Ο Γιώργος ο Γαγάνης έφυγε! Πάει κι αυτός, Θέ μου

Κανένα σχόλιο

Με πήρε τηλέφωνο ο άντρας μου και μου λέει: «Αννούλα, πέθανε ο συμμαθητής σου, ο Γιώργος ο Γαγάνης».

Η είδηση έπεσε στ’ αυτιά μου σαν κεραυνός.

– «Από τώρα; Γιατί πέθανε; Τι έπαθε;»

"Sponsored links"

Στο μυαλό μου είχε μείνει η μορφή του Γιώργου, του συμμαθητή μου (ήταν λίγο μεγαλύτερός μου) όπως ήταν, όταν πηγαίναμε στο Οικονομικό! Γεροδεμένος, ψηλός, χοντρούλης αλλά όμορφος. Με καστανόξανθα μαλλιά και όμορφα γεμάτα καλοσύνη γελαστά γαλαζοπράσινα μάτια. Δεν τον είχα ξαναδεί από τότε. Ίσως τον έβλεπα και δεν τον γνώριζα γιατί μου έλεγαν πως είχε αλλάξει πολύ.

Μόνο στο τηλέφωνο μιλούσαμε συχνά, όταν ήταν ακόμα μέτοχος στους Κυλινδρόμυλους του ζητούσα διαφήμιση και μου ‘βαζε πάντα και γενναιόδωρη – και η φίλη του η Βάντα μου ‘βαζε – τι κάνει άραγε και αυτή;

– Γιώργο, του έλεγα. Θυμάσαι στο σχολείο που όταν με πείραζες – πάντα και μόνο αδελφικά – θύμωνα και σ’ έλεγα «κουζουλό»; Που σε διαολόστελνα και σ’ έδερνα; Και συ γέλαγες και γω εξαγριωνόμουν και σ’ έφτυνα;

Ο Γιώργος γέλαγε, έσκαγε στα γέλια.

– Πώς είσαι τώρα;

– Έχω αλλάξει δεν θα με γνωρίσεις.

– Η φωνή σου είναι πάντα η ίδια. Θυμάσαι που σ’ έστελνα και μου αγόραζες σοκολάτα;

Όταν εγώ και η Χριστίνα δεν μπορούσαμε να ξεγελάσομε την αδελφή μου να της πάρομε το χαρτζηλίκι της, αφού το δικό μας το είχαμε φάει, έλεγα επιτακτικά στον Γιώργο:

– Γιώργο, πήγαινε να μου πάρεις μια σοκολάτα.

"Sponsored links"

– Τι σοκολάτα θέλεις;

– Γκοφρέτα, όχι μία, πολλές.

Και ο Γιώργος πήγαινε. Είχε πλούσιο χαρτζηλίκι το οποίο δεν το ‘τρωγε ποτέ μόνος. Το ‘τρωγε μ’ όλα τα παιδιά. πλούσια και φτωχά. Αριστοκρατικά ή πλέμπες. Δεν ξεχώριζε γι’ αυτό τον αγαπούσαμε όλοι.

Θυμάμαι την μητέρα του. Μια ψηλή γυναίκα. Ερχόταν συνέχεια στο σχολείο γιατί ήταν και ζωηρούλης κι έκανε σκανταλιές. Το σπίτι τους, ήταν ένα αρχοντικό, νεοκλασικό, στη Νεάρχου. Ήταν κοντά στα σχολεία και η μαμά του το διάλειμμα ερχόταν και του ‘φερνε κολατσιό μην της αδυνατίσει. Πάθαινε νευρική κρίση. Το ‘δινε στα παιδιά μόλις έφευγε η μάνα του.

Θυμάμαι εκείνη τη μέρα. Είχε κτυπήσει κουδούνι και είχαμε τον Μανουσάκη. Η μαμά του σταμάτησε στην πόρτα και του ‘δωσε μια μπουκάλα σοκολατούχο γάλα. Ο Γιώργος το δίνει στον διπλανό του που ήταν ο Δασκαλάκης ο Νίκος. Το παίρνει αυτός και χλου-χλου δυνατά το ρουφούσε σα νεροφίδα. Έτρωγε πολύ αλλά ήταν αδύνατος, στέκα.

Ακούει ο Μπούλης – μπαρδόν Μανουσάκης – τη φασαρία, σταματά. Αμάν, λέμε εμείς, τώρα θα εκραγεί. Όταν θύμωνε ο Μανουσάκης κοκκίνιζε πολύ! Είχε αρχίσει και άλλαζε χρώμα. Το χλου-χλου συνεχιζόταν. Ο Μανουσάκης είχε γίνει τώρα, κόκκινος σα πατζάρι.

Εμείς είχαμε σκάσε στα γέλια. Από μέσα μας. Δίνει ένα κτύπο στην έδρα, πετιούνται τα βιβλία κάτω. Και στα πρόθυρα του εγκεφαλικού, του Μανουσάκη, ακούμε ένα παρατεταμένο χλούουου.

Ο Νίκος άδειαζε μονορούφι το μπουκάλι. Το κρύβει κάτω απ’ το θρανίο το μπουκάλι και οσία Μαρία. Άντε να βρει ο Μπούλης ποιος έκανε τη φασαρία.

Ο Γιώργος!

Πριν κάποιους μήνες, ένας κύριος, λίγο ατημέλητος, αδύνατος, με γένια καστανόξανθα ερχόταν, έξω από το γραφείο μας στην Αποκορώνου.

Μας γελά ευγενικά και μας ρωτά τι κάνομε. Πρώτα ρωτά τον άντρα μου, μετά εμένα.

Κοντοστάθηκε λίγο, δεν μπήκε μέσα.

Του χαμογελάμε και του απαντάμε. Μετά από λίγες μέρες ξαναπέρασε. Πάλι τα ίδια. Τι να θέλει άραγε, αναρωτιόμουν. Κάτι θέλει αναρωτιόμουν. Τον κοίταξα καλά – καλά δεν μου θύμιζε κανέναν. Έγινε κάμποσες φορές.

Θα ‘ναι κουζουλός σκέφτηκα. Τέτοια σύμπτωση, Γιώργο πάντα «κουζουλό» σ’ έλεγα. Να μη σε γνωρίσω, Θέ μου τι τύψεις έχω.

Την τελευταία φορά που πέρασες είχες ξεθαρρέψει.

Πάτησες το κεφαλόσκαλο. Θα έμπαινες μέσα. Μα δεν πρόφτασες. Έμεινες εκεί και παρακολουθούσες τις εκφράσεις μου.

– Ααα, σκέφτομαι, κανείς κουζουλός θα ‘ναι.

Τι πως είναι ευγενικός, και έχει γλυκειά έκφραση. Καλά, μου το λέει ο Νίκος να μην αναμαζώνω τους κουζουλούς, γιατί θα βρω καμιά μέρα τον μπελά μου. Έχασα τον ένα κουζουλό που μου ‘λεγε πως είναι αρχηγός κράτους, πως θα σώσει αυτός την Ελλάδα, πως θα εκθρονίσει τον προδότη τον Τσίπρα και θα γίνει αυτοκράτορας και μετά θα παντρευτεί την Κωνσταντίνα την τραγουδίστρια που τελευταία την έβρισκε γριά και ήθελε τώρα την Πάολα.

Κανείς τέτοιος λέω θα ‘ναι, να τον ξαποστείλω. Να του αγριέψω να μην ξανάρθει!

Ο Γιώργος, κοίταζε τις εκφράσεις μου.

Όταν σκέπτομαι κάτι, φαίνεται στο πρόσωπό μου. Δεν μπορώ να τ’ αλλάξω. Είχε κοκκαλώσει στο κεφαλόσκαλο.

Αλλά δεν ήταν θυμωμένος. Ήταν μειλίχιος, είχε ένα χαμόγελο. Πού το ξέρω αυτό το χαμόγελο. Πού το ξέρω έλεγα.

Έφυγε! Ήρεμα, με το κεφάλι ψηλά, με μια ευγενική έκφραση. Όχι έκφραση αλλοπαρμένη, κουζουλού. Είχε έκφραση κυρίου. Τώρα ξέρω ότι αυτό το χαμόγελο, ήταν το χαμόγελο που έπαιρνες όταν με πείραζες – πάντα αδελφικά και αθώα – γιατί βρήκες στο βλοσυρό μου πρόσωπο το αγριεμένο το κοριτσάκι που σ’ έδερνε και γέλαγες.

Και ήταν ωραία τα παιδικά μας χρόνια. Και τ’ αποχαιρέτησες! Δεν ξαναπέρασες. Και γω ντρέπομαι τώρα που σε κατάλαβα μετά που πέθανες. Που είδα την φωτογραφία σου. Αχ Γιώργο, τα παιδικά μας χρόνια τα αθώα, ήταν τα ωραιότερα. Τι σύμπτωση τραγική. Κουζουλό σε έλεγα τότε που με πείραζες, πάντα αθώα, κουζουλό σε είπα και τώρα που μ’ αποχαιρέτησες.

Υστερόγραφο: Η φωτογραφία και το κείμενο είναι δικό του από άλμπουμ μαθητικό.

Άννα Κωνσταντουδάκη – Αγγελάκη

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις