Πέθανε η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: “Το χρήμα περιορίζει την ψυχή σε τακτικές και της κλείνει το παράθυρο, δεν μπαίνει αέρας”

Κανένα σχόλιο

Έφυγε από τη ζωή η σπουδαία Ελληνίδα ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη. Ήταν πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της. Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσίευσε στο περιοδικό «Καινούργια εποχή» το ποίημά της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή του περιοδικού, γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!». Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση.

Άρθρα για την ποίηση και τη μετάφραση της ποίησής της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Είναι διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων: Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες.

"Sponsored links"

Τον θάνατό της ανακοίνωσε μέσω Facebook ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης.

Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.) Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών). Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Μια από τις πιο εμβριθείς συνεντεύξεις της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ήταν στην αξιόλογη εκπομπή της ΕΡΤ «Το Μαγικό των Ανθρώπων»

«Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ – Ο ουρανός της ποίησης και η ραγισμένη μνήμη»

Έργα της είναι:

Λύκοι και σύννεφα (1963) – Ποιήματα 63-69, (1971) – Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974) – Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977) – Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978) – Ενάντιος έρωτας (1982) – Οι μνηστήρες (1984) – Όταν το σώμα (1988) – Επίλογος αέρας (1990) – Άδεια φύση (1993) – Λυπιού (1995) – Ωραία έρημος ωραία η σάρκα (1996) – Η Ύλη Μόνη (2001) – Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος (2003) – Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα (2005) – Η ανορεξία της ύπαρξης (2011) – Ποίηση 1963-2011 (ανθολογία), εκδ. «Καστανιώτη» – Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, 2016 εκδόσεις Καστανιώτη.

Ακολουθεί συνέντευξη που είχε δώσει στις 10 ιανουαρίου του 2016 στην εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”:

Εκτός από την ποίηση, τι άλλο σας άρεσε;

«Μου άρεσε πολύ η κλασική μουσική. Ο πατέρας μου τη λάτρευε. Ακόμη ακούω Μότσαρτ και δακρύζω. Ετσι μεγάλωσα».

"Sponsored links"

Δακρύζετε εύκολα;

«Τώρα πια πολύ δύσκολα. Και μάλιστα το λέω και σε ένα ποίημα, «στέρεψε και των δακρύων μου η πηγή». Παλιά ναι, δάκρυζα πολύ εύκολα».

Τα βραβεία πώς τα αντιμετωπίζετε;

«Τα βραβεία είναι ένας φόρος τιμής και βεβαίως είμαι πολύ χαρούμενη και πολύ ευγνώμων. Και βέβαια δεν νομίζω ότι δεν τα αξίζω, όχι για τίποτε άλλο, για τις ώρες εργασίας».

Από μικρή ήσασταν η βαφτισιμιά του Καζαντζάκη. Το «εγώ» σας επηρεάστηκε;

«Είναι δυνατόν να μην επηρεαστεί; Ημουν έτσι και αλλιώς εξαίρεση και για έναν άλλο λόγο: κούτσαινα, ήμουν ανάπηρη και είχα συνηθίσει να είμαι η εξαίρεση. Μεγάλωσα με την ιδέα ότι ήμουν η εξαίρεση. Παρ’ όλο που κούτσαινα, χόρευα, είχα το ποδήλατό μου και με κοίταζαν όλοι με απορία. Εχω συνηθίσει να με κοιτούν με απορία».

Για τα αρνητικά που σας έκαναν να είστε «εξαίρεση» έχετε κλάψει ποτέ μόνη σας;

«Θα πρέπει να έχω κλάψει για την αναπηρία, αλλά δεν το θυμάμαι. Είναι και πολλά τα χρόνια. Πάντως δεν θυμάμαι εξαιτίας της αναπηρίας μου να έχω βρεθεί γενικά σε θλιμμένη ψυχική κατάσταση. Απλώς θυμάμαι να εντείνω την ενεργητικότητά μου».

Η ενεργητικότητα έφερε και το γράψιμο;

«Οι γονείς μου ήταν φοβερά μορφωμένοι και δεν θυμάμαι ποτέ να μην έγραφα. Δεν θυμάμαι ποτέ να μη μου διάβαζαν ποιήματα, μυθιστορήματα».

Ελληνικό αστικό περιβάλλον με την αληθινή έννοια του όρου;

«Λέω πάντα ότι είμαι μια γνήσια Ελληνίδα γιατί η μητέρα μου ήταν από την Πάτρα όπου είχαν όπερα πολύ πριν από την Αθήνα και ο πατέρας μου Ανατολίτης από το Τσανάκαλε. Ο Καζαντζάκης τον έλεγε «μεγάλε Ανατολίτη μου». Είμαι ίδιο προϊόν με την Ελλάδα, σύζευξη Ανατολής και Δύσης».

Εχετε φωτογραφία με την νταντά σας σε πολύ περίοπτο σημείο. Αυτή η γυναίκα σάς επηρέασε κάπως;

«Η Νίνα ήταν μακρινή απόγονος του Λασκαράτου, το επίθετό της ήταν Λασκαράτου. Γελούσαμε πολύ, τη λάτρευα, ήταν απίθανη. Ηταν πάρα πολύ φτωχή, έκανε μαθήματα και οικιακά, για να ζήσει τη μητέρα της. Εμαθα να μιλάω και ρωσικά αφού ήταν Ρωσίδα. Ο πατέρας μου, που ήξερε εφτά γλώσσες, λάτρευε τους Ρώσους».

Εχετε διαβάσει Ντοστογέφσκι από το πρωτότυπο;

«Βέβαια».

Αποτέλεσε και κάποιου είδους σημείο αναφοράς στη γυναικεία σας πλευρά;

«Οχι. Βέβαια ήταν μια χαρά, νόστιμη, και παρότι είχε πολλά βάρη οικογενειακά, έβλεπε και κάποιους πού και πού. Ηταν γλύκα, σκέτη γλύκα».

Στη διάρκεια της νεαρής σας ηλικίας, εκτός από τους γονείς ποιος άλλος ήταν δίπλα σας;

«Ο άντρας μου. Δεν ήταν μόνο δίπλα μου σαν σύζυγος με την επίπεδη έννοια, ήταν πολύ μορφωμένος, είχε έναν φοβερά ήρεμο χαρακτήρα, ήταν ένας κλασικός Αγγλος, με την καλή έννοια, ήταν ο σύντροφός μου, ο βοηθός μου. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσα να είμαι σήμερα εκεί που είμαι. Ηταν το στήριγμά μου».

Την απώλειά του πώς τη διαχειριστήκατε;

«Δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμη, παρά τα χρόνια που τον έχω χάσει. Αντί να τον ξεχνώ, πιο πολύ τον θυμάμαι».

Οι απώλειες είναι ένας πολύ σκληρός τρόπος για να ανακαλύψουμε αλήθειες. Μάθατε κάποια αλήθεια από τις απώλειές σας;

«Οχι στη δική μου περίπτωση. Μπορώ να το φανταστώ για άλλους ανθρώπους αλλά όχι για εμένα».

Το κοντινό διάστημα στις απώλειες είναι δημιουργικό ή απλώς ανασυντάσσετε τον εαυτό σας;

«Ο πόνος, η θλίψη, η απώλεια στοιβάζονται μέσα σου και κάποια στιγμή, που αρχίζει η ώρα της κάποιας θεραπείας, δεν το ξεπερνάς, απλά εξακολουθείς να ζεις, τότε αρχίζεις να γράφεις».

Αρα συμφωνείτε ότι ο χρόνος δεν γιατρεύει τα πράγματα, απλώς τα βάζει σε μια σειρά…

«Ακριβώς. Και βεβαίως, αφού τα βάλει σε σειρά, η ζωή εξακολουθεί και έχουμε άλλες προτεραιότητες πόνου».

Η πολιτική έπαιζε κάποιον ρόλο στο σπίτι σας;

«Ο πατέρας μου ήταν αριστερός αλλά δεν ήταν ενεργός αριστερός, όπως και ο Καζαντζάκης».

Ο Καζαντζάκης ήταν ουσιαστικά αριστερός;

«Πνευματικά αριστερός. Σιχαινόταν όλη αυτή την κατάσταση του πολέμου και μετά, όταν άρχισε να γίνεται γνωστός, τον σφραγίσανε με την κόκκινη σφραγίδα του κομμουνιστή και γι’ αυτό έφυγε από την Ελλάδα και δεν ξαναγύρισε ποτέ».

Και μετά αρχίσατε να αλληλογραφείτε;

«Ναι. Γι’ αυτό και όσο ήταν ζωντανός δεν του έσφιξα ποτέ το χέρι. Στα βαφτίσια μου δεν μπόρεσα. Αργότερα, όσο ήταν στη Γαλλία, ανταλλάσσαμε διαρκώς γράμματα, αλλά ήθελα τόσο πολύ να ακούσω τη φωνή του, να τον μυρίσω και δεν πρόλαβα».

Μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να ασχοληθείτε με την πολιτική;

«Οχι, δεν ήταν το στυλ μου. Βέβαια ήξερα τι γινόταν γύρω από την πολιτική, αλλά από την αρχή ήμουν μέσα στα γράμματα και στην ποίηση».

Στη ζωή σας ποια εποχή σας άρεσε πιο πολύ και ποια καθόλου;

«Ολες μου οι εποχές, εκτός από αυτή που ζω τώρα, μου άρεσαν πάρα πολύ γιατί καθεμία είχε τα δικά της φρούτα. Tώρα με καταθλίβει η ιδέα πως έχω σχέση μόνο με τα γεράματα».

Εχετε γράψει έναν στίχο «το σώμα χωρίς το μύθο του, ένα επιχείρημα που δεν πείθει». Γραμμένος από εσάς καταρρίπτει μια υποκρισία των ανθρώπων.

«Η υποκρισία για πολλούς είναι απολύτως αναγκαία βιωματικά. Δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς υποκρισία. Δεν μπορούν να ζήσουν αυτό που είναι και πρέπει να υποκριθούν ότι είναι κάποιος άλλος για να επιβιώσουν. Αυτό είναι το τραγικό».

Καμιά φορά όμως οι άνθρωποι προσποιούνται για να επιβιώσουν κυριολεκτικά.

«Σωστά. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που λέω «αυτός είναι γνήσιος». Το «γνήσιος» είναι το βασικό. Η θεά μου είναι η φυσικότητα».

Δεν είναι και κάπως ανακουφιστική η φυσικότητα;

«Τι θα πει φυσικότητα; Ανακούφιση θα πει».

Αν ήταν να δώσετε μία και μοναδική εντολή στο σώμα σας ποια θα ήταν;

«Να περπατάω και να κάνω βόλτες στο νησί μου, την Αίγινα, που τη λατρεύω. Τώρα δεν μπορώ να κάνω βόλτες. Να κάνω ποδήλατο. Δεν μπορώ να κάνω ποδήλατο. Δεν έχω κανένα παράπονο από τη ζωή, μόνο που έχει έναν κακό απαραίτητο κανόνα: το γήρας. Και αυτή δεν φταίει η καημένη. Ετσι είναι η ζωή».

Τελικά η ζωή στα βασικά της μυστήρια παραμένει απαράλλακτη;

«Η ζωή και ο θάνατος αλλάζουν; Δεν αλλάζουν. Γεννιέσαι από μια κοιλιά, πεθαίνεις, καταλήγεις μέσα στη γη. Αυτά δεν αλλάζουν».

Δεν έχει μια χυδαιότητα ο θάνατος;

«Αυτό είναι προσβολή του θανάτου. Θα πειραχτεί, τον θίγετε. Τα ιερά πράγματα δεν μπορούν να έχουν χυδαιότητα. Οσο αρνητικός και να είναι, είναι ιερός γιατί καθορίζει τη ζωή μας».

Τι άλλο είναι ιερό εκτός από τη ζωή και τον θάνατο;

«Ο έρωτας. Ο αληθινός έρωτας που τον ζεις ολόκληρο και όχι κοινωνικά. Τώρα, βέβαια, οι άνθρωποι παντρεύονται χωρίς έρωτα αλλά γι’ αυτό ακριβώς παραμένει ιερός».

Ενας στίχος σας λέει «οι περισσότεροι άντρες είναι κακοί εραστές του συγκεκριμένου. Ας το θυμόμαστε καλά αυτό πριν ξαναερωτευτούμε τα άστρα».

«Οι άντρες τη στιγμή που είναι εραστές σκέφτονται κάτι άλλο, και εμείς οι γυναίκες νομίζουμε ότι έχουμε τον ουρανό με τα άστρα. Ετσι γίνεται».

Ολα μια παρεξήγηση δεν είναι σε αυτή τη ζωή;

«Ε, ναι. Αν ήμασταν ακριβολόγοι, θα τα είχαμε παρατήσει προ πολλού».

Σε σχέση με αυτό και τα νέα παιδιά, διακρίνετε κάτι που να σας ανησυχεί;

«Διακρίνω ότι είναι είλωτες του καινούργιου θεού, του χρήματος, και της αρραβωνιαστικιάς του, της κατανάλωσης. Ακόμη και τα παιδιά που μεγαλώνουν και δεν συμφωνούν με αυτό, γίνονται είλωτες αυτής της λογικής γιατί πρέπει να επιτύχουν οικονομικώς. Δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουν κάνοντας αυτό που αρέσει στην ψυχή τους».

Με κάποιον τρόπο στην Ελλάδα αυτό δεν συνέβαινε πάντα; Και την εποχή της μεγάλης ένδειας, και της μεγάλης άνεσης.

«Αλλο να λαχταράς να βγεις από τη μιζέρια για να κάνεις αυτό που θέλεις, γιατί με τη μιζέρια δεν μπορείς να δοθείς, δεν μπορείς να πεινάς και να γράφεις ποιήματα, και άλλο να μην έχεις καμία μιζέρια και να θες απλώς να γίνεις πιο πλούσιος».

Πιστεύετε ότι τα παιδιά φτιάχνουν με το μυαλό τους καινούργιες μιζέριες οι οποίες δεν ισχύουν;

«Δεν φταίνε τα παιδιά, είναι οι κανόνες που ισχύουν, που επιβάλλονται. Η δικτατορία του χρήματος. Υπολογίζεις ότι βγάζεις ένα ποσό και μετά δεν το βγάζεις. Μπορεί να φτάνουν για να φας αλλά η κοινωνία λέει «μόνο με αυτά θα είσαι;». Ψυχολογικοί είναι περισσότερο οι λόγοι που ασχολείσαι μόνο με το χρήμα. Είπα στις φίλες μου ότι άνοιξα μία ημέρα τα ντουλάπια μου και είδα πως και εκατό χρόνων να πάω, έχω ρούχα. Γιατί να πάρουμε τα φετινά, είναι πιο ωραία; Μου λένε ότι επειδή δεν με κοιτάει κανείς, γι’ αυτό δεν θέλω να έχω ωραία ρούχα. Οχι, δεν είναι γι’ αυτό. Πάντα έτσι ήμουν».

Εσείς έχετε εκκρεμότητες μέσα σας σε σχέση με αυτά που θέλατε να κάνετε;

«Οχι. Ημουν πολύ τυχερή σε αυτό. Πάντα λάτρευα τις γλώσσες, και όταν πήγα και έζησα με την Ελένη Καζαντζάκη στη Γενεύη, στο πανεπιστήμιο, εκεί η αγάπη για τις γλώσσες έγινε το επάγγελμά μου. Ολη μου τη ζωή αυτό έκανα. Και λόγω της μανίας με την ποίηση, μετέφραζα περισσότερο ποίηση».

Η Ελένη πώς ήταν με εσάς;

«Νομίζω ότι τη βοήθησα πολύ που ήμουν μαζί της. Ημασταν πάρα πολύ δεμένες. Οταν πέθανε ο Καζαντζάκης, έπειτα από έξι μήνες τελείωσα το σχολείο και πήγα στη Νίκαια, και μετά που αποφάσισε να πάει στη Γενεύη πήγα μαζί της».

Είστε από τους λίγους ανθρώπους που θα μπορούσατε να μας πείτε για την ενέργεια του Καζαντζάκη. Υπήρχε τριγύρω όταν πέθανε;

«Αντιλήφθηκα ότι ήταν συνέχεια παρών και η Ελένη μιλούσε συνέχεια για αυτόν. Μου έλεγε ιστορίες που δεν ήξερα και ζούσαμε μέσα στην ατμόσφαιρα του Καζαντζάκη».

Μπήκατε ποτέ στον «Μεγάλο πειρασμό» να πιστέψετε στον Θεό;

«Οχι. Μάλλον ναι, μπήκα στον πειρασμό αλλά πάντοτε ήμουν αυστηρά στο όχι. Δεν πίστεψα στον Θεό αλλά δεν πέρασε ούτε μία ημέρα στη ζωή μου που να μη ζούσα με την υπαρξιακή αγωνία πώς βρεθήκαμε εδώ κ.τ.λ. Το ερώτημα δεν σταματάει ποτέ, έστω και αν δεν υπάρχει πίστη».

Υπάρχει κάτι που φαντάζεστε με βεβαιότητα για το μέλλον;

«Δεν έχω τέτοια φαντασία. Το μέλλον γίνεται όλο και πιο πολύπλοκο, απλώς ελπίζω, και εύχομαι, και κλαίω να μη χειροτερέψουν τα πράγματα και στερέψει η ψυχή του ανθρώπου και δεν έχει πια αισθήματα και συναισθήματα».

Η ψυχή του ανθρώπου γίνεται να στερέψει;

«Αυτό που λέγαμε πριν για το χρήμα. Περιορίζει την ψυχή σε τακτικές και της κλείνει το παράθυρο, δεν μπαίνει αέρας. Τα πάντα να είναι μυαλό και σώμα».

Είναι ωραίο που ακόμη ζείτε στα Εξάρχεια;

«Αλλαξαν πάρα πολύ. Ηταν μια περιοχή διανόησης. Εμεναν πολλοί συγγραφείς. Τώρα όμως είναι μια επικίνδυνη περιοχή απ’ όπου όλοι φοβούνται να περάσουν».

Αν γράφατε ένα γκραφίτι στα Εξάρχεια, ποιο θα ήταν;

«Θα έγραφα «Τι ωραία που ήτανε πριν εδώ»».

Η κρίσιμη λέξη που θα σας οδηγήσει σε ένα ποίημα έχει πίσω της μεγάλο βάσανο;

«Δεν βασανίζομαι να βρω τη λέξη, έρχεται μόνη της και από εκεί το ποίημα κυλάει μόνο του. Αν δεν έρθει η λέξη, είναι δική της επιλογή, δεν είναι δική μου. Για μένα η λέξη είναι το δώρο».

Ρίχνοντας μια ματιά προς τα πίσω, αν ήταν να συνοψίσετε τη ζωή σας σε μία φράση;

«Επειδή λέω ότι έδωσα ένα ακριβό εισιτήριο στη ζωή μπαίνοντας με την αναπηρία μου και επειδή τα πράγματα από εκεί και πέρα μου πήγαν αληθινά καλά, θα έλεγα ότι «το εισιτήριο της ζωής δεν ήταν τελικά ακριβό». Μου έδωσε πολλά περισσότερα».

Ποιητικό υστερόγραφο

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

Υπαρξιακές ερωταποκρίσεις 

Τι ωραίος που ήταν ο έρωτας!
Πολιορκούσε χωρίς ενοχές
πολεμούσε χωρίς αιχμές, χωρίς φιλοδοξίες.
Λιοπύρι τα μεσάνυχτα
καλοκαιριά στον πάγο
έρωτας, το αντίθετο του αληθινού
έδινε στο πραγματικό ουσία.
Ήταν ωραία η ευωδιά του ιδρώτα
σοφά τα συμπεράσματα της σάρκας τότε
της σάρκας, της πιο παραμελημένης θεάς.
Τη ζωή μου βλέπω τώρα
σαν ένα ντοκιμαντέρ
που δείχνει σπάνια της φύσης πουλιά
ξεχασμένες του κόσμου ακτές
απλησίαστες κορφές.
Τις κινήσεις της ψυχής μου
παρακολουθώ στην οθόνη.
Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή
για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον;
Το ψέμα; Την αλήθεια;
Ή αφήνεται στη φυσικότητα του είναι;
Ποιανού «είναι»;
Πώς μπορεί να υπάρξει «είναι» χωρίς μέλλον;
Όταν πια μόνο μια κάποια ιδέα οδηγεί στο σώμα
μόνο τ’ όνειρο φέρνει το πάθος;
Όσο για τον έρωτα τον τελευταίο
είναι σαν τον πρώτο:
βλασταίνει στο χωράφι του Πλάτωνα.

Τα έντερα και τα άλλα 

Το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη για τον θάνατο της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ

Το Διοικητικό Συμβούλιο και το προσωπικό του Μουσείου Καζαντζάκη με λύπη πληροφορήθηκαν τον θάνατο της ποιήτριας και βαφτισιμιάς του Νίκου Καζαντζάκη, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ. Η ιδιαίτερη γραφή της στόλισε τα Ελληνικά Γράμματα αφήνοντας πίσω ένα πλούσιο και σπουδαίο ποιητικό αλλά και μεταφραστικό έργο.

Η ίδια διατηρούσε εξαιρετική σχέση με το Μουσείο, το οποίο τελευταία φορά επισκέφτηκε το 2010, στα εγκαίνια της Νέας Μόνιμης του Έκθεσης, και μίλησε στο κοινό για τον νονό της και το πώς εκείνος συνέβαλε στο να λάβει το ποιητικό της χρίσμα.

Στο αρχείο της διατηρούσε επιμελώς τις επιστολές που ο Νίκος Καζαντζάκης έστειλε στην οικογένειά της και κυρίως στον πατέρα της, Γιάννη Αγγελάκη, έμπιστο δικηγόρο και στενό του φίλο, με τον οποίο αλληλογραφούσε για πολλές δεκαετίες. Τις επιστολές αυτές τις δώρισε στο Μουσείο, δίνοντάς του τη χαρά να τις μοιραστεί με το κοινό, σε μια έκδοση που κυκλοφόρησε το 2013.

Καρτ ποστάλ Νίκου Καζαντζάκη προς Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ
Καρτ ποστάλ Νίκου Καζαντζάκη προς Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

Στον πρόλογο της έκδοσης, που επιμελήθηκε ο Θανάσης Αγάθος, επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ γράφει:

…«Ποτέ τα πράγματα δεν ήταν τόσο εφήμερα· από μιαν τρίχα κρέμεται σήμερα ο κόσμος. Μέσα στην τραγικήν ετούτη ατμόσφαιρα βλέπω πια τα πάντα και τον εαυτό μου και τη γυναίκα μου και τους ανθρώπους που αγαπώ. Ω ήλιε, morituri te salutant! Χαιρετώ τη βαφτιστικιά μου· ο Θεός, για το χατήρι της, ας με βγάλει ψεύτη!» (24/8/50).

Σήμερα, πάνω από εξήντα χρόνια μετά –σύμπτωση ή η αδιάκοπη ροή της ιστορίας;– ο κόσμος πάλι «από μια τρίχα κρέμεται». Όχι, ο Θεός δεν έβγαλε ψεύτη τον Νίκο Καζαντζάκη. Βιώνω κι εγώ τώρα «την τραγική ετούτη ατμόσφαιρα» που μέσα απ’ αυτήν «βλέπεις τα πάντα ως και τον εαυτό σου». Κι έχω ακριβώς την ηλικία που είχε ο νονός μου όταν άφησε τούτο τον (μάταιο;) κόσμο. Νιώθω τώρα πόσο σωστό είναι το γαλλικό ρητό που αναφέρει ο Ν. Κ.: ‘‘La jeunesse ne vient qu’avec l’âge’’ («Η νιότη δεν έρχεται παρά με την ηλικία»), δηλαδή όταν έχουν βαρύνει οι ώμοι σου από τα χρόνια, τότε καταλαβαίνεις πόσο ειλικρινής ήταν ο χρόνος κάποτε.

Ένα από τα σταθερά δώρα της νιότης είναι η φυσικότητα που αναπτύσσεται αφού δεν υπάρχει η εμπειρία του αντίθετου για να επηρεάσει τα βιώματά σου. Είχα μεγαλώσει κάτω από τη σκιά του νονού μου, του Νίκου Καζαντζάκη, που ήταν πάντα στο εξωτερικό, έξω από τη ζωή μου. Έτσι μου φάνηκε φυσικό –και αστείο– όταν μου έγραψε μετά την πρώτη μου δημοσίευση στην Καινούρια Εποχή (11/10/56): «Νεαρό κλωσσοπούλι του Παρνασσού, μη με ντροπιάσεις». Ήμουνα το κλωσσοπούλι, αλλά και το Άγιο Πνεύμα (21/5/57): «Χρόνια πολλά, καλά κι ο Θεός μαζί Σας πάντα, να σκέπει πάντα την Αγία Τριάδα Σας, όπου η Κατερίνα συμβολίζει το Άγιο Πνέμα». Άλλη μεγάλη εύνοια της τύχης ήταν η εξαιρετική πνευματική ποιότητα και της μητέρας μου και του πατέρα μου, πράγμα που εξηγεί βέβαια την αδυναμία που τους είχε ο Καζαντζάκης.

Κι έρχεται η αρνητική πλευρά της τύχης μου· η αναπηρία μου, που με βρήκε με την είσοδό μου στη ζωή. Έτσι έχω πάντα στο νου μου, σαν έμμονη ιδέα, την εικόνα της ζυγαριάς. Κάτι καλό συμβαίνει, πανηγυρίζεις για την τύχη σου και δεν βλέπεις πως στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς κάτι κακό μπαίνει.

Κούτσαινα όλη μου τη ζωή, αλλά όταν ήμουνα 11 χρονών, ο Καζαντζάκης έγραψε στους γονείς μου:

«Χαιρετώ τη γενναία συνάδελφο, την Κατερίνα, που γρήγορα θα πιάσει την πένα να με παραμερίσει. – Τράβα να περάσω, τόπο στους νέους! θα μου πει κ’ εγώ θα της δώσω την ευκή μου, να με ξεπεράσει».

Ελπίζω να μη θεωρηθεί οίηση η αναφορά μου σ’ αυτά τα γράμματα του νονού μου. Απλά θέλω να πω πως η εξοικείωση με ουσιαστικές, πραγματικές αξίες αξίζει όσο άπειρες μελέτες ή, όπως λέει ο Ν. Κ. ότι είπε ο Βούδας: «Η ορατή παρουσία αξίζει 88.000 αόρατες παρουσίες».

Μεγάλωνα και με ανυπομονησία περίμενα να τελειώσω το Γυμνάσιο, να πάω στη Γαλλία να σπουδάσω και να μείνω με τον Νίκο και την Ελένη Καζαντζάκη (θείτσα Λένη την έλεγα). Αλλά λίγο πριν ξεκινήσω ο Ν. Κ. πέθανε στο Freiburg στις 26 Οκτωβρίου 1957. Πήγα βέβαια στη Γαλλία, έμεινα με την Ελένη, μετακομίσαμε μετά στη Γενεύη, όπου τέλειωσα τη Σχολή Μεταφραστών και Διερμηνέων.

Το παράπονο της ζωής μου είναι ότι καμιά ανάμνηση δεν έχω του νονού μου. Ούτε 7 χρονών δεν ήμουνα όταν έφυγε απ’ την Ελλάδα για να μην ξαναγυρίσει. Δεν κράτησα το χέρι του ποτέ, δεν έψαξα μέσα στο βλέμμα του τη δική του αλήθεια, δεν μπόρεσα να τον ρωτήσω, να αρθρώσω όλες τις ερωτήσεις –φυσικές και μεταφυσικές– που είχε συσσωρεύσει μέσα μου. Αλλά ήταν σαν να είχα ζήσει μαζί με τον Άγιο Φραγκίσκο –τον «Φτωχούλη του Θεού»–, τον Αλέξη Ζορμπά, τον Καπετάν Μιχάλη, σαν να ήταν όλοι πρόσωπα της οικογένειάς μου.

Άλλη πολύτιμη για μένα κληρονομιά που μ’ άφησε ο νονός μου ήταν η πίστη-απιστία στον Θεό. Αυτή η σύνθεση ανάμεσα στην έλλειψη ελπίδας για μια προστασία, μια δικαιοσύνη, ακόμη και για μια «μετά θάνατον» ζωή και μαζί μια αδιάκοπη αίσθηση του μυστηρίου που μας έφερε στη ζωή, που φύτεψε τα δέντρα, που στη φλόγα ρίχνει βροχή. Μια αίσθηση ότι η παντοδυναμία της ζωής νικάει την απουσία του Θεού.

Με πληροφορίες από ethnos.gr

Στα : Ελλαδα

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις