Πνευματικό Ημερολόγιο (Σημειώσεις για τον 21ο αιώνα) : ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΕΥΣ – ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΪΡΗΣ – ΠΕΤΡΟΣ ΒΡΑΪΛΑΣ ΑΡΜΕΝΗΣ

Κανένα σχόλιο

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΕΥΣ – THEOPHILOS KORYDALLEUS
(Αθήνα 1570 – 1646)
Περίφημος φιλόσοφος και κληρικός, με σπουδές στο Κολέγιο Αγίου Αθανασίου Ρώμης και στο Πανεπιστήμιο Πάντοβας, Αρχιεπίσκοπος Ναυπάκτου και Άρτης, διδάσκαλος της φιλοσοφίας στα κυριότερα ελληνικά σχολεία της εποχής του και διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας επί Πατριάρχου Κυρίλλου Λούκαρη, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτισμικής προσπάθειας. Εισηγητής του νεοαριστοτελισμού στον ορθόδοξη Aνατολή, υπό την επίδραση του δασκάλου του Κρεμονίνι, αντιμαχόμενου τους Ιησουίτες για την ελευθερία της επιστημονικής έρευνας, διαχώρισε πρώτος στη νεότερη Ελλάδα τη φιλοσοφία από τη θεολογία με τη διδασκαλία του, που αποτέλεσε τη βάση των διδακτικών προγραμμάτων στα ανώτερα ελληνικά σχολεία επί ένα αιώνα. Επικριτής του μεσαιωνικού σχολαστικισμού και ελεύθερος στοχαστής, ορόσημο στην ιστορία της νεότερης ελληνικής φιλοσοφίας.
Έργα: Έκθεσις ρητορική (1624), Περί επιστολικών τύπων (1625), Εις άπασαν την λογικήν του Αριστοτέλους υπομνήματα και ζητήματα (1728), Προοίμιον εις λογικήν (1729), Είσοδος φυσικής ακροάσεως κατ’ Αριστοτέλη (1779), Περί γενέσεως και φθοράς κατ’ Αριστοτέλη (1780).
Βιβλιογραφία: Cléobule Tsourkas, La vie et l’ oeuvre de Théophile Corydalée, 1948, Κων. Μέρτζιος, Θεόφιλος Κορυδαλλεύς ο Αθηναίος, 1958, Γεώργ. Μεταλληνός, Θεόφιλος Κορυδαλλεύς – Ευγένιος Αιτωλός, Παραδόσεις αλληλοσυμπληρούμενες ή αλληλοαποκλειόμενες, 1986, Νικ. Ψημμένος, Η ελληνική φιλοσοφία από το 1453 ως το 1821, 1988, Κων. Πέτσιος, Η λογική στη νεώτερη Ελλάδα, 1999, Βικιπαίδεια.
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΠΙΤΑΚΙΑ (ΚΑΝΙΣΤΡΑ ΝΟΜΟΥ)

ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΪΡΗΣ – THEOPHILOS KAIRIS
(Άνδρος 1784 – Σύρος 1853)
Μεγάλος διδάσκαλος του γένους, θεολόγος, μοναχός και φιλόσοφος, διαφωτιστής, αρχιδιδάσκαλος της Σχολής της Σμύρνης και των Κυδωνιών, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, έλαβε μέρος στην ελληνική επανάσταση, αντιπρόσωπος στη Β’ Εθνοσυνέλευση και στο Βουλευτικό, και αργότερα ίδρυσε το ορφανοτροφείο της Άνδρου. Επηρεασμένος από τον γαλλικό φιλελευθερισμό και τους ιδεολόγους, διαμόρφωσε το φιλοσοφικοθρησκευτικό σύστημα της «θεοσέβειας», ντεϊστικής απόχρωσης, με νέο δωρικό λειτουργικό και νέο ημερολόγιο. Αποκλίνοντας έτσι από την επίσημη Εκκλησία, υπέστη σκληρές διώξεις και πέθανε κατάδικος στη φυλακή, μολονότι αθωώθηκε μεταθανατίως από τον Άρειο Πάγο. Ο Καΐρης παραμένει παράδειγμα μάρτυρα της ελευθερίας της σκέψης, συνεχίζοντας τον διαχρονικό αγώνα για την κατάκτηση των πνευματικών δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Έργα: Γνωστική ή Των ανθρωπίνων γνώσεων σύντομος έκθεσις (1849), Στοιχεία φιλοσοφίας ή Των περί τα όντα γενικότερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα (1851), Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας ή Ηθική (1852), Θεοσεβών προσευχή και ιερά άσματα (1852), Φιλοσοφικά και φιλολογικά (1875).
Βιβλιογραφία: Η κατά την 19-1-1853 ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη του Θ. Καΐρη και των συν αυτώ επί καϊρισμώ υπό του Πλημμελειοδικείου Σύρου καταδικασθέντων, 1853, Η. Carl, Un nouveau Socrate chez les Grecs modernes: Theophile Cairis, Almanach de la libre concience, 1870, Νεόφ. Δούκας, Επιστολή προς Θεόφιλον Καΐρη περί μετανοίας και επανόδου αυτού από της ασεβείας εις την ευσέβειαν, 1876, Δημ. Πασχάλης, Θεόφιλος Καΐρης, Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, 1928, Α. Κατσουρός, Αι φιλοσοφικαί και θρησκευτικαί δοξασίαι του Θεοφίλου Καΐρη, 1958, Εγκυκλοπαιδεία Πάπυρος – Λαρούς, Βικιπαίδεια.
Εικονογραφία: Πορτραίτο, Άγνωστος.
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ

ΠΕΤΡΟΣ ΒΡΑΪΛΑΣ ΑΡΜΕΝΗΣ – PETROS VRAILAS ARMENIS
(Κέρκυρα 1812 – Λονδίνο 1884)
Φιλόσοφος, πολιτικός και διπλωμάτης, ιδρυτής του συνταγματικού ή μεταρρυθμιστικού κόμματος στην Κέρκυρα, πρόεδρος της Ιονίου Γερουσίας και καθηγητής φιλοσοφίας στην Ιόνιο Ακαδημία, πρεσβευτής και εκπρόσωπος της Ελλάδας στο Συνέδριο του Βερολίνου. Το φιλοσοφικό του σύστημα, ιδεοκρατικό και ενορατικό, αποτελούμενο από «νοολογία» (ψυχολογία, λογική, αισθητική, θεοσοφία, φιλοσοφία δικαίου, φιλοσοφία ιστορίας) και «αγαθολογία» (ηθική), αποτελεί σύνθεση φιλοσοφίας και θεολογίας, υπό την επίδραση του φιλοσοφικού εκλεκτικισμού του Κουζέν. Τοποθετώντας τον ανώτατο βαθμό της λογικής πίστης στον πρώτο βαθμό της θρησκευτικής πίστης, συμφιλίωσε πίστη και λογική, πλατωνισμό και θεολογία. Η διαλεκτική σύνθεση του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, που οι απαρχές της ανάγονται στη βυζαντινή εποχή και στην τουρκοκρατία, και αποτυπώνεται στην πολιτικοϊστορική σκέψη του 19ου αιώνα (Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος), βρίσκει στον Βράιλα Αρμένη την φιλοσοφική της θεμελίωση.
Έργα: Περί των πρώτων ιδεών και αρχών (1851), Στοιχεία θεωρητικής και πρακτικής φιλοσοφίας (1862), Περί ενότητος των λογικών στοιχείων (1875), Περί ψυχής, Θεού και ηθικού κόσμου διατριβή (1879), Φιλοθέου και Ευγενίου επιστολαί, ήτοι σύντομος περί Θεού και ψυχής διδασκαλία (1884).
Βιβλιογραφία: Ε. Μουτσόπουλος, Corpus Philosophorum Grecorum Recentiorum, 1969, Π. Φαραντάκης, Η έννοια του θανάτου στη φιλοσοφία του Πέτρου Βράιλα – Αρμένη, 1986, Ίδιος, Η ηθική κατά τον Πέτρο Βράιλα – Αρμένη, 1996, Ίδιος, Όψεις του θεϊκού, Συμβολή στην κατανόηση της νεοελληνικής φιλοσοφίας, η περίπτωση του Πέτρου Βράιλα – Αρμένη, 2004, Αντ. Βασιλάκης, Η οντολογία του ωραίου στο έργο του Πέτρου Βράιλα – Αρμένη, 2009, Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.
ΚΕΙΜΕΝΑ: ΤΣΟΥ ΛΙ, (ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΛΙ)

"Sponsored links"

* * *

Ο χριστιανισμός συνεπάγεται σημαντικές συνέπειες στην ιστορία της φιλοσοφίας. Το πρόβλημα της διάστασης πίστης και γνώσης εκφράζεται σε δύο αντιφατικές ρήσεις. “Πίστευε και μη ερεύνα” από τη μία μεριά, “ερεύνα και πίστευε” από την άλλη. Καμιά από τις δύο δεν διαθέτει κάποια ιστορική τεκμηρίωση. Από το σύνολο όμως της χριστιανικής φιλοσοφίας, όπως εκφράζεται κυρίως από τα πατερικά κείμενα, συνάγεται αβίαστα, σε αντίθεση με την τυφλή πίστη άλλων θρησκειών, η αποδοχή της φιλοσοφίας της γνώσης. Η προσπάθεια λογικής ερμηνείας της Γραφής, η χρήση της φιλοσοφικής επιστήμης στη θεολογία, η διαμόρφωση του ελληνικού χριστιανικού πολιτισμού, όλα συνηγορούν υπέρ της γνώσης. Μέσω κυρίως του αποστόλου Παύλου και του ευαγγελιστή Ιωάννη διοχετεύεται η επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας στη διαμόρφωση της χριστιανικής διδασκαλίας. Η περί λόγου διδασκαλία του Ιωάννη παραπέμπει απευθείας στον Ηράκλειτο, μολονότι ουσιαστικά βρίσκεται απέναντι της ελληνικής σκέψεως. Ο Παύλος θεωρείται “κλασικός έλληνας” κατά τον Βιλάμοβιτς. Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η φιλοσοφία ταυτίζεται προς την ευσέβεια. Για τον Ιουστίνο υπάρχουν “ευσεβείς και φιλόσοφοι και ερασταί παιδείας” που ομολογούν “οὐχ ὅτι ἀλλότρια ἐστί τὰ Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ” (Απολογία προς Αντωνίνον τον Ευσεβή, Β΄). Ο Κλήμης Αλεξανδρείας, χαρακτηρίζει την ελληνική φιλοσοφία “χρησίμην πρὸς θεοσέβειαν” και “προπαιδεία τοῖς τὴν πίστην δ’ ἀποδείξεως καρπουμένοις” (Στρωματείς, 1, 5).

Από τον 4ο αιώνα μ.Χ. τα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα αποτελούν θέματα της δογματικής διδασκαλίας. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει την επιστολή του Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών οφελοίντο λόγων. Ο Γρηγόριος Νύσσης μολονότι αναγνωρίζει την υπεροχή της πίστης, θεωρεί αξιοσύστατη και την ηθική και φυσική φιλοσοφία, τη γεωμετρία την αστρονομία και τη λογική (Θεωρία εις τον του Μωυσέως βίον ). Την ίδια εποχή αναπτύσσεται η φιλοσοφική ανθρωπολογία με τον Νεμέσιο (Περί φύσεως ανθρώπου) και τον Γρηγόριο Νύσσης (Περί κατασκευής ανθρώπου). Φιλοσοφία και θεολογία ταυτίζονται. Δύο κυρίως σχολές, η σχολή της Αντιοχείας και η σχολή της Αλεξανδρείας διακρίνονται. Η ανάγκη της καταπολέμησης των αιρέσεων οδηγεί στη διδασκαλία του Αθανασίου περί του ομοουσίου του Λόγου προς τον Πατέρα και του Μαξίμου Ομολογητή κατά του μονοθελητισμού (Πηγή γνώσεως). Οι τρεις ιεράρχες Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός και Ιωάννης ο Χρυσόστομος, οδηγούν τη χριστιανική φιλοσοφία στην κορύφωσή της. Τα συγγράματα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, συγκροτούν τη νεοπλατωνική χριστιανική φιλοσοφία. Οι τρεις Γαζαίοι, με πλατωνικές επιδράσεις, ο Ιωάννης Φιλόπονος με αριστοτελικές επιρροές και ο Λέων Βυζάντιος μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη ολοκληρώνουν κατά τον 6ο αιώνα τη χριστιανική φιλοσοφία. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός συστηματοποιεί τα δόγματα της ορθοδοξίας κατά τον 8ο αιώνα. “Σοφία δὲ αληθής ὁ Θεὸς ἐστί, ἡ οὖν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν αὕτη ἐστίν ἀληθὴς φιλοσοφία” (Κεφάλαια φιλοσοφικά, Γ΄).

Οι μεγάλες μορφές του μοναχικού ασκητισμού, Ιωάννης Κλίμακος, Ηλίας Έκδικος, Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Νικήτας Στηθάτος, Κάλλιστος Καταφυλιώτης, Γρηγόριος Παλαμάς, Νικόλαος Καβάσιλας εμπνέονται στο δρόμο για τη γνώση του Θεού, από το πλατωνικό και το νεοπλατωνικό πνεύμα.

Η ελληνοχριστιανική Αναγέννηση (9ος – 15ος αιώνας), περιλαμβάνει τα ονόματα, Φώτιος, Αρέθας, Ψελλός, Ξιφιλίνος, Ιωάννης Ιταλός, Ευστράτιος Νικαίας, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ευθύμιος Ζηγαβηνός, Νικηφόρος Βλεμίδης, Μάξιμος Πλανούδης, Παχυμέρης, Μετοχίτης, Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός, Βησσαρίων. Η γνώση του κόσμου, του ανθρώπου και του Θεού αποτελεί το κύριο μέλημά τους. Από τον Φώτιο μέχρι τον Γεννάδιο το εκκρεμές της βυζαντινής φιλοσοφίας κινείται μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη.
Στην τουρκοκρατία οι Θεόφιλος Κορυδαλλεύς, Κύριλλος Λούκαρης, Βικέντιος Δαμωδός, Ευγένιος Βούλγαρης, Ιωσήφ Μοισιόδαξ, Βενιαμίν Λέσβιος, Αδαμάντιος Κοραής, Κωνσταντίνος Κούμας, Νεόφυτος Βάμβας, υπηρετούν τη φιλοσοφία. Ύστερα από μια μακρά περίοδο κυριαρχίας του αριστοτελισμού και με την αντιπαράθεση εκκλησίας και φιλοσοφίας, η νεοτερική φιλοσοφία και ο Διαφωτισμός συνυφαίνονται με την πορεία προς την Επανάσταση του 1821.

Και μετά την απελευθέρωση, Καρης, Βράιλας-Αρμένης, Μακράκης, Ιωάννου, Ρενιέρης, Καρούσος, Σκαλτσούνης, μέσα από την ευρωπαϊκή επίδραση, κατευθύνουν τις προσπάθειες για τη δημιουργία εθνικής φιλοσοφίας. Κατά την περίοδο 1875-1922 η φιλοσοφία βρίσκεται μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, ενώ συνεχίζεται η προβληματική του ελληνισμού.

Στη σύγχρονη εποχή η νεοτερική σκέψη, η σοσιαλιστική θεωρία και τα προβλήματα του ελληνισμού συνάπτονται με τους νεότερους φιλόσοφους. Ανδρούτσος, Βορέας, Ζερβός, Σκληρός, Γληνός, Καρολίδης, Τσάτσος, Θεοδωρακόπουλος, Κανελλόπουλος, Παπανούτσος, Μελεβίτσης, Καζαντζάκης, Γεωργούλης, Κορδάτος, Θεοδωρίδης, Μπιτσάκης, Γιανναράς, Πουλαντζάς, Καστοριάδης, συνεχίζουν την παράδοση της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις