Πέτρινα χρόνια σε πέτρινο τόπο: Το “ποτέ” δεν τελειώνει…

Κανένα σχόλιο

Του Δρ. Γιάννη Θ. Πολυράκη
Γεωπόνου-Συγγραφέα

Ηταν δεν ήταν πέντε χρονών ο Γιάννης, το μικρό ξυπόλυτο βοσκαρούδι. Ένα με τη τραχιά τη φύση που μεγάλωνε στο ορεινό χωριό του το χαμένο στην απεραντοσύνη του πευκοδάσους, των ασφόδελων, των θυμαριών και της φασκομηλιάς, στους πρόποδες των Μαδάρων, σ’ένα υψόμετρο που ξεπερνούσε τα εφτακόσια μέτρα. Πού το’χανες, πού το’βρισκες, πάντα πίσω από τη μάνα του την κυρά-Μαριγώ: Πότε στο πότισμα του μποστανιού εις τα πηγάδια του μικρού χωριού, πότε εις το κορυφολόγημα του αμπελιού της οικογένειας, πότε εις το μικρό κοπάδι με τις γίδες, ακόμη και στη γειτονιά, σαν πήγαινε η μάνα τα βραδάκια για να συντροφιαστεί με άλλες χωριανές, να συζητήσουν και να κουτσομπολέψουν, έτσι για να «σκοτώσουν» λίγο το χρόνο της ατελείωτης εκείνης ερημιάς στο βοσκοχώρι. Δεν ύπαρχαν την εποχή εκείνη ραδιόφωνα. Για τηλεόραση, ούτε λόγος. Δεν ύπαρχε εξάλλου τηλεόραση πουθενά στη μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα.

Θα ήταν γύρο στα 1954!…Πέτρινα χρόνια σε πέτρινο τόπο…

"Sponsored links"

Ηταν ο Γιάννης, το μικρότερο βλαστάρι από τα πέντε παιδιά της οικογένειας, μα σαν ήταν και το πιο καχεχτικό και αρρωστιάρικο, συγκέντρωνε την προσοχή της μάνας…

…`Ηταν ένα φθινοπωριάτικο μεσημέρι, σαν ήλθε το μαντάτο στο χωριό. Το πρόφτασε στην κυρά-Μαριγώ η κοντινή γειτόνισσα, η κυρία Κατερίνα: Πέθανε η γριά Ντουλτσίνα στο διπλανό χωριό. Το’λεγε σιγανά, θλιμμένα η γειτόνισσα, άκουγε η μάνα και κουνούσε χέρια και ώμους μ’έμφαση, κάτι ψιθύριζε που δεν το άκουγε ο μικρός, μα που όλα τούτα του’στελναν στα εσώψυχα μια θλίψη αόριστη και μια πρωτόγνωρη ανησυχία. Το’νοιωθε πως κάτι κακό έγινε, μα δεν εμπόραγε να το προσδιορίσει με σαφήνεια. `Εστησε όμως το αυτί και μπήκε σε μια φάση αναμονής.

«Εγώ δε θα μπορέσω να’ρθω στην κηδεία, έχω και τη Μαιρούλα, άρρωστη…», έλεγε η γειτόνισσα.

«Εγώ, θα πάω…», της αποκρίθηκε η μάνα.

«Πού θα πας μάνα;» τη ρώτησε όλο ανησυχία ο μικρός.

Στράφηκε στο βλαστάρι της η μάνα, το καθησύχασε με λόγια αργά και τρυφερά, μα κομπιαστά:

«Θα πάω στην κηδεία γιε μου, μιας γριάς στ’άλλο χωριό…εσύ δεν μπορείς να’ρθεις γιατί είσαι μικρός και θα μου κουραστείς…εξάλλου τα μικρά δεν πάνε στις κηδείες…θα είσαι εδώ με τα αδέλφια σου…και δε θ’αργήσω να γυρίσω…».

Τρόμαξε ο Γιάννης. Δε «χώνεψε» το λόγο που θα έφευγε η μάνα, αγνοούσε και μήτε και το ενδιέφερε ο όρος της «κηδείας», για κείνο σημασία είχε πως… θα’φευγε η μάνα. Κι αν δεν γύριζε; Τι θα γινότανε εκείνος χωρίς μάνα; Φούντωσε ο πανικός στα στήθια του παιδιού!

«Θα’ρθω κι εγώ…», είπε και κοίταζε τη μάνα του κατάματα.

"Sponsored links"

«Όχι, δεν θα’ρθεις…» απάντησε αποφασιστικά και αυστηρά η μάνα.

«Θα’ρθω…»…«δε θα’ρθεις…», τούτη η έντονη λογομαχία κράτησε όσο η μάνα έμπαινε στο εσωτερικό του σπιτιού και ετοιμαζότανε με φούρια για την κηδεία της γρια-Ντουλτσίνας. Κάποια στιγμή, έχασε την υπομονή της, περνούσε και η ώρα, έπιασε ένα κλαδί ελιάς που μόλις είχε ξεφυλλίσει η οικόσιτη η γίδα τους κι έδωσε αρκετές ξυλιές στον πισινό και στα γυμνά τα ποδαράκια του μικρού. Εκείνο ξεφώνιζε, ούρλιαζε, μα δεν ένοιωθε πόνο. `Οσο τις έτρωγε, τόσο σιγουρευόταν ότι…δεν θα ξανάβλεπε τη μάνα. Άλλη εξήγηση δεν εύρισκε στο ξαφνιασμένο όσο και θολωμένο μυαλουδάκι. Γιατί τον έδερνε αφού ήταν κάτι που ποτέ δεν είχε κάνει άλλη φορά; Μήπως ήταν σημάδι πως …δεν το αγαπούσε πλέον κι …έφευγε από το σπίτι;

…Κουράστηκε η μάνα, πέταξε μακριά το λιόκλαδο και κίνησε με φούρια…περνούσε και η ώρα…ήταν και μιας ώρας δρόμος που την περίμενε…δεν ήθελε να πάει τελευταία εις την εξώδιο ακολουθία της γριάς… `Εφυγε χωρίς να ρίξει μήτε μια ματιά στα πίσω κι έτσι δεν πρόσεξε καθόλου πως από μακριά μα διακριτικά, έπαιρνε το κατόπι της το «ψιμοπούλι» (σαν έλεγε χαϊδευτικά το στερνοπαίδι της)…

…Είχαν πια απομακρυνθεί αρκετά απ’το χωριό, όταν ένα ξαφνικό φτέρνισμα του μικρού, έκανε τη μάνα να στρέψει το κεφάλι αλαφιασμένη προς τα πίσω….είδε το παιδί με μάτια κόκκινα από το κλάμα να την ακολουθεί από μακριά αθόρυβα…Ξαφνιάστηκε…νευρίασε…περνούσε και η ώρα…δεν θα πρόφτανε την κηδεία, αν γύριζε στο σπίτι τον μικρό…πήρε τη «μεγάλη» απόφαση:

«`Ελα, παλιόπαιδο…έλα μαζί μου…να δούμε τι θα καταλάβεις…», είπε και κοντοστάθηκε να περιμένει το Γιάννη.

Εκείνος, επιτάχυνε το ζάλο κουτσαίνοντας ελαφρά μιας και τα γυμνά του πέλματα ήτανε ήδη πληγιασμένα από τις αγριόπετρες του πετροφύτευτου μονοπατιού. Μα δε νοιαζότανε για πόνο. Σημασία για τον μικρό είχε πως πρόφτασε τη μάνα….την έφτασε…άπλωσε το χεράκι του να πιάσει το δεξί της χέρι, μα εκείνη νευριασμένη το απώθησε και βάλθηκε να προχωράει με ταχύ ζάλο, μουρμουρίζοντας…Από κοντά και το παιδί, ησυχασμένο!…

…Κάποια στιγμή, έφτασαν στο διπλανό χωριό, τράβηξαν για το σπίτι της νεκρής. `Εξω, στην αυλή, ήταν συγκεντρωμένοι οι κάτοικοι του μικρού χωριού. Πρόσεξε ο μικρός πως ήταν όλοι σκεφτικοί, θλιμμένοι, σιωπηλοί…Κάτι τους είπε η μάνα που δεν έμοιαζε με το συνηθισμένο το χαιρετισμό που άκουγε, τους είπε κάτι για…«ζωή…». Δεν το κατάλαβε και δεν το ένοιαζε καθόλου, στο κάτω-κάτω, σημασία για κείνο είχε που ήταν με τη μάνα….τα υπόλοιπα, ήταν χωρίς σημασία. Μέσα από το σπίτι ακούγονταν γοερά κλάματα και μοιρολόγια. Η κυρά-Μαριγώ, προχώρησε προς το εσωτερικό του σπιτιού….από κοντά και ο μικρός…Μπήκαν μέσα…Αυτό που αντίκρισε ο μικρός, ήταν κάτι που πρώτη φορά βίωνε (μα διόλου δεν φανταζόταν πως τούτη η εικόνα και τα μετέπειτα κοντινά γεγονότα της θα του σημάδευαν τον ψυχισμό ολάκερη ζωή, θα του’βαζαν ερωτηματικά, διλήμματα και απορίες που δεν θα μπόραγε να βρει απόκριση ολάκερη ζωή εις τα μετέπειτά του χρόνια…)…Είδε μια γριά να είναι ξαπλωμένη πάνω σε μια σανίδα που την εστήριζαν δύο καρέκλες. `Ηταν ακίνητη, κίτρινη σαν το μελισσοκέρι που μάζευε ο πατέρας στον τρυγητό του μελισσόκηπού τους. Γύρω της, τρεις-τέσσερις μαυροντυμένες γυναίκες έκλαιγαν γοερά, δυνατά, ξεφώνιζαν, τραβούσαν τα μαλλιά τους…Τρόμαξε ο μικρός…Κρύφτηκε πίσω από το φαρδύ και μακρύ φουστάνι της μάνας, και κάποια στιγμή έφτασε στη μύτη του η μυρωδιά του λιβανιού…« άλλο και τούτο…», σκέφτηκε, μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, είδε στην πόρτα την επιβλητική παρουσία του παπά-Γιώργη με το θυμιατήρι στο χέρι που είχε αρχίσει να θυμιατίζει και να ψέλνει. Οι γυναίκες σταμάτησαν το κλάμα, σηκώθηκαν όρθιες και όλοι άρχισαν να σταυροκοπιούνται.

Σε λίγο, ήλθαν δυο μαυροντυμένοι άντρες. Σήκωσαν τη σανίδα μαζί με τη γριά, πιάνοντας ο ένας τη σανίδα κάτω από τις γάμπες και ο άλλος κάτω από το κεφάλι της νεκρής. Βγήκαν από το σπίτι, μπροστά πήγαινε ο παπα-Γιώργης, πίσω οι δυο μαυροντυμένοι άντρες και ξοπίσω οι γυναίκες που κίνησαν πάλι μοιρολόγια που έκαναν το μικρό παιδί ν’ανατριχιάζει και να γαντζώνεται όλο και περισσότερο στο φουστάνι της κυρα-Μαριγώς προκαλώντας της κάποια δυσφορία, σαν της δυσκόλευε το ζάλο.

Ετσι σε πομπή, διέσχισαν τα στενά σοκάκια του χωριού και φτάσανε σε μια εκκλησία. Μπήκαν μέσα. Απόθεσαν και πάλι τη σανίδα με τη γριά σε δυο καρέκλες, γύρο της στάθηκαν οι μαυροντυμένες γυναίκες σιωπηλές τώρα, καθώς ο παπα-Γιώργης άρχιζε τη λειτουργία. Η μικρή εκκλησία γέμισε από τους κατοίκους του χωριού, όλοι τους μαυροντυμένοι…

…Το παιδί, ένοιωσε αποπνικτικά. `Εγνεψε στη μάνα. Εκείνη έσκυψε και της ψιθύρισε στ’αυτί: «Μάνα, ζαλίζομαι…». Κατάλαβε η κυρά-Μαριγώ. Πήρε το παιδί από το χέρι και βγήκαν στον περίβολο της εκκλησίας. Εκεί, χαιρέτησε κάποιους γνωστούς κι έπιασε μαζί τους την κουβέντα.

Την προσοχή του μικρού, τράβηξε ένας ορθογώνιος λάκκος που «έχασκε» πιο πέρα. Τον είχε δει και στην άφιξη της πομπής, μα η περιέργεια γρήγορα νικήθηκε από το φόβο, μη χάσει δηλαδή τη μάνα αν πήγαινε να δει τί ήταν. Τώρα όμως, ήταν εκεί και η μάνα, ψιλοκουβέντιαζε, εξάλλου ο λάκκος ήταν κοντά. `Ηταν η ευκαιρία να ικανοποιήσει την παιδική του περιέργεια. Απομακρύνθηκε αργά-αργά, σίμωσε στην άκρη του λάκκου. Κοίταξε μέσα, έριξε μια εξεταστική ματιά…και γούρλωσε τα ματάκια του στο θέαμα π’αντίκρισε: Κόκαλα, πολλά κόκαλα μαυριδερά, μεγάλα, μικρά, μικρότερα και δυο κρανία με αράχνες στα ανοίγματά τους. Οπισθοχώρησε αλαφιασμένο, μα δεν έφυγε. Ξύπνησε μέσα του εκείνη η έμφυτη η ανθρωπίσια περιέργεια, ήθελε να δει, να ξαναδεί, να εξετάσει τούτα τα άγνωστα μα όσο και πρωτόγνωρα ευρήματα. Ξαναπλησίασε. Εκείνη τη στιγμή πλησίασε κι ένας μαυροντυμένος άντρας, έσκυψε μέσα στο λάκκο, πήρε τα δυο κρανία, τα περιέλουσε με κρασί. Στη συνέχεια τα έπλυνε καλά –πάντα με κρασί- κι απομάκρυνε σκόνες κι αράχνες, τα σκούπισε, τα έβαλε σε μια ολοκάθαρη άσπρη υφασμάτινη θήκη και τα απίθωσε σε μια γωνιά του λάκκου. `Υστερα, μάζεψε τ’άλλα μεγάλα κόκαλα και τα υπόλοιπα μικρότερα και τα απίθωσε σε μια άλλη γωνιά, λες κι έκανε χώρο για κάτι, αλλά τί;

Δεν καταλάβαινε τίποτα ο μικρός. Πρώτη του φορά έβλεπε τέτοια πράγματα. Ένα ξαφνικό συναίσθημα πανικού τον κυρίεψε κι επέστρεψε τρεχάτος στη σιγουριά της μάνας. Έκρυψε το κεφαλάκι του εις το φαρδύ φουστάνι κι έκλεισε τα μάτια, τα άνοιξε ξανά, τα έτριψε με το ύφασμα, λες και ήθελε να διώξει εκείνες τις πρωτόγνωρες εικόνες απ’τους φακούς των ομματιών, δεν το κατάφερε. Αργότερα, πολύ αργότερα κατάλαβε πως τούτες οι πρωτόγνωρες εικόνες είχαν βαθιά εντυπωθεί απ’το συνειδητό στο υποσυνείδητο, θα τον συντρόφευαν ολάκερη ζωή…

…Βήματα ομαδιαστά, έκαναν το μικρό να σύρει το κεφάλι έξω απ’το φουστάνι της μάνας. Είδε ξανά τους δυο μαυροντυμένους άντρες με τη γριά επάνω στη σανίδα, με τον παπά να προηγείται θυμιατίζοντας, να προχωράνε προς…το λάκκο. Φούντωσε η περιέργεια του παιδιού. «πού την πάνε τη γριά;…», αναρωτήθηκε. Ξέκοψε λίγο από τη μάνα και με ματάκια γουρλωμένα, είδε τους δύο άντρες να τοποθετούν τη γριά μέσα στο λάκκο και να απομακρύνουν τη σανίδα. Πήρανε στη συνέχεια τρεις τετράγωνες μεγάλες τσιμέντινες πλάκες που τις τοποθετήσανε στο άνοιγμα, κλείνοντας εντελώς το λάκκο….Δεν καταλάβαινε τίποτα το παιδί…Την προσοχή του απέσπασε ένα δυνατό τράβηγμα της μάνας, πιάνοντας το δεξί χεράκι του…`Ηταν η σκηνή που η μάνα δεν ήθελε να δει το άγουρο βλαστάρι, μα δεν το μπόρεσε, αφημένη στιγμιαία στις δικές της σκέψεις (ποιος ξέρει, ίσως από ανάλογα βιώματα δικά της, σαν είχε θάψει και γονείς κι αδέλφια απ’την πολυμελή τη φαμελιά του πατρικού της του σπιτιού, στα ταραγμένα χρόνια που’χαν προηγηθεί)…

…Απομακρύνθηκαν. Μα καθώς έφευγαν, ο μικρός έριχνε μια ματιά εμπρός και δύο πίσω. Φλεγόταν από περιέργεια να ιδεί, θα άφηναν στ’αλήθεια τη γριά στο λάκκο και θα έφευγαν όλοι; Γιατί;…

…Σε λίγο, έχασαν την οπτική τους επαφή με την εκκλησία και τα τεκταινόμενα στην αυλή της. Ο μικρός, έσυρε το χεράκι από το χέρι της μάνας και βάλθηκε να την ακολουθεί. Είχε το κεφαλάκι του σκυφτό για να προσέχει πού πατούσαν οι γυμνές πατούσες, μα πιότερο γιατί άξαφνα, λες και το βάρυναν τούτο το άγουρο κεφάλι οι έγνοιες, ένοιωθε να συνωστίζονται εντός του ερωτηματικά και απορίες, φόβοι εσώψυχοι κι αμφιβολίες που του’φερναν στη γλώσσα ερωτήματα που δεν το μπόραγε να τα εκφράσει μιας και δεν είχε την απαιτούμενη την ωριμότητα για τούτο. Αργότερα κατάλαβε πως ήταν η στιγμή που’πεφτε στα εσώψυχα ο σπόρος της υπαρξιακής του αναζήτησης, τον ξάφνιαζε σαν το’νοιωθε μα δεν το μπόραγε να το εκφράσει…. …Η μάνα προχωρούσε σιωπηλή και βιαστική. Δεν έπρεπε να καθυστερούν. `Ητανε ώρα δειλινού που άρχιζε το κρυφτούλι του ο ήλιος εις την αντικρινή τους πευκοσκέπαστη κορφή στη δύση. Ο μικρός όμως, ήθελε απαντήσεις σ’όλα εκείνα που στροβίλιζαν απ’ώρα στ’ανώριμό του κεφαλάκι:

«…Μάνα, πότε θα την ξυπνήσουν τη γριά;…»…

Ξαφνιάστηκε η κυρά-Μαριγώ από τούτη την αναπάντεχη ερώτηση του μικρού. Κοντοστάθηκε, στράφηκε και κοίταξε το μικρό στα μάτια. Απάντησε μονολεκτικά:

«…Ποτέ…».

«…Ποτέ; γιατί;…», επέμεινε ο μικρός.

«…Γιατί η γριά πέθανε παιδί μου…», εξήγησε (ή νόμισε πως εξήγησε) η μάνα.

«…Δηλαδή και τί πως πέθανε; Και τί θα πει “πέθανε”;…», επέμεινε, με πείσμα τώρα, ο μικρός.

Η μάνα αναστέναξε. Δεν την ήθελε τούτη τη συζήτηση. `Επρεπε όμως ν’απαντήσει, καθώς ήξερε ότι το βλαστάρι της δεν θα την άφηνε ήσυχη εάν δεν έπαιρνε μια ικανοποιητική απάντηση.

«…“Πέθανε”… θα πει πως δεν θα ξυπνήσει ποτέ πια…»…

Ησύχασε ο μικρός. Μα όχι για πολύ.

«…Μάνα, κι εσύ θα πεθάνεις;…»…ρώτησε με φανερή την αγωνία στη χροιά της φωνής.

«…Ναι, παιδί μου…κι εγώ θα πεθάνω…»…απάντησε κοφτά η μάνα.

Ανησύχησε το παιδί, επέμεινε:

«…Πότε, μάνα;…πότε θα πεθάνεις;…»

«…Δεν ξέρω γιε μου…αυτό, μόνο ο Θεός το ξέρει…», αποκρίθηκε η μάνα.

Ο μικρός επέμεινε, με ένταση τώρα και αγωνία έκδηλη στη φωνή:

«…Μάνα, κι εγώ θα πεθάνω;…»…

Δίστασε η μάνα. Κόμπιασε. `Ηξερε όμως, πως δεν θα γλύτωνε εύκολα από την «ανάκριση» του μικρού.

«…Ναι, παιδί μου…κι εσύ…», αποκρίθηκε η δόλια ανατριχιάζοντας κι αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει το απεχθές ρήμα.

«…Πότε, μάνα; …πότε; …πες μου, μάνα, πότε θα πεθάνω;…», της έβαζε το μαχαίρι βαθύτερα στα εσώψυχα, η αδυσώπητη η παιδική η περιέργεια.

«…Όταν θα γίνεις πολύ γέρος…θα είναι κάτασπρο το κεφαλάκι σου…θα’χεις παιδιά πολλά κι εγγόνια…», απάντησε ξεψυχισμένα η μάνα.

«…Και δε θα ξυπνήσω ποτέ; …πες μου μάνα…ποτέ;…»…

Τρόμαξε η δύστυχη η μάνα. Απάντησε μ’ένα πνιχτό λυγμό:

«…Ποτέ!…»…

Ο μικρός πείσμωσε:

«…Μα το “ποτέ” δεν τελειώνει μάνα…».

……………

…`Επεσε βαριά η σιωπή. Δεν ξαναμίλησαν. Πλησίαζαν εξάλλου στο χωριό μαζί με τους πρώτους ήσκιους του λυκόφωτος…

…Τις μέρες που ακολούθησαν, ο μικρός γινόταν ολοένα και πιο ανήσυχος. Εκείνο το «ποτέ» τον είχε αναστατώσει. Σε κάθε ευκαιρία, έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα, με την εσώψυχη ελπίδα να πάρει κάποια διαφορετική όσο και αρεστή απάντηση:

«…Μα το “ποτέ” δεν τελειώνει μάνα….»…

Η δόλια η μάνα έσφιγγε τα δόντια, δεν απαντούσε, εύρισκε με τη μητρική της μαεστρία τρόπο ν’αλλάζει την κουβέντα και να το κάνει το παιδί ν’αλλάζει σκέψη.

Νόμιζε πως το πετύχαινε. Γιατί ο μικρός, σαν δεν έπαιρνε την αρεστή απάντηση, σαν το’νοιωσε πως δεν υπάρχει αλλιώτικη απάντηση, σταμάτησε να ρωτά. Μα στα εσώψυχα του, είχε αρχίσει ήδη να βλαστάνει ο σπόρος της υπαρξιακής αναζήτησης που σύντομα θα θέριευε και θα’ταν πάντα σιαμαία συντροφιά στη φθαρτή του φύση και ‘κείνο το «ποτέ» της πρώτης νιότης θα τον συνόδευε για πάντα, ας τ’άσπρισαν οι χρονοθύελλες τα πλούσια κεφαλόμαλλα.….Εκείνο το «ποτέ» της πρώτης νιότης που κοίμιζε και θα νανούριζε τη γρια-Ντουλτσίνα για πάντα, και ξύπναγε τα εγκεφαλικά κύτταρα της υπαρξιακής αναζήτησης στο άγουρο κεφαλάκι του μικρού βοσκόπουλου….

…Θα ήταν γύρο στα 1954…Πέτρινα χρόνια σε πέτρινο τόπο…

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Γεωπόνος, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησα στο Ινστιτούτο Υποτροπικών & Ελιάς Χανίων για 8,5 χρόνια ως ερευνητής και στην Αγροτική Τράπεζα για 27 χρόνια, εκ των οποίων τα 12 σε επιτελικές θέσεις. Από τον Αύγουστο 2005 έως 31-12-2010 διετέλεσα Διευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος της ΑΤΕ στα Χανιά. Από 1-1-2011 είμαι συνταξιούχος Συνεργάστηκα με το Πολυτεχνείο Κρήτης (Τμ. Μηχανικών Περιβάλλοντος) στη βαθμίδα Αναπλ. Καθηγητή για 6 και πλέον χρόνια (Π.Δ.407/81). Έχω συγγράψει τα Πανεπιστημιακά Συγγράμματα “Περιβαλλοντική Γεωργία” και “Ρύπανση του Περιβάλλοντος από Αγροχημικά” και συμμετείχα στη συγγραφή του Συγγράμματος “Predictive Modeling and Risk Assessment” (Εκδ. Οίκος Springer, Πορτογαλία) που διδάσκεται σε ευρωπαϊκά Παν/μια με κατεύθυνση το Περιβάλλον. Ασχολούμαι ακόμη με τη λογοτεχνία. Κυκλοφορούν 3 βιβλία μου και σύντομα θα εκδοθούν άλλα 3. Κατέχω αρκετές διακρίσεις στη λογοτεχνία. Ασχολήθηκα για χρόνια με τα κοινά ήτοι ως: Πρόεδρος “Συνδέσμου Γεωπόνων Ν. Χανίων”, Αντιπρόεδρος “Γεωτεχνικών Ελλάδος Χωρίς Σύνορα”, Πρόεδρος “`Ενωσης Σφακιανών Ν. Χανίων” κ.α.. Ως Πρόεδρος της Ενωσης Σφακιανών Ν. Χανίων κατόρθωσα την ονομασία του Κρατικού Αερολιμένα Χανίων ως "Αερολιμένας Δασκαλογιάννη" (2000, Αύγουστος) καθώς και την κατασκευή του πρώτου (εν Ελλάδι) ανδριάντα του Δασκαλογιάννη στα Χανιά (2003, Σεπτέμβριος).

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις