Ο απόβλητος

Κανένα σχόλιο

Εκεί. Κοντά στο ζαχαροπλαστείο «13». Στο κέντρο της πόλης των Χανίων. Το δεξί του χέρι απλωμένο. Τα δάκτυλά του όχι αρκετά ανοικτά. Το αριστερό του χέρι κρατά χαρτομάντηλα, κεφάλι χαμηλωμένο αλλά ψάχνει δεξιά και αριστερά. Όπως ένα αδέσποτο σκυλί που κρύβεται, κυνηγημένο.

Στη δεξιά του πλευρά ένα άδειο μπουκάλι, από πάνω του μια αλυσίδα κι ένα λουκέτο. Και στο σκαλί επάνω ένα καπέλο, για τους βιαστικούς. Δε ζητιανεύει γιατί δεν κοιτάζει στα μάτια τους περαστικούς, δε ζητά έλεος, όμως έχει ανάγκη τα λεφτά.  Σα να ντρέπεται για τη θέση όπου βρίσκεται. Ο Απόβλητος.

Μετά την επίσημη ανακοίνωση της οικονομικής κρίσης της Ελλάδας, πολύ σύντομα, οι δρόμοι των πόλεων γέμισαν με ζητιάνους. Διαφορετικά είδη ζητιάνων. Μητέρες με τα νεογέννητα παιδιά τους. Παιδιά που παίζουνε μουσική, ανάπηροι άνθρωποι, χρόνιοι χρήστες ναρκωτικών, γριές γυναίκες. Αλλά επίσης άνθρωποι που καθαρίζουνε τα παμπρίζ των αυτοκινήτων, ή, που σε βοηθάνε στο παρκάρισμα. Σα η κρίση να άνοιξε μία πύλη για ένα νέο κόσμο ο οποίος ενώ υπήρχε και πρωτύτερα, τώρα, όλο και μεγαλώνει, νέοι άνθρωποι προστίθενται συνεχώς. Ο πληθυσμός των ζητιάνων μεγαλώνει μέρα με τη μέρα…

"Sponsored links"

Λένε πως το να ζητιανεύεις είναι μια σκληρή δουλειά κι ότι δε βγάζουν όλοι οι ζητιάνοι λεφτά. Οι ζητιάνοι οργανώνονται επειδή υπάρχουνε πολλοί και κάποιοι – ναι, έντιμοι πολίτες – αναγνωρίζουν μία ευκαιρία που πρέπει να γίνει εκμεταλλεύσιμη. Ιδρύουν κερδοφόρες επιχειρήσεις που τους εκμεταλλεύονται, συλλέγουν τα χρήματά τους και δίνουν πίσω ένα μικρό ποσοστό.

Όλα συνέβησαν αρκετά ξαφνικά. Σα να υπήρχε ήδη ένα σχέδιο και ένα πλάνο δράσης, λες και υπήρχαν ήδη οργανωμένα δίκτυα ανθρώπων έτοιμα να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που άνοιγε, για να βγάλουνε λεφτά. Τώρα, είναι εμφανές, υπάρχουν οργανωμένα συστήματα εμπορίου και εκμετάλλευσης ζητιάνων. Μεταφέρονται από τη μία περιοχή στην άλλη και η επιχείρηση ανθεί επειδή ο αριθμός των ζητιάνων όλο και αυξάνεται. Τα σημεία της πόλης διανέμονται και κυριαρχούνται από τους οργανωμένους ζητιάνους. Συμβαίνει σε άλλες χώρες, συμβαίνει στην Ελλάδα, γιατί εδώ να είναι διαφορετικά;

Οι ζητιάνοι γνωρίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Επιδεικνύουν την κατάντια τους, αναδεικνύουν αυτό που θα τραβήξει την προσοχή του περαστικού. Σ’ ένα καρναβάλι της μιζέριας, ένα χέρι απλωμένο δεν αρκεί. Υπάρχουν άλλα «εργαλεία» πιο χρήσιμα γι’ αυτή τη «δουλειά». Είναι επαγγελματίες.

Λόγου χάρη, το να πουλάς ένα μικρό αντικείμενο δίνει τη δυνατότητα στον καταναλωτή – φιλάνθρωπο να δραπετεύσει από τις ενοχές του πως τα χρήματα που δίνει είναι πεταμένα.Ένα μικρό παιδί δίπλα σε μία ανάπηρη γυναίκα  είναι ένα προσόν όμως και το να παίζεις ένα μουσικό όργανο όχι σαν κάποιος μουσικός αλλά ως κάποιος ο οποίος δε μπορεί παρά να παίξει μία φάλτσα μουσική, σα κάποιος που δε γνωρίζει να παίξει μουσική αλλά δε μπορεί να κάνει αλλιώς γιατί το έχει ανάγκη, είναι και αυτό κάτι. Αυτές οι αταίριαστες νότες που βγαίνουν συνυπάρχουν αρμονικά με την κατάντια του ζητιάνου μας. Κι αυτό μπορεί να τραβήξει αρκετά την προσοχή του φιλάνθρωπου πολίτη.

Υπάρχουν και κάποιοι που δε νοιώθουν την ανάγκη να αγοράσουν για να δώσουν στους ζητιάνους. Όμως αυτοί είναι λίγοι. Λιγοστεύουν όσο αυξάνονται οι ζητιάνοι.

Η ζητιανιά εξελίσσεται, μετατρέπεται σε επάγγελμα όσο παραπάνω αποτελεσματική πρέπει να γίνει, για να αποδώσει τα προς το ζειν. Όσο παραπάνω ανεργία και ανέχεια υπάρχει, όσο παραπάνω άνθρωποι πέφτουν στη ζητιανιά, όσο παραπάνω ανταγωνισμός υπάρχει για το δίφραγκο του περαστικού, όσο λιγοστεύουν τα λεφτά του περαστικού πολίτη, τόσο παραπάνω οι ζητιάνοι πρέπει να γίνονται επαγγελματίες. Είναι η εξέλιξη.

Μοιάζει σα ο ζητιάνος να υπάρχει για να ικανοποιήσει μια ανάγκη, σα να υπάρχει μία ιδιάζουσα σχέση με τον καθώς πρέπει πολίτη. Αυτές οι παράλληλες πορείες τέμνονται τη στιγμή που ο πολίτης απλώνει το χέρι για ν’ αφήσει λεφτά στο χέρι του ζητιάνου που είναι μόνιμα απλωμένο. Μετά θα φύγει, με ένα αίσθημα ανωτερότητας αλλά και δέους, με μία αίσθηση ενοχής και ντροπής, σοκαρισμένος. Υπάρχει μία ανάγκη για αυτό; Ο πολίτης, ως μικρός θεός, ελεεί. Οπωσδήποτε, σε καιρούς κρίσης, συντελεί στο να μένει ζωντανή μία αίσθηση ανθρωπισμού. Είναι πέρα για πέρα αναγκαίο.

Οι ζητιάνοι είναι η αναγκαία παύση περισυλλογής σε έναν κόσμο που τρέχει. Όμως, αρκετά στιγμιαία για να μην παρενοχλεί. Σε ένα περιβάλλον πιεστικό που δημιουργεί ζητιάνους, υπάρχει ανάγκη για τους ζητιάνους. Υπάρχει ανοχή, εφ’ όσον…

Ο ρόλος του ζητιάνου, υπό αυτό το πρίσμα, είναι παρόμοιος με αυτό ενός καλλιτέχνη που γίνεται το αντικείμενο της τέχνης του. Για τον Ζητιάνο – Καλλιτέχνη, σε αντίθεση με τον Καλλιτέχνη – Ζητιάνο, δεν είναι επιλογή, είναι ο τρόπος που επιβιώνει. Για τον πολίτη – καταναλωτή, είναι η είσοδος σε έναν ξένο κόσμο, και μια ευκαιρία να εκτιμήσει τον κόσμο όπου ζει, την παρούσα θέση του. Λυπάται λοιπόν. Ο ρόλος του είναι αυτός.

"Sponsored links"

Του μίλησα. Με κοίταξε, δεν απάντησε, αλλά κατέβασε το βλέμμα του σα να ντρεπότανε. Τον ρώτησα αν χρειάζεται να βρει κάποιο καταφύγιο, άπλωσε το χέρι του για να μου δώσει ένα πακέτο χαρτομάντηλα και διέφυγε της ματιάς μου. Αυτός ο άντρας κρυβότανε, δεν είχε συνηθίσει στη ζητιανιά. Είχε ακόμη περηφάνεια και αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό, ντρεπόταν. Γι’ αυτό ήταν καμπουριαστός.

axioprepis

Οι καινούργιοι ή οι ανοργάνωτοι, συνήθως ζουν ως άστεγοι, ζητιανεύουν σε τόπους / στάσεις που δε θεωρούνται αρκετά προσοδοφόρες – εκεί εκδιώχνονται ουσιαστικά – βρίσκονται μόνοι και μέσα στην κοινωνία των ζητιάνων κι αντιμετωπίζονται εχθρικά: Ως ότου υποκύψουν ή ενταχθούν σε κάποια από τα υπάρχοντα συστήματα οργάνωσης και εκμετάλλευσής τους, αντιμετωπίζουν επιπλέον κινδύνους. Με τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφορετικών «επιχειρήσεων» εκμετάλλευσης να είναι έντονος, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία, αν και περιθωριακοί, ο κόσμος τους είναι εντός του συστήματος, έχουν κανόνες – η ζητιανιά οριοθετείται στα πλαίσια του κυρίαρχου τρόπου λειτουργίας.  Κι εδώ, έχουμε καπιταλισμό. Και μεταξύ των χαμένών, υπάρχουν πιο χαμένοι. Υπάρχουν οι μοναχικοί περιθωριακοί, στον κόσμο των περιθωριακών.

Ο εκμεταλλευτής – εργοδότης των ζητιάνων σίγουρα θα σκέφτεται πως προσφέρει κοινωνικό έργο. Και, αλήθεια – θα λέει από μέσα του με κάποια αυταρέσκεια – δίχως εμένα δε θα επιβιώνανε. Δε θα είχαν τελειοποιήσει τις τεχνικές τους, θα τους συλλαμβάνανε διαρκώς, κι ούτε θα μπορούσανε να κατανοήσουνε πως χρειάζεται οργάνωση, μία επιχείρηση: μία αποτελεσματική μηχανή δηλαδή – σημαίνει καταμερισμός εργασιών, ορθολογιστική διαχείριση για να μην εξαντληθεί το προϊόν, τυποποίηση και προσαρμογή στις ανάγκες του καταναλωτή.

Σίγουρα, τα πράγματα θα ήτανε χειρότερα γι’ αυτούς αν ήταν μόνοι τους, μονολογεί. Αν και το Κράτος θα έπρεπε κι αυτό με τη σειρά του να με ευγνωμονεί και – γιατί όχι – να με πριμοδοτεί κιόλας. Γιατί δίχως εμένα, ένας Θεός ξέρει τι θα μπορούσανε να κάνουνε αυτοί οι άνθρωποι. Ένας θεός μονάχα ξέρει τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος στην απόγνωσή του. Θα έπρεπε, λοιπόν, να με ευγνωμονούν και όχι να με κατακρίνουν. Μάλιστα, ακόμα καλύτερα θα ήταν αν καταλαβαίνανε κάποια στιγμή πως δεν ωφελεί να υποκρίνονται πως με κυνηγάνε. Δε μπορούν να με κυνηγήσουν. Αναγνωρίζω πως είναι βολικό γι’ αυτούς, κι άλλωστε και εγώ τώρα δεν αντιμετωπίζω κάποιο πρόβλημα, αλλά καλύτερα θα ήταν αν έκαναν μια προσπάθεια να είναι ειλικρινείς. Καλύτερα θα ήτανε αν παραδεχόντουσαν πως είναι προς το συμφέρον τους, κι αν μετά κατανοούσαν πως θα ήταν ακόμα περισσότερο προς το συμφερον τους αν ήμουν νόμιμος. Αχ, αν απλά μπορούσαν να καταλάβουν… Αν ήμουν νόμιμος, τότε και η ζητιανιά θα ήταν νόμιμη, ενταγμένη στον κρατικό μηχανισμό. Θα γινόντουσαν κι αυτοί ξανά πολίτες. Πολίτες που θα έκαναν, όπως και οι υπόλοιποι, μια εργασία. Εργασία κοινωνική, εις όφελος της, θα έλεγα. Ποιος θέλει άνεργους και φτωχούς στους δρόμους; Εγώ λέω, δώστε μου τους σε εμένα. Αλλά νόμιμα! Με διαδικασίες! Δε θα υπήρχε αθέμιτος ανταγωνισμός και θα περιοριζόντουσαν και τα κόστη εκ μέρους των επιχειρήσεων – όπως της δικιάς μου. Θα ήμουν ένας καθώς πρέπει επιχειρηματίας. Αλλά και τα κέρδη του κράτους θα ήταν πολλαπλάσια. Στα λίγα που εισπράττουν τώρα κάποιοι επίορκοι υπάλληλοι, θα μπορούσαν τώρα να επιβάλλουν φόρους και να γεμίσουν τα κρατικά ταμεία. Θα εξασφάλιζαν την τήρηση της όποιας νομοθεσίας, όπως σε κάθε άλλη εργασία. Θα έπρεπε να με χρηματοδοτούν, σας λέω. Γιατί, ο κόσμος δε θα αντιδρούσε πλέον για την έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας. Θα έπρεπε οι μηχανισμοί τους κράτουςνα με τροφοδοτούν με ζητιάνους! Θα έπρεπε να μου στέλνουν βιογραφικά! Όλα θα ήταν, τότε, μέσα σε ένα σχέδιο, θα υπήρχε συνεννόηση και δε θα υπήρχαν υπερβολές. Κι όλα θα ήταν ξεκάθαρα. Θα ήταν μια προοδευτική απόφαση εκ μέρους τους. Αρκεί να το αντιλαμβανόντουσαν. Ας το κάνουν έστω τώρα. Ας είναι η κρίση που ζούμε η αφορμή για να λάβουν αυτή τη γενναία και τόσο αναγκαία απόφαση. Η κρίση γεννάει ευκαιρίες, δε λένε; Ας το παρουσιάσουν ως αίτημα της κοινωνίας, για να μειωθεί η ανεργία. Έτσι προοδεύουν οι κοινωνίες! Μα και τώρα, έστω και ως παράνομος, θα πρέπει να με ευγνωμονούν. Αλλιώς, τι θα κάνανε με όλους αυτούς; Τι λύση, κύριοι, θα μπορούσατε να δώσετε; Αν δεν κυνηγούσατε έναν παράνομο ζητιάνο, τότε θα έπρεπε να κυνηγάτε ένα φτωχό άνεργο. Κι αυτό, παραδεχτείτε το, θα ήταν επώδυνο. Η κοινωνία μπορεί να αντιδρούσε. Μπορεί – άκουσουν άκουσον – κάποιοι να μιλούσαν για κοινωνική αδικία! Καλύτερα να κυνηγάτε ζητιάνους, λοιπόν και να αποτυγχάνετε να καταπολεμήσετε το “φαινόμενο”. Το ξέρετε εσείς, το ξέρω κι εγώ. Συμμετέχω κι εγώ στο παιχνίδι σας. Ναι, σας καταλαβαίνω. Μα με καταλαβαίνετε κι εσείς… Αυτά λέει ο εργοδότης ζητιάνων.

Ο «Απόβλητος» δεν είναι πλέον στο δρόμο που τον βρήκα. Εκεί, κοντά στο ζαχαροπλαστείο «13». Το κτίριο με το λουκέτο, το ετοιμόρροπο αυτό κτίριο καλύφθηκε με ένα τεράστιο «πανί». Στη διαφήμιση που γέμισε το λευκό του πανιού, μια όμορφη εικόνα ενός αρώματος της εταιρείας “Dior”. Ένα άρωμα σ’ έναν πάνινο τοίχο που ορθώθηκε για να κρύψει το ερειπωμένο κτίριο, το κλειδωμένο με το λουκέτο και τον περήφανο γι’ αυτό καμπουριαστό απόβλητο, τον μέσα στη ντροπή άνδρα. Ένας πάνινος τοίχος για να προστατέψει μία «υγιή» κοινωνία από μια πραγματικότητα οδυνηρή, όλο και παραπάνω εμφανή.

Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που από εκείνη τη στιγμή που του μίλησα δεν τον έχω ξαναδεί, κάπου, στους δρόμους της μικρής μας πόλης. Ενός ανθρώπου που έμοιαζε με απόβλητο ακόμα και από την κοινωνία των ζητιάνων. Που δεν έμαθα το όνομά του. Αυτή είναι μία ιστορία για τη συλλογική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Είναι, και η δικιά μου πραγματικότητα. Αδέσποτα σκυλιά, απόβλητοι και πάνινοι τοίχοι. Τείχη εύθραυστα που πέφτουν.

Σημείωση: Στη φωτό, ο «Απόβλητος» δίχως όνομα στα Χανιά, προτού καλύψει αυτόν και το κτίριο, μία διαφήμιση της εταιρείας υψηλής μόδας και καλλυντικών “Dior”.

Γιάννης Αγγελάκης

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο Γιάννης Αγγελάκης σπούδασε Μέσα Ενημέρωσης και Πολιτισμικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Wolverhampton και ακολούθως συνέχισε τις σπουδές του σε επίπεδο MPhil στο Κέντρο για τις Σύγχρονες Πολιτισμικές Σπουδές (CCCS) του Πανεπιστήμιου του Birmingham. Περισσότερα άρθρα και δημoσιεύσεις μου εδώ

Κανένα σχόλιο

  1. Tweets that mention Ο αξιοπρεπής ζητιάνος: Αδέσποτα σκυλιά, απόβλητοι και χάρτινοι τοίχοι | Αγώνας της Κρήτης -- Topsy.com

    […] This post was mentioned on Twitter by Kriti fm 101.5, #—–;-)–/—#. #—–;-)–/—# said: http://cut.gd/lSWN Ο αξιοπρεπής ζητιάνος: Αδέσποτα σκυλιά, απόβλητοι και χάρτινοι τοίχοι. Έτσι, για πριν την απεργία.. #23fgr #kfm23f #imfgr […]

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις