“Ρεβιζιονιστικοί μύθοι” του Karl Heinz Roth: Μια αντιπαράθεση με τον ιστορικό Heinz A. Richter – Η «Δυτική Ευρώπη» ως πρότυπο αξίας

Κανένα σχόλιο

Διαβάστε επίσης:

Το βιβλίο «Ρεβιζιονιστικοί μύθοι» του Karl Heinz Roth κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2018 και αποτελεί μια απάντηση στον ιστορικό Heinz A. Richter, το ερευνητικό πεδίο του οποίου εστιάζεται στην ιστορία της Ελλάδας.

Το βιβλίο μεταφράστηκε από τα μέλη της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης ν. Πιερίας «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ» και θα δημοσιευτεί από τον “Αγώνα της Κρήτης” σε συνέχειες.

"Sponsored links"

Ο παράλογος ισχυρισμός του τελευταίου ότι η Γερμανία δεν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις υποθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ, αντίθετα, η Ελλάδα είναι αυτή που οφείλει να αποπληρώσει μερικές χιλιάδες χρυσές λίρες στη Γερμανία, αντικρούεται από τον Karl Heinz Roth με το παρόν πόνημα.

Ο Ροτ εξετάζει συστηματικά τις απόψεις του Ρίχτερ για την ελληνική ιστορία και προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους για τους οποίους ο Ρίχτερ χαίρει −ακόμα και σήμερα− εκτίμησης στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του γίνεται αντιληπτή η επικινδυνότητα των ρεβιζιονιστικών μύθων του Ρίχτερ και η αυθαίρετη σύνδεσή τους με την τρέχουσα σκληρή πολιτική της Γερμανίας προς την Ελλάδα: η αντίληψη της υποτιθέμενης ματαιότητας της σφοδρής ελληνικής αντίστασης στη γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδηγεί στην χωρίς αντίρρηση αποδοχή της αμείλικτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα όσον αφορά την ευρωπαϊκή της προοπτική και την οικονομική κρίση!

Στους «Ρεβιζιονιστικούς μύθους» ο συγγραφέας εστιάζει στις μεθοδικά ελλιπείς και τεχνικά ανεπαρκείς ιστορικές έρευνες του Ρίχτερ, που παρουσιάζουν μια μονομερώς αρνητική εικόνα των Ελλήνων, της ιστορίας τους και της κοινωνίας τους.

Προσεκτικά και σχολαστικά αποδομεί την ιστοριογραφική έρευνά του καταλογίζοντάς του επιστημονική ανεπάρκεια, ιδεοληψία, προκατάληψη, μονομέρεια και λανθασμένες μεθόδους (επιλογή των πηγών, εξέταση «βολικών» μαρτύρων κ.ά). Εντέλει, παρουσιάζει τον Ρίχτερ ως έναν «κατ’ επίφασιν» επιστήμονα, που με το έργο του σπέρνει διχόνοια και μίσος ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα, κι αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στην επίλυση του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων.

Διαβάστε το 4ο μέρος του βιβλίου:

Η «Δυτική Ευρώπη» ως πρότυπο αξίας

Όποιος με πολυετή του έρευνα κρίνει τόσο σκληρά, χρειάζεται και ένα σύστημα αξιών. Αυτό όμως που δεν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση για τον Ρίχτεραπό τη δεκαετία του 1990 είναι η Δυτική Ευρώπη. Αναφέρεται σε αυτό το μοντέλο παντού. Ωστόσο, υπάρχουν μόνο λίγες ουσιαστικές δηλώσεις στις δημοσιεύσεις του, και αυτό που βρίσκουμε είναι χυδαία κομμάτια του ευρωκεντρισμού.Ως κυριότερο μάρτυρα της δυτικοποίησης(προσέγγισης στη Δύση) αναφέρει ο Ρίχτερ τον ισπανό φιλόσοφο Ορτέγα ι Γκασέτ (Ortega y Gasset),[1] αλλά χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς την Ευρώπητου Γκασέτ, η οποία παρουσιάζεται στο έργο μέσα από το τρίπτυχο της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας, του Χριστιανισμού/Ιουδαϊσμού και του Ισλάμ. Σύμφωνα με τον λόγο του Ρίχτερ, η «Δυτική Ευρώπη» συνιστά μια αδιάλειπτη ιστορία προόδου.

Ξεκίνησε με τον διαχωρισμό της εκκλησίας και κράτους στον Μεσαίωνα. Στην περίοδο της Αναγέννησης δημιουργήθηκε μια συνειδητοποιημένη αστική τάξη, η οποία οικειοποιήθηκε τοκράτος. Στη συνέχεια ακολούθησε η Μεταρρύθμιση και η Αντιμεταρρύθμιση και στην περίοδο του Διαφωτισμού το δημιούργημα «Δυτική Ευρώπη» βρέθηκε στο αποκορύφωμά του. Από τότε στέκεται μπροστά μας σαν ένα ακλόνητο καταφύγιο της αντιπροσωπευτικής κομματικής δημοκρατίας και χαρακτηρίζεται από «πολιτικό πλουραλισμό» και «πολυπολιτισμικότητα».Είναι κατανοητό ότι αυτή η επιθυμητή εικόνα δεν εξασθενίζει τα γεγονότα.

Οι μεγάλες καταστροφές με τις οποίες ικανοποιείταιη «Δυτική Ευρώπη» και ο κόσμος από τον 17ο αιώνα −ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648), ο Επταετής Πόλεμος (1756-1763), οι καταστροφικές συνέπειες της αποικιακής επέκτασης, οι φασιστικές δικτατορίες στην κεντρική και νότια Ευρώπη και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι-για να αναφέρω μόνο τους σημαντικότερους πολέμους−δεν ταιριάζουν με το αξίωμα μιας «πολύ ομογενοποιημένης Ευρώπης», γιατί έτσι θα αμφισβητούνταν καθετί κανονιστικό.Επιπλέον, ο Ρίχτερ αποδίδει μεγάλη σημασία στη διαπίστωση ότι η «Δυτική Ευρώπη» περιορίστηκε πάντα στα γεωγραφικά όρια της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Έτσι, η περιοχή των Βαλκανίων τελείωνε εκεί πουσταματούσε η Αυτοκρατορία των Αψβούργων.Από εκεί ξεκίνησε οοριενταλισμός, του οποίου τις παραποιημένες εικόνες έχουμε ήδη γνωρίσει από το παράδειγμα των ελληνικών πελατειακών σχέσεων.

"Sponsored links"

Αυτή την κοινότοπη διχοτόμηση μεταξύ Ανατολής και Δύσης υποστήριξε ο Ρίχτερ, αλλά ταυτόχρονα την προσάρμοσε και την απλούστευσε για τους σκοπούς του. Ένα κριτικό σχόλιο σχετικά με αυτή την ασήμαντη εκδοχή του ευρωκεντρισμού είναι ίσως περιττό.

Η «Δυτικοευρωπαϊκή»κανονιστικότητατου Ρίχτερ επεκτείνει την εθνοκρατική ιστορική προσέγγιση χωρίς να έρχεται σε αντίθεση με τις παγίδες μιας διακρατικής και διαπολιτισμικής προοπτικής. Την ίδια στιγμή οΡίχτερ μεταφέρει ένα κρυφό μήνυμα: Ο ακρογωνιαίος λίθος της «Δυτικής Ευρώπης» του είναι η Γερμανία. Ενώ οι δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας εκτέθηκαν λόγω του παρεμβατισμού τους, μόνο κακό έφεραν στην Ελλάδα, ενθαρρύνοντας τις «πελατειακές σχέσεις» εκ των έξω, ενώ η Γερμανία ήταν πάντοτε αντίθετη.

Για παράδειγμα, όταν ο φιλογερμανός βασιλιάς Κωνσταντίνος προσπάθησε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου να απελευθερώσει τη χώρα του από αυτή την «εξάρτηση των πελατειακών σχέσεων» βρέθηκε σε αδιέξοδο.[2]Ακόμα και η γερμανική κατοχή των ετών 1941 έως 1944 ήταν τελικά ένα «δώρο», επειδή εμπόδισε την ολιγαρχία του «πελατειακού συστήματος» να έχει πρόσβαση στα κρατικά ταμεία. Και έτσι έχει η κατάσταση,σύμφωνα με τον Ρίχτερ ακόμη και σήμερα: μόνο η Δυτική Ευρώπη κατάφερε βοηθούμενη από τις έμπειρες «πολιτικές αυθεντίες» να εξαλείψει το «πελατειακό σύστημα» με αυστηρό έλεγχο του ελληνικού προϋπολογισμούκαι να επιφέρει «αλλαγή στο σύστημα».[3]

Μιλιταρισμός έναντι στρατιωτικής ιστοριογραφίας

Μετά από τους απελευθερωτικούς πολέμους, η Ελλάδα έχει συμμετάσχει σε πολεμικές δράσεις, είτε ως αποτέλεσμα της δικής της επεκτατικής πολιτικής είτε γιατί δέχτηκε επίθεση από τις φασιστικές δυνάμεις του Άξονα. Ο Ρίχτερ έχει αφιερώσει σημαντικά τμήματα των δημοσιεύσεών του σε αυτή την πλευρά της νεοελληνικής ιστορίας. Μερικές φορές τις έχει ενσωματώσει σε συνολική παρουσίασή του, όπως για παράδειγμα οι επιχειρήσεις της Αντάντ (Entente) και των Κεντρικών Δυνάμεων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή ο σχεδιασμός και η υλοποίηση του γερμανικού επιθετικού πολέμου κατά της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941.[4]

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις κατά τις οποίες ξεπερνάει τα όρια και επιδιώκει μια λεπτομερή ανακατασκευή των μαχών. Αυτό συμβαίνει στην περιγραφή της ελληνικής επίθεσης στη Μικρά Ασία το 1921-22, στην ανασυγκρότηση των γερμανικών αερομεταφερόμενων επιχειρήσεων στην Κρήτη και στην αντιπαράθεση με τους στρατιωτικούς παράγοντες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.[5]

Εκτός από την προκύπτουσα δυσαναλογία, αυτή η προσέγγιση δεν αξίζει καμιά κριτική από μεθοδολογική άποψη και δεν είναι λίγοι οι ιστορικοί που, παρά τις επιφυλάξεις τους, ανατρέχουν σε αυτά τα αποσπάσματα. Εντούτοις, καθίσταται προβληματικό όταν ο Ρίχτερ κρίνει τα σενάρια υπερβολικής βίας αποκλειστικά από την άποψη της εγγενούς στρατιωτικής συνέπειας και της αποτελεσματικότητας ή αναποτελεσματικότητάς τους. Ως αποτέλεσμα, χάνει όλη την απόσταση από το γεγονός, έτσι ώστε το πλαίσιο και οι συνέπειες να απομακρύνονται από το οπτικό του πεδίο. Στη συνέχεια γίνεται μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς, ξαναγυρνά στις μάχες και αναρωτιέται τι θα μπορούσε να κάνει καλύτερα και ποιες θα ήταν οι συνέπειες για την πορεία του πολέμου.

Ο Ρίχτερ μάς θυμίζει τους τότε βετεράνους του πολέμου, που συναντάμε ξανά και ξανά στα στρατιωτικά αρχεία, σκυμμένους πάνω από τους χάρτες, χωρίς να έχουν επίγνωση του τι έχουνπροκαλέσει παλιότερα ως πρόθυμοι δράστες μιαςαμείλικτης στρατιωτικής δύναμης, που έχει τη δική της λογική−για να μην αναφερθούμε στα καταδικαστέα διεθνή εγκλήματα, που σε καμία περίπτωση δεν διαπράχθηκαν «κατά λάθος».Ο Ρίχτερ μάς παρουσιάζει γι’ αυτά τα ευρήματα πολλά τεκμήρια.

Παράλληλα, θα περιοριστούμε στο εκ των υστέρων μεθοδολογικά ανεπίτρεπτο περιστατικό του στρατηγού, ο οποίος κατά την εκτίμηση των στρατηγικών διαστάσεων μιας «εκστρατείας» δεν επιβάλλει αυτοσυγκράτηση.Διαβάζουμε, για παράδειγμα, σε μια ενότητα στο βιβλίο του για τη Μάχη της Κρήτης, με τίτλο «Κριτική στη Μάχη της Κρήτης», ότι με την Κρήτη ως «αεροπλανοφόρο» θα μπορούσε,με τη σθεναρή υποστήριξη της προέλασης του Rommel στην Αίγυπτο, […] να αποσταθεροποιηθεί ολόκληρη η βρετανική θέση στη Μέση Ανατολή.[6]

Ωστόσο, ο Χίτλερ διέταξε την επιδρομή στην Ελλάδα (επιχείρηση «Ερμής») μόνο για να προστατεύσει τη νότια πλευρά της επικείμενης επίθεσης στη Σοβιετική Ένωση. Η ίδια η επέκταση στη Μέση Ανατολή επρόκειτο να αναβληθεί μετά την «αστραπιαία νίκη» στην Ανατολή.KαιoΡίχτερ συνεχίζει:

«Ειδικότερα, ο Χίτλερ έχασε τη μοναδική ευκαιρία να μην χάσει τον πόλεμο, εάν την είχε ποτέ».Τι κρίμα, να γίνονται τέτοιες δηλώσεις… Μέχρι τώρα γνωρίζαμε τέτοια πράγματα μόνο από τα απομνημονεύματα των στρατηγών της Βέρμαχτ (Wehrmacht), ειδικά αυτών του πολεμικού ναυτικού και της πολεμικής αεροπορίας, καθώς είχαν ήδη επιλέξει το 1940 γι’ αυτή τη στρατηγική εκδοχή της δεύτερης επίθεσης σύμφωνα με την παγκόσμια ηγεμονία.[7] Αυτή η αποδοκιμασία οδηγεί επίσης τον Ρίχτερ στο να κατακρίνει σκληρά όλους εκείνους που ισχυρίζονται ότι η «Βαλκανική Εκστρατεία» και η «Κατάκτηση της Κρήτης» καθυστέρησε σημαντικά την έναρξη της επίθεσηςκατά της Σοβιετικής Ένωσηςκατά έξι εβδομάδες, λόγω της απροσδόκητα ισχυρής στρατιωτικής και πολιτικής αντίστασης.[8]

Τέτοιες υποθέσεις είναι αναμφισβήτητα υπερβολικές, αλλά η γενικευμένη και υπεραπλουστευμένη απόρριψη του Ρίχτερ είναι κατακριτέα. Από τις καταχωρίσεις στο ημερολόγιο πολέμου του επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου ΦράντςΧάλντερ (FranzHalder)μπορούμε, για παράδειγμα, να πληροφορηθούμε,για τον Μάιο του 1941,πως οι μεγάλες απώλειες και η χρονική καθυστέρηση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και στην Κρήτη έθεσαν υπό αμφισβήτηση στην πράξη την έναρξη της επίθεσης της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα».[9]

Στο τέλος, τηρήθηκε η ημερομηνία προέλασης και επίθεσης (22 Ιουνίου 1941), ωστόσο οι στρατιωτικές δυνάμεις είχαν εξασθενίσει. Όλα αυτά δεν τα λαμβάνει υπόψη ο Ρίχτερ. Δεν φαίνεται να τον σταματά ούτε και η συζήτηση που διεξάγεται εδώ και δεκαετίες στον τομέα της έρευνας στρατιωτικής ιστορίας. Την έλαβε υπόψη μόνο σε κάποιο βαθμό σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε το 1995, κι αυτό μονάχα γιατί του φάνηκε χρήσιμη, προκειμένου να υποστηρίξει την επιχειρηματολογία του.[10]

Εν τω μεταξύ, ο  Ρίχτερ ασχολείται επίσης με το επιχειρησιακό επίπεδο των στρατιωτικών μαχών. Και εδώ ασχολείται πρωτίστως με την ανακατασκευή των ευκαιριών που χάνονται από τη γερμανική αντιμαχόμενη παράταξη. Έτσι, επιβεβαιώνει το Γενικό Επιτελείο του 12ου Στρατεύματος, που πραγματοποίησε την επίθεση στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία, ότι κατά την επίθεση στη βαριά οχυρωμένη γραμμή Μεταξά θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις άσκοπες απώλειες.

Ωστόσο, ο ίδιος θα μπορούσε εύκολα ναείχε αποφύγει αυτή τη βαριά οχυρωμένη αμυντική θέση με την απόφαση που είχε παρθεί για επίθεση στη Γιουγκοσλαβία.[11]Ακόμη και το επιχειρησιακό σχέδιο που είχε επιβληθεί από τονKurtStudent, διοικητή του 11ουΑεροπορικού Σώματος για τις αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις στην Κρήτη θα μπορούσε κανείς «να το παρατηρήσει κουνώντας το κεφάλι του», διότι οι αλεξιπτωτιστές είχαν πέσει εκεί ακριβώς που τους περίμενε η βρετανική άμυνα, που είχε προετοιμαστεί κατάλληλα γι’ αυτό: «σπάνια έχει ξεκινήσει μια επιχείρηση με τόση άγνοια.

Γι’ αυτό ευθύνεται ο 4ος εναέριος στόλος και η 12η AOK [Armee-Oberkommando]»[12]και κατά συνέπεια υπήρξαν μεγάλες απώλειες. Ταυτόχρονα, ο Ρίχτερ ασκεί σκληρή κριτική στον Χίτλερ, διότι ο τελευταίος έβγαλε λανθασμένα συμπεράσματα –σε αντίθεση με τους συμμάχους–ότι τα στρατεύματα των αλεξιπτωτιστών δεν είχαν αρκετό χρόνο στη διάθεσή τους.[13]

Όποιος τώρα υποθέτει ότι ο Ρίχτερ μέσα από τη σκληρή κριτική του απέκτησε κάποια γενικότερη απόσταση απέναντι στα τεκταινόμενα των γερμανών επιδρομέων,θα πάρει το μάθημά του: σε κανένα σημείο του έργου του δεν θεωρεί σκόπιμο να αναφέρει ότι αυτός ο επιθετικός πόλεμος ήταν αντίθετος προς το Διεθνές Δίκαιο, σύμφωνα με τη Γενική Συνθήκη Αποκηρύξεως του Πολέμου, γνωστήως Kellogg-BriandPact (ή Σύμφωνο των Παρισίων) του 1928, η οποία επικυρώθηκε και από τη Γερμανία. Αντί αυτού, εγκωμίαζε τη γερμανική «τακτική επίθεσης που αναπτύχθηκε από τον 19ο αιώνα, που εκπαίδευσε όλους τους στρατιώτες ώστε να σκέφτονται και να πράττουν ανεξάρτητα». Επίσης εξαίρει το αξίωματης «διαταγής και εκτέλεσης», το οποίοήταν πολύ ανώτερο και διαδεδομένο, από τους συμμάχους μέχρι τα ανώτερα επιτελεία.[14]

Όπου είναι απαραίτητο, συστήνεται και στους Γερμανούς στρατηγούς, όπως στονΧέλμουτ Φέλμυ (HellmuthFelmy), Διοικητή της Νότιας Ελλάδας,[15]στον οποίο αναγνώρισε ιδιαίτερα ότι τον χειμώνα του 1941-42 έκανε τα πάντα για να αποφύγει τον λιμό.[16] Ιδιαίτερο σεβασμόδείχνει όμως και στις γερμανικές ενώσεις αλεξιπτωτιστών.Αν, παρόλα τα λάθη και τις αντιξοότητες, είχαν νικήσει στην Κρήτη, «αυτό θα αναδείκνυετη στρατιωτική ποιότητα αυτού του στρατεύματος».[17]

Αυτό θα το αναγνώριζαν πλήρως οι σύμμαχοι, αλλά ο Χίτλερ «έχασε την ευκαιρία που είχαν εξασφαλίσει οι αλεξιπτωτιστές στη Μέση Ανατολή, γεγονός το οποίο κατέστησε τελικάτα θύματα των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων άνευ σημασίας».[18] Είναι κατανοητό ότι τέτοιου είδους εκτιμήσεις τις ακούνε πρόθυμα οι βετεράνοι και τα ενεργά μέλη των Αερομεταφερόμενων Μονάδων. Διότι ο Ρίχτερ δεν δίστασε επίσης να διαδώσει τις διαπιστώσεις του στις εφημερίδες τους και στο περιοδικό «Ο Γερμανός αλεξιπτωτιστής».[19]

Έτσι, το δίλημμα της στρατιωτικής ιστορίας του Ρίχτερ δεν αποσαφηνίστηκε πλήρως. Είναι επίσης έκδηλο ότι υποτιμά τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν από τον γερμανικό στρατό ή ότι χρεώνει τα εγκλήματα πολέμου και τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στην αντίθετη πλευρά. Με αυτό το πρόβλημα όμως θα ασχοληθώ στο μεθεπόμενο κεφάλαιο.

 

Σημειώσεις:

[1]Richter, Die politische Kultur Griechenlands (όπωςηυποσημείωση 18), σ.527. Ταεπόμεναπαραθέματαστοίδιο, στοαπόσπασμα: «WeristeinEuropäer?».

[2]Στο ίδιο, σ. 528.

[3]Στο ίδιο, σ. 532.

[4]Richter, GriechenlandI (όπως η υποσημείωση 17), σ.60 κ.ε., σ.64 κ.ε. και σ. 88κ.ε.; Richter, GriechenlandIII (όπως η υποσημείωση 17), σ.44κ.ε., σ.49κ.ε. και σ.64κ.ε.

[5]Richter, Griechenland I (όπωςηυποσημείωση 17), σ.162–204; Richter, Operation Merkur (όπωςηυποσημείωση 18), σ.59-243; Richter, Griechenland II (όπωςηυποσημείωση 17), σ. 194–443.

[6]Richter, Operation Merkur (όπωςηυποσημείωση 18), σ.273. Το ακόλουθο παράθεμα στο ίδιο.

[7]Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να δει κανείς τα επιχειρησιακά σχέδια κατά της Κρήτης, που άρχισαν το καλοκαίρι του 1940 μετά την κατάκτηση της Γαλλίας. Αυτή τη χρονική στιγμή η Βρετανία έπρεπε επίσης να επιτεθεί στα άκρα της αυτοκρατορίας της. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ιταλία ωθήθηκε να επιτεθεί στην Αίγυπτο και στη συνέχεια οι γερμανικές μεραρχίες έπρεπε να κατακτήσουν την Κρήτη από την Αίγυπτο. Ακόμη και αργότερα η επιθετικότητα ενάντια στην Κρήτη είχε μόνο οριακά σχέση με την επιχείρηση «Barbarossa».

[8]Richter, OperationMerkur (όπως η υποσημείωση 18), σ.284Φ

[9]Αρχηγός του γενικού Επιτελείου F. Halder, Kriegstagebuch, τόμος. II, Stuttgart 1963, σ.407 (12 Μαΐου 1941), σ.430 (27 Μαΐου 1941).

[10]Heinz A. Richter, Die Auswirkungen der Operation Marita und Merkur auf den Beginn des Unternehmens Barbarossa, στο: Thetis, τεύχος. 2, Mannheim 1995, σ.203–216. Γύρω στο τέλος του πολέμου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, σχεδόν το σύνολο της ναζιστικής ηγεσίας εκτιμούσε ότι λόγω της «εκστρατείας στα Βαλκάνια» χάθηκαν έξι εβδομάδες, που ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για τη νίκη του γερμανικού στρατού κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Μόνο ο Halder το είδε αυτό διαφορετικά, αλλά αναγνώρισε επίσης ότι οι δυνατότητες επίθεσης μειώθηκαν σημαντικά (δες υποσημείωση 40). Ως εκ τούτου ο Richter τον ανέδειξε ως κύριο μάρτυρα. Ωστόσο, ο ίδιος δεν καταφεύγει στο ημερολόγιο πολέμου, το οποίο εδώ και καιρό είχε δοθεί στη δημοσιότητα, αλλά χρησιμοποιεί στη βιβλιογραφία του μια γραπτή επιστολή του Halder από τα μεταπολεμικά χρόνια, δημοσιευμένη σε αγγλική δευτερογενή πηγή. Έτσι του διαφεύγει ότι μετά τις 20 Μαΐου του 1941 η στρατιωτική διοίκηση συζητούσε σοβαρά μια μετατόπιση της ημερομηνίας επίθεσης κατά της ΕΣΣΔ, κι αυτό λόγω των απρόσμενα μεγάλων απωλειών που καταγράφηκαν στους Γερμανούς που επιχείρησαν την απόβαση στην Κρήτη. Παράλληλα, μέχρι τις 25 Μαΐου δεν απέκλεισαν μάλιστα μια αποτυχία στην επιχείρηση «Ερμής», με απρόβλεπτες συνέπειες στον στρατιωτικό και πολιτικό τομέα. Εδώ επρόκειτο για προβλήματα στρατηγικής και λειτουργικότητας. Ωστόσο, καθοριστικής σημασίας για την ημερομηνία επίθεσης της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» υπήρξαν οι στρατηγικές αποφάσεις που πάρθηκαν μετά από την έξοδο της Γιουγκοσλαβίας από το Τριμερές Σύμφωνο στις 27 Μαρτίου του 1941, η οποία και προκάλεσε έκπληξη στη ναζιστική ηγεσία. Έτσι, η τόσο σημαντική από πλευράς οικονομίας «άτυπη γερμανική αυτοκρατορία», που χτιζόταν με πολύ κόπο επί είκοσι χρόνια, κινδύνευε να καταστραφεί στον χώρο των Βαλκανίων, με απρόβλεπτα επακόλουθα. Γι’ αυτό αποφασίστηκε, μαζί με την Ελλάδα, της οποίας η υποδούλωση ήταν σαφής από τις 4 Νοεμβρίου 1940, να επιτεθούν και στη Γιουγκοσλαβία, αναβάλλοντας για τέσσερις εβδομάδες την επίθεση στη Σοβιετική Ένωση. Ευχαριστώ τον MartinSeckendorf για τη βοήθειά του στην αποσαφήνιση αυτού του περίπλοκου στρατιωτικού-ιστορικού ζητήματος.

[11]Richter, Griechenland II (όπωςηυποσημείωση 17), σ.50Φ.

[12]Richter, Griechenland II (όπωςηυποσημείωση 17), σ.65.

[13]Στο ίδιο, σ. 70.

[14]Στο ίδιο, σ. 69.

[15]Σύγκρ. την εισαγωγική παρατήρηση του Richter στην παρακάτω διπλωματική εργασία υπό την επίβλεψη του ιδίου: HellmuthFelmy: GerhardWeber, HellmuthFelmy: StationeneinermilitärischenKarriere, Mainz / Ruhpolding 2010, σ.7Φ.

[16]Richter, Griechenland II (όπωςηυποσημείωση 17), σ.81.

[17]Στο ίδιο, σ. 70.

[18]Στο ίδιο, σ. 69.

[19]Heinz A. Richter, Gegenseitige Erkenntnisse über die Feindlage vor der Operation Merkur, στο: Der Deutsche Fallschirmjäger, 1(2011), σ.20–23; στοίδιο. Operation Merkur: Erfolg trotz widrigster Umstände, στο: ίδιο, 2(2011), σ.27Φ; στοίδιο., Die Luftlandeoperation bei Korinth am 26 April 1941, στο: ίδιο, 2(2011), σ.29–31.

 

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις