα μικρό “σαλίγκαρο” που προοριζόταν να καθαρίζει το μαυροπίνακα, έφτιαχναν όμως και μεγάλους “σαλίγκαρους”, που γίνονταν στρογγυλά χαλάκια, τα οποία έστρωναν σε κάποια σημεία στο πάτωμα του σπιτιού. Εσύ, όμως, τι σκεφτόσουν, δεν μου είπες…

-Εγώ σκεφτόμουν τους γυάλινους κουρκουμάδες που υπήρχαν στα κατώφλια των παραθύρων και στο δώμα πίσω από τα παράθυρα.

-Α, εκείνοι οι κουρκουμάδες… Τόσο πολλοί, όσα και τα μαθητόπουλα, τα “δασκαλάκια”…  Το πιστεύεις ότι στα μάτια μου φάνταζαν σαν κάτι μαγικό; Σε κάποιους υπήρχαν ακόμα  ξεραμένα υπολείμματα μελανιού.  Θυμάμαι που, όταν οι αχτίδες του ήλιου έπεφταν πάνω τους, το γυαλί σπιθοβολούσε. Απορώ πώς δεν πήραμε, έστω δυο-τρεις, να τους φυλάξουμε, ως ενθύμιο….

-Δεν τους φυλάξαμε επειδή πιστεύαμε ότι θα βρίσκονται πάντα εκεί. Αλλά την επόμενη φορά που πήγαμε στο σπίτι, οι κουρκουμάδες δεν υπήρχαν πια. Ο χρόνος συμπαρασύρει τα πάντα. Ανθρώπινες ζωές, όνειρα, γιατί όχι και κουρκουμάδες; Κάποια φορά ο γιος σου, Μελισσάνθη μου, είχε πει στη μάνα μας: “Γιαγιά, το σπίτι στο χωριό θα παραμείνει  όνειρο απραγματοποίητο…”.

-Έτσι είπε;

-Έτσι ακριβώς. Μπορείς να μου πεις πώς το κατάλαβε; Ήταν μόλις εφτά χρονών παιδί.

-Τα παιδιά μπορεί να έχουν πολύ μεγαλύτερη διορατικότητα από τους ενήλικες. Γεγονός είναι ότι ο πατέρας ήθελε να κρατήσει ορθό το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, το σχολείο όπου έζησε ως μαθητής. Η επιθυμία του ήταν και επιθυμία της μάνας μας.

-Ναι. Όμως  δεν πραγματοποιήθηκε, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους. Τώρα, πια, εμείς δεν έχουμε αντοχές και δυνατότητες να βάζουμε μπροστά οικοδομικές εργασίες. Ακόμα, τώρα πια τίποτα δεν είναι όπως το γνωρίζαμε. Ασφαλώς θυμάσαι που η μητέρα πάντοτε έλεγε: “Οι άνθρωποι είναι ο κόσμος!”. Ε, λοιπόν, εκείνοι οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πια. Μαζί τους έφυγε ένας ολόκληρος κόσμος. Τουλάχιστον, κρατάμε ζωντανή την ανάμνηση του σπιτιού όπου λειτούργησε το πρώτο σχολείο του χωριού με δάσκαλο τον παππού μας, του σπιτιού όπου γεννήθηκε ο πατέρας μας. Είναι κάτι σημαντικό αυτό, δεν είναι;

-Είχε μεγάλη ιστορία το σπίτι αυτό της γιαγιάς. Μόνο εμείς γνωρίζουμε πόσο σπουδαίες μορφές, πόσο μεγάλοι αγωνιστές της ελευθερίας και προσωπικότητες της εποχής,  έζησαν εδώ.

-Μην ξεχνάμε ότι το σπίτι είχε καεί τρεις φορές στη διάρκεια των αγώνων κατά της τουρκοκρατίας. Όταν ήρθε εδώ ο παππούς, νεοδιόριστος δάσκαλος και νιόγαμπρος τότε, το επισκεύασε. Ύστερα παραχώρησε την κυρίως αίθουσα για να λειτουργήσει το πρώτο σχολείο του χωριού, μέχρι να κτιστεί το μόνιμο σχολείο.

-Το ξέρεις ότι στις καλοκαιρινές μέρες η διδασκαλία γινόταν κάποιες φορές έξω, στον κυπαρισσώνα;

-Το έχω ακούσει. Πού θα έβρισκαν πιο βολικό και ωραίο τόπο, δάσκαλοι και μαθητές, για να συνδυάσουν εκδρομή και διδασκαλία; Εσύ το ξέρεις ότι ο πατέρας μας μελετούσε, ως φοιτητής, κάτω από ένα συγκεκριμένο κυπαρίσσι;

– Μόνο που το κυπαρίσσι αυτό κόπηκε κάποια στιγμή. Όταν το έμαθε, λυπήθηκε πάρα πολύ.

-Πολύ θα ήθελα να είχα γνωρίσει τον παππού το δάσκαλο. Δυστυχώς έφυγε νέος, πριν γεννηθούμε. Ποιος θα γλίτωνε από βαρύ κρυολόγημα, μέσα στην Κατοχή;

-Ήταν άξιος δάσκαλος -και καλός άνθρωπος. Έτσι λένε όσοι τον είχαν γνωρίσει.

-Αν κατάλαβες, κάναμε ένα μνημόσυνο για όσους δεν βρίσκονται πια εδώ. Κάποιος είπε ότι χρειάζεται να βλέπουμε  τη ζωή μας -και τη ζωή γύρω μας-  σαν πολύτιμη πορσελάνη που μπορεί, κάποια στιγμή, να σπάσει. Να έχομε επίγνωση του εφήμερου και ευγνωμοσύνη για την κάθε μοναδική στιγμή που μας παραχωρείται, με όσα ευχάριστα ή δύσκολα εμπεριέχει.

Η Μελισσάνθη σηκώθηκε τυλίγοντας το κασκόλ γύρω από το λαιμό της και ο Άλκης ακολούθησε. Το φως της μέρας που άρχισε να φεύγει  διάβαινε ανάμεσα στα κλαδιά των κυπαρισσιών και ο ουρανός έλαμπε με χρυσές αποχρώσεις πέρα εκεί, κοντά στο γέρμα του ήλιου.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις