“Ρεβιζιονιστικοί μύθοι”: Το βιβλίο – απάντηση του ιστορικού Καρλ Χάινς Ροθ στον Χάινς Ρίχτερ – Οι λανθασμένες εκτιμήσεις (6ο μέρος)

Κανένα σχόλιο

Διαβάστε επίσης:

Το βιβλίο «Ρεβιζιονιστικοί μύθοι» του Karl Heinz Roth κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2018 και αποτελεί μια απάντηση στον ιστορικό Heinz A. Richter, το ερευνητικό πεδίο του οποίου εστιάζεται στην ιστορία της Ελλάδας.

Το βιβλίο μεταφράστηκε από τα μέλη της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης ν. Πιερίας «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ» και θα δημοσιευτεί από τον “Αγώνα της Κρήτης” σε συνέχειες.

"Sponsored links"

Ο παράλογος ισχυρισμός του τελευταίου ότι η Γερμανία δεν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις υποθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ, αντίθετα, η Ελλάδα είναι αυτή που οφείλει να αποπληρώσει μερικές χιλιάδες χρυσές λίρες στη Γερμανία, αντικρούεται από τον Karl Heinz Roth με το παρόν πόνημα.

Ο Ροτ εξετάζει συστηματικά τις απόψεις του Ρίχτερ για την ελληνική ιστορία και προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους για τους οποίους ο Ρίχτερ χαίρει −ακόμα και σήμερα− εκτίμησης στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του γίνεται αντιληπτή η επικινδυνότητα των ρεβιζιονιστικών μύθων του Ρίχτερ και η αυθαίρετη σύνδεσή τους με την τρέχουσα σκληρή πολιτική της Γερμανίας προς την Ελλάδα: η αντίληψη της υποτιθέμενης ματαιότητας της σφοδρής ελληνικής αντίστασης στη γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδηγεί στην χωρίς αντίρρηση αποδοχή της αμείλικτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα όσον αφορά την ευρωπαϊκή της προοπτική και την οικονομική κρίση!

Στους «Ρεβιζιονιστικούς μύθους» ο συγγραφέας εστιάζει στις μεθοδικά ελλιπείς και τεχνικά ανεπαρκείς ιστορικές έρευνες του Ρίχτερ, που παρουσιάζουν μια μονομερώς αρνητική εικόνα των Ελλήνων, της ιστορίας τους και της κοινωνίας τους.

Προσεκτικά και σχολαστικά αποδομεί την ιστοριογραφική έρευνά του καταλογίζοντάς του επιστημονική ανεπάρκεια, ιδεοληψία, προκατάληψη, μονομέρεια και λανθασμένες μεθόδους (επιλογή των πηγών, εξέταση «βολικών» μαρτύρων κ.ά). Εντέλει, παρουσιάζει τον Ρίχτερ ως έναν «κατ’ επίφασιν» επιστήμονα, που με το έργο του σπέρνει διχόνοια και μίσος ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα, κι αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στην επίλυση του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων.

Διαβάστε το 6ο μέρος του βιβλίου:

Τεχνικές ελλείψεις

Μπορεί να φανεί ασήμαντονα προσθέσω σε αυτές τις επικριτικές παρατηρήσεις σχετικά με τις μεθοδολογική ανεπάρκεια μερικές πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές ελλείψεις στις εκδόσεις του Ρίχτερ.

Ωστόσο αυτές συσσωρεύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούμε να τις παραβλέψουμε εύκολα. Όμως δεν πρόκειται για λάθη εκ παραδρομής και σφάλματα, όπως συμβαίνει συχνά στο έργο κάθε ιστορικού.Αντιθέτως, έχουν μια μέθοδο: είναι στενά συνδεδεμένα με εννοιολογικές αδυναμίες και ως εκ τούτου είναι κατά κάποιο τρόπο συνειδητά αποδεκτά, επειδή αποτελούν συστατικά στοιχεία μιας απλουστευμένης παρουσίασης.

Το εύρημα αυτό είναι αν μη τι άλλο τόσοσοβαρό, επειδή ο ιστορικός ΧάγκενΦλάισερ, το επιστημονικό πεδίο του οποίου εστιάζεται στην ιστορία της Ελλάδας, δεκατρία χρόνια μετά δημοσίευσε στη διατριβή του ένα πραγματικό κατηγορητήριο προς τον συνάδελφό του: πηγές που έλλειπαν ή που δεν ήταν ολοκληρωμένες, αλλοιώσεις ελληνικών ονομάτων, λάνθασμένηπολιτικο-θεσμική κατάταξη σημαντικών παραγόντων, άγνοια ενός σημαντικού μέρους της ελληνικής λογοτεχνίας που αναφέρεται στη βιβλιογραφία, φανταστικά συμπεράσματα και θεωρίες που έρχονταν σε αντίθεση με όλη τη διαθέσιμη βιβλιογραφία της εποχής, ψευδείς δηλώσεις, ακατανόητο και εσφαλμένο εξωραϊσμό της βιβλιογραφίας των απομνημονευμάτων και ούτω καθεξής.[1]

"Sponsored links"

Το συμπέρασμα του Φλάισερ ήταν πικρό:

«Στα σχόλια εξέτασα μόνο ένα κλάσμα των παραποιήσεων του Ρίχτερ και αυτό μόνο όταν με τέτοια μέσα τεκμηριώνει υποθέσεις», με τις οποίες το μόνο που δημιουργεί είναι «περαιτέρω ασάφειες».[2]

Επιπλέον, ο Ρίχτερ παρουσιάζει στο βιβλίο τον εαυτό του «ως θεματοφύλακα της αληθινής και ανόθευτης ιστοριογραφίας».Αυτό ήταν ένα σημαντικό προειδοποιητικό σημάδι, το οποίο ωστόσο ο Ρίχτερ δεν έλαβε υπόψη τις επόμενες δεκαετίες. Δεν φρόντισε για την αναθεώρηση και αναδιάρθρωση των μέσων που χρησιμοποίησε. Στη συνέχεια, πρέπει δυστυχώς να προχωρήσω σε έναν εκτενή κατάλογο παραλείψεων, ο οποίος βασίζεται σε έναν έλεγχο των δημοσιεύσεων που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτό το δοκίμιο.

Πρώτα απ’ όλα, ο Ρίχτερ χρησιμοποιεί στα κείμενά του ένα σημαντικό μέρος των άμεσων αναφορών του χωρίς να αναφέρει την προέλευσή τους. Κάποιες δε αναφορές φαίνονται τόσο σημαντικές, διότι, όπου απαιτείται, μπορούμε να συγκεντρώσουμε τα αποδεικτικά στοιχεία από άλλες δημοσιεύσεις, όπως τα αποδεικτικά στοιχεία που σχετίζονται με την ανάρτηση πινακίδων από τους Γερμανούς στην είσοδο και έξοδο του χωριού μετά τη σφαγή στην Κάνδανο της Κρήτης.[3]

Σε άλλες περιπτώσεις, ωστόσο, αυτό δεν είναι τόσο εύκολο, τουλάχιστον για τον μη έμπειρο αναγνώστη.Ακριβώς αυτά είναι τα γεγονότα που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματολογία του Ρίχτερ. Όπως μία δήλωση που έκανε ο στρατηγός Πάττον (Patton) το 1943, με την οποία ο Ρίχτερ θέλει να αποδείξει ότι η δολοφονία των ανταρτών ήταν κοινή πρακτική ακόμη και στους Συμμάχους.[4]

Ωστόσο, λείπουν οι αποδείξεις για τα τηλεγραφήματα του Τσώρτσιλ,[5] εδάφια από τα απομνημονεύματα του γερμανούΧέρμαν Νόιμπαχερ (HermannNeubacher), ειδικού οικονομικού πληρεξούσιου της Γερμανίας στην Ελλάδα,[6] όπως και πολλά σημαντικά παραθέματα από τα μεταπολεμικά φυλλάδια του δωσίλογου πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου.[7]Χωρίς τεκμηρίωση μένουν ωστόσο σημαντικά έγγραφα που παρατίθενται στο πρωτότυπο και προέρχονται από τον χώρο των ελληνογερμανικών μεταπολεμικών σχέσεων.

Όπως ένα υπόμνημα της ελληνικής κυβέρνησης από τις 4 Αυγούστου του 1958, που αφορά τις επανορθώσεις,ή μία δήλωσητου ΜαξΜέρτεν(MaxMerten) που αφορά την απόπειρα της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα να τον εμποδίσει, κατά τη διάρκεια της δίκης του στην Αθήνα,να κατηγορήσει τον υφυπουργό της καγκελαρίας Χανς Γκλόμπκε(HansGlobke).[8]

Δεύτερον, ο Ρίχτερ φρόντισε μόνο εν μέρει να εγκαταλείψει την περιφρόνησή του για τις αδημοσίευτες αρχειακές πηγές, ιδίως όταν εντωμεταξύ θεωρεί την προτίμησή του για τον διάλογο με τους μάρτυρες ως μια μέθοδο της «συμβατικής» ιστοριογραφίας. Σε μερικές από τις δημοσιεύσεις που διερεύνησα, για παράδειγμα στους δύο πρώτους τόμους της ελληνικής τριλογίας του, λείπουν γενικά πρωτογενείς πηγές.[9]Σε άλλες περιπτώσεις η βάση των πηγών παραμένει τόσο περιορισμένη, όπως και στη διατριβή του, ή χρησιμοποιεί αδημοσίευτα έγγραφα που αφορούν συγκεκριμένα προβλήματα της στρατιωτικής ιστορίας.[10]Αλλιώς, ο Ρίχτερ περιορίζεται στην αξιολόγηση των εγγράφων που του έδωσαν οι μάρτυρες. Γενικά, παραλείπει τον έλεγχο της αυθεντικότητας των εγγράφων. Αντίθετα, αρκείται συχνά σε δυσνόητες πληροφορίες που περιέχουν μόνο έναν αριθμό μητρώου.

Αλλά ακόμη και ο έμπειρος ιστορικός, ο οποίος θέλει επίσης να διαβάσει ή να εξετάσει αυτό το έγγραφο, δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Μπορεί ακόμα να εντοπίσει μια έκθεση της CIA σχετικά με την «τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα» τον Οκτώβριο του 1948, με τον κωδικό «ORE 28-18 / 17»[11]. Μπορεί επίσης να είναι τυχερός και να εντοπίσει κάποιο τηλεγράφημα που έστειλε ο Νόιμπαχερ στο γραφείο της Αθήνας στις 13 Μαρτίου 1944,[12] καθώς μέρος των αρχείων της αθηναϊκής αντιπροσωπείας σώζονται στο πολιτικό αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών.

Κατά κανόνα όμως ο Ρίχτερτεκμηριώνει τις αναφορές του χρησιμοποιώντας δευτερεύουσα βιβλιογραφία, χωρίς να έχει ελέγξει την αυθεντικότητά της. Αυτή η περιφρόνηση για τη σημασία των αρχειακών παραδόσεων, που δίνει νόημα στη γνώση, δεν γίνεται χωρίς λόγο: και οι πρωτογενείς πηγές έχουν νόημα για τον Ρίχτερ, μόνο εάν χρησιμεύουν για να στηρίξουν τις προκαταλήψεις του.[13]

Το εύρημα αυτό ισχύει και για τις εκδόσεις πηγών που χρησιμοποιεί οΡίχτερ. Ακόμη κι αυτές τις εξετάζει επιλεκτικά, ενώ συχνά δίνει προτεραιότητα σε ξεπερασμένες ή αμφισβητούμενες εκδόσεις.[14] Ένας τέτοιος τρόπος ενέργειας είναι απίστευτος. Πώς θα πρέπει να ανταποκριθεί ένας ιστορικός στον αγαπημένο του τομέα, αυτόν της ιστοριογραφίας, όταν δεν αντισταθμίζει την απουσία των πρωτογενών πηγών με τη μελέτη άλλων εκδόσεων που είναι απαραίτητες για την ειδικότητά του.[15]

Ένα άλλο πρόβλημα είναι ο τρόπος που χειρίζεται ο Ρίχτερ τη δευτερογενή βιβλιογραφία. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η ιστορική έρευνα εντός και εκτός της Ελλάδας παρουσίασε μια ανοδική εξέλιξη, καθώς δόθηκαν προς έρευνα εκτενείς πηγές, στις οποίες δεν υπήρχε πρόσβαση μέχρι πρότινος.

Ο Ρίχτερ προφανώς δεν προβληματίστηκε για τις αναπόφευκτες συνέπειες που θα είχαν όλα τα παραπάνω στις εργασίες του.[16] Αντιθέτως, τις αντιλαμβάνεται μόνο επιλεκτικά, ενώ παράλληλα προβάλλει κυρίως αυτές τις εκδόσεις που δημιουργήθηκαν υπό την επίβλεψή του ή στο περιβάλλον του.[17]Βασίζει τις παραστάσεις του σχεδόν αποκλειστικά σε μια εξαιρετικά περιορισμένη επιλογή. Χρησιμοποιώντας εκτενή αποσπάσματα αναφέρεται εν μέρει σε μια μόνο δημοσίευση, την οποία ακολουθεί ακόμα και αν έχουν έρθει στο φως νέα ερευνητικά αποτελέσματα.[18]

Ακόμα χειρότερα, κάθε φορά που βρίσκει αναφορές στις εκδόσεις των κατά τα άλλα ασήμαντων συναδέλφων του, οι οποίες στηρίζουν τις προκαταλήψεις του,τις χρησιμοποιεί επιλεκτικά, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του το διαλεκτικό τους πλαίσιο. Για να εξηγήσει για παράδειγμα, γιατί ο, κατά τη γνώμη του αθώος,πρώην σύμβουλος στρατιωτικής διοίκησης Μαξ Μέρτενανήκε στη λίστα των εγκληματιών πολέμου, επισημαίνει την επισφαλή κατάσταση, όπως την είχε περιγράψει ο ΧάγκενΦλάισερ και συμπεραίνει ότι «ως εκτούτου, δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι ο Μέρτεν βρισκόταν στη λίσταεγκληματιών πολέμου».[19]

Σε ένα άλλο σημείο αναφέρεται εκ νέου στον Φλάισερ, προκειμένου να δώσει έμφαση στο επιχείρημά του ότι η πρωτοβουλία της αναγκαστικής στρατολόγησης εβραίων εργατών που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1942 στη Θεσσαλονίκη προήλθε από την Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση της Μακεδονίας.

Ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείται στην έρευνα, παρά το γεγονός ότι είναι γνωστή η αντισημιτική στάση και η σύμπλευση της Ανώτερης Στρατιωτικής Διοίκησης της Μακεδονίας με τις δωσίλογες κυβερνήσεις συνεργασίας. Ο Φλάισερ ωστόσο είχε χρησιμοποιήσει σε αυτή την υπόθεση το επίρρημα «μάλλον».[20] Αλλά αυτό το αγνοεί ο Ρίχτερ και το καθιστά ως ένα καθαρά πραγματικό γεγονός. Ωστόσο, ο Ρίχτερ δεν σταματά εκεί. Δεν είναι μόνο οι γερμανοί κατακτητές που πρέπει να απαλλαγούν από το βάρος της κατηγορίας της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και η Στρατιωτική Διοίκηση.

Επιπλέον, ο Ρίχτερ εξηγεί πως τα μέτρα για τις κατασκευαστικές εργασίες και την επισκευή του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου εμπίπτουν στα «Έξοδα Κατοχής» και θα έπρεπε ως εκ τούτου να τα είχαν αναλάβει σύμφωνα με τη Συνθήκη της Χάγης  […] οι ελληνικές αρχές στη Μακεδονία. Έτσι, η Συνθήκη της Χάγης πρότεινε «να στρατολογηθούνγι’ αυτό τονσκοπόμερικές χιλιάδες Εβραίων που ανήκαν σε συγκεκριμένη χρονολογία στράτευσης».[21]

Το μήνυμα είναι σαφές: για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, αυτή η δράση που κόστισε τη ζωή σε εκατοντάδες Εβραίους, άνδρες και γυναίκες που δούλευαν σε καταναγκαστικά έργα, είχε την κάλυψη του Διεθνούς Δικαίου.Είναι αναπόφευκτο να εξαπατηθεί ο μη ενημερωμένος αναγνώστης, διότι κατά κανόνα δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η Συνθήκη της Χάγης και η Σύμβαση της Γενεύης επέτρεπαν στις κατοχικές δυνάμεις, ακόμη κι εκείνη την εποχή, την επιβολή κόστους Κατοχής και απέκλειαν ρητά τηναναγκαστική στρατολόγησηγια την εφαρμογή μέτρων στρατιωτικής υποδομής. Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο Ρίχτερ για την απαλλαγή του Μαξ Μέρτεν θα μας απασχολήσουν παρακάτω. Εδώ με ενδιέφερε μόνο να επιδείξω τα τεχνικά μέσα με τα οποία στηρίζει τις ρεβιζιονιστικές ανησυχίες του.Αυτό το πόρισμα μου φαίνεται τόσο σοβαρό, ώστε να θέλω να αποφύγω να αντιμετωπίσω τις άλλες ελλείψεις, όπως τη συσσώρευση σφαλμάτων[22] και τη γενναιόδωρη χρήση αποσπασμάτων («copy and paste») με σκοπό τη διόγκωση της βιβλιογραφίας.[23]

Δυσαρέσκεια, απολογητική και λανθασμένες εκτιμήσεις

Όποιος ασχολείται τόσο απερίσκεπτα με τους εννοιολογικούς συλλογισμούς της εργασίας του, αναπόφευκτα θα πέσει θύμα των προκαταλήψεων και των προσωπικών και πολιτικών προτιμήσεών του. Μπορεί να συμβεί −και αυτό συμβαίνει και με τον Ρίχτερ− ότι προσεγγίζει τα ιστορικά στοιχεία με τις δηλώσεις του ή τουλάχιστον συνάγει συμπεράσματα που αξίζει να συζητηθούν. Αυτό ωστόσο δεν είναι ο κανόνας. Αντί αυτού, ανοίγεται ο δρόμος για δυσαρέσκεια και απολογητικές τάσεις.

Εδώ γίνονται αποδεκτές κραυγαλέες αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα η διττή αξιολόγηση της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΑΜ-ΕΛΑΣ: από τη μια ο Ρίχτερ επαινεί επανειλημμένα τον αριστερό-λαϊκό πλουραλιστικό αντιστασιακό χαρακτήρα της οργάνωσης,[24]από την άλλη καταγγέλλει ότι αυτό το κόμμα, που κατάφερε να έρθει στο προσκήνιο της μαζικής αντίστασης, δεν κατάφερε να συνδέσει την εθνική απελευθέρωση με ένα σοσιαλιστικό επαναστατικό πρόγραμμα, όπως έγινε στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας.[25]

Δεν μπορώ να ασχοληθώ με αυτές και πολλές άλλες δυσκολίες στο συνολικό έργο του Ρίχτερ, γιατί έτσι θα ξεπερνούσα τα όρια. Αντ’ αυτού, θα περιοριστώ σε οκτώ παραδείγματα, που είναι αντιπροσωπευτικά για τα πορίσματά μου και παίζουν σημαντικό ρόλο στις παρατηρήσεις του Ρίχτερ σχετικά με τα καθημερινά ζητήματα των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Γερμανόφιλες λαμπρές φυσιογνωμίες και αχρείοι φίλοι της Αντάντ: Η Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

Όταν ξεκίνησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ελλάδα είχε μόλις κάνει ένα αξιοσημείωτο άλμα στην ανάπτυξη.[26] Το 1909 μια εξέγερση των κατώτερων αξιωματικών του στρατού επέφερε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων (Κίνημα στο Γουδί), το οποίο έθεσε σε εφαρμογή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος είχε έρθει από την Κρήτη και στη συνέχεια κέρδισε τις εκλογές.

Επιτεύχθηκε μια αναθεώρηση του συντάγματος, μια σημαντική αύξηση στην αποτελεσματικότητα της διοίκησης, χωρίς πλέον κομματικές επιρροές, κατανομή της δημόσιας γης στους ακτήμονες αγρότες και  εκσυγχρονισμός του στρατού. Αυτές ήταν οι προϋποθέσεις για τις στρατιωτικές επιτυχίες στους δύο Βαλκανικούς πολέμους, οι οποίες έφεραν στην Ελλάδα σημαντική εδαφική ανάπτυξη. Όταν οι δυνάμεις της Αντάντ ξεκίνησαν την επίθεσή τους στην Καλλίπολη τον Φεβρουάριο του 1915, η κυβέρνηση του Βενιζέλου ήθελε να ενταχθεί μαζί τους στον πόλεμο. Ο Βενιζέλος ήταν πεπεισμένος για την ταχεία ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων, ενώ έλαβε και άλλες εδαφικές υποσχέσεις από τους Βρετανούς. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Ι, τον οποίον επανέφερε ο Βενιζέλος μετά την εξέγερση των αξιωματικών του στρατού και τον έκανε Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, αντιστάθηκε και ανάγκασε τον Βενιζέλο σε παραίτηση.

Τον Μάιο το «Φιλελεύθερο Κόμμα» του Βενιζέλου κέρδισε πανηγυρικά τη νίκη στις εκλογές και ανέλαβε εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας. Λίγο καιρό αργότερα ήρθε για δεύτερη φορά στο προσκήνιο το θέμα της εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, γιατί η Βουλγαρία είχε ενταχθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και κήρυξε τον Σεπτέμβριο γενική επιστράτευση. Λόγω της Ελληνοσερβικής Συνθήκης Ειρήνης, Φιλίας και Αμοιβαίας Συνεργασίας που υπογράφηκε το 1913, αυτό ήταν μια σαφής περίπτωση συμμαχίας. Ως εκ τούτου, ο Βενιζέλος απαίτησε να γίνει επιστράτευση, αλλά ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα και ανάγκασε τον Βενιζέλο εκ νέου σε παραίτηση.

Αυτή ήταν η αρχή του Εθνικού Διχασμού, ειδικά όταν ο Βενιζέλος λίγο πριν από την παραίτησή του συμφώνησε να σταλούν συμμαχικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να βοηθήσουν τη Σερβία, η οποία βρισκόταν σε κίνδυνο. Το φθινόπωρο του 1916 το κόμμα του Ελευθέριου Βενιζέλου ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη, υπό τη σκέπη της Αντάντ, μια αντίπαλη κυβέρνηση και έστειλε τα πρώτα ελληνικά σώματα στο βαλκανικό μέτωπο, ενώ το βασιλικό στρατόπεδο διατήρησε τον έλεγχο της «παλιάς Ελλάδας»[27] και συνέχισε την πολιτική της ουδετερότητας.

Επιπλέον, όλο και περισσότερα νησιά και παραμεθόριες περιοχές καταλήφθηκαν από τους συμμάχους, ενώ γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα εισέβαλαν τον Μάιο του 1917 στα στενά της Κλεισούρας, που ήταν η βόρεια Ελληνική πύλη για τη Βουλγαρία, ενώ 4 μήνες αργότερα η Βουλγαρία κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία και άρχισε να την προσαρτά. Και σε αυτή την περίπτωση τα ελληνικά στρατεύματα παραδόθηκαν χωρίς μάχη και μεταφέρθηκαν στοΓκέρλιτς (Görlitz) ως «φιλοξενούμενοι του Ράιχ».

Και σε αυτή την οπισθοχώρηση η Αθήνα –με τον βασιλιά Κωνσταντίνο στο τιμόνι− είχε διαδραματίσει έναν σημαντικό ρόλο. Ακόμη και για πολλούς οπαδούς αυτό δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική ουδετερότητας. Όμως ο Κωνσταντίνος παρέμεινε σταθερός στην πορεία του και τελικά ανατράπηκε στις αρχές του καλοκαιριού του 1917, μετά τησυμμαχική στρατιωτική επέμβαση. Παρέδωσε τον θρόνο στον γιο του Αλέξανδρο και κατέφυγε στην εξορία. Η αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Βενιζέλο, μεταφέρθηκε στην Αθήνα και ανέλαβε τη διακυβέρνηση ολόκληρης της Ελλάδας,αποκαθιστώντας το κοινοβούλιο που είχε εκλεγεί τον Μάιο του 1915. Λίγο αργότερα οι βουλευτές ενέκριναν με μεγάλη πλειοψηφία την κήρυξη του πολέμου εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων.

Η σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου καιΚωνσταντίνου έχει απασχολήσει πολυάριθμες γενιές ιστορικών, δεδομένου μάλιστα ότι το σχίσμα μεταξύ «Βενιζελικών» και «φιλοβασιλικών» που προκλήθηκε από τον Κωνσταντίνο, έχει διαμορφώσει την ιστορία της Ελλάδας εδώ και δεκαετίες. Αναμφίβολα σημαντικό ρόλο έπαιξαν σημαντικές προσωπικές έχθρες. Ο Βενιζέλος έφερε πίσω τον διάδοχο του θρόνου στο Γενικό Επιτελείο, αλλά τον παρουσίασε αργότερα δημόσια, όταν το 1912 κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο –ο Κωνσταντίνος διοικούσε τα στρατεύματα στη Μακεδονία− τον ανάγκασε να αλλάξει τα επιχειρησιακά του σχέδια και να επιβάλει την άμεση κατοχή της Θεσσαλονίκης.

Οι προσωπικότητες των δύο επίσης ήταν πολύ διαφορετικές: ο Βενιζέλος ήταν ένας χαρισματικός και οραματικός πολιτικός, ο οποίος οραματιζόταν την ανάπτυξη και επέκταση στο πλευρό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ενώ ο Κωνσταντίνος ενσάρκωνε τη συντηρητική Ελλάδα και ως εκ τούτου επέλεξε τις αυτοκρατορικές κεντρικές δυνάμεις. Επιπλέον, ο δεύτερος είχε σπουδάσει στη Γερμανία, απέκτησε το δίπλωμα του αξιωματικού στη στρατιωτική ακαδημία της Πρωσίας και παντρεύτηκε τη Σοφία, αδελφή του Γουλιέλμου του Β΄.

Ωστόσο, αυτές οι προσωπικές έχθρες δεν αρκούν για να κατανοήσουμε το εύρος της διχοτόμησης της Ελλάδας που προκλήθηκε από τις προκλήσεις του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τέλος, καθοριστικής σημασίας υπήρξαν οι κοινωνικοοικονομικές και κοινωνικοπολιτισμικές παράμετροι. Το κόμμα του Βενιζέλου εκπροσωπούσε την ανερχόμενη ανώτερη αστική τάξη, η οποία γνώριζε τα εμπορικά και εταιρικά συμφέροντα της επέκτασης κυρίως μέσω της Μεγάλης Βρετανίας. Αντίθετα, οι οπαδοί του Κωνσταντίνου εκπροσωπούσαν τις κοινωνικές τάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, των μικροεπιχειρηματιών και των γαιοκτημόνων και βρίσκονταν στην πλευρά των ηττημένων της ανερχόμενης καπιταλιστικής δύναμης και αναζητούσαν έρεισμα στο τρίπτυχο της μοναρχίας, της εκκλησίας και του έθνους. Φυσικά, υπήρξαν και μεταβατικές περίοδοι, οι οποίες οδήγησαν σε πόλωση, στην οποία πρωταγωνιστές ήταν ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος. Μόνο μετά το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου έκανε την εμφάνισή του το εργατικό κίνημα, ως ανεξάρτητος τρίτος παράγοντας.

Κατά συνέπεια, μπορούν να ερμηνευτούν οι εξαιρετικά αντιφατικές επιλογές για το ζήτημα της ένταξης της Ελλάδας στον πόλεμο, τις οποίες υποστήριξαν τα δύο αντίθετα κόμματα. Ο Κωνσταντίνος κατέλυσε πολλές φορές το Σύνταγμα ενεργώνταςεναντίον του Βενιζέλου και της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησής του. Στη συνέχεια, κατά την προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, οι ενέργειές του σηματοδότησαν τις ανιδιοτελείς προσπάθειές του προκειμένου να κρατηθεί η χώρα μακριά από τον πόλεμο. Στην πραγματικότητα η βασιλική οικογένεια και το Γενικό Επιτελείο είχαν εκτεταμένες επαφές με την Ανώτερη Στρατιωτική Αρχή (ανώτερο διοικητή) και τον Γουλιέλμο τον Β’. Επιθυμούσαν μια μεγάλη επίθεση εναντίον της Αντάντ, η οποία γινόταν ολοένα και πιο πιεστική.

Αλλά τα χέρια τους ήταν δεμένα: οι σύμμαχοί τους, στους οποίους είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους, δεν ήταν πλέον ικανοί μετά το 1916 για τέτοιες στρατηγικές επιχειρήσεις. Ως εκ τούτου, και οι ίδιοι δεν είχαν τις απαραίτητες προμήθειες τροφίμων και πρώτων υλών για να κινητοποιηθούν κατά της Αντάντ. Αλλά και το κόμμα του Βενιζέλου ήταν κάθε άλλο παρά ευάλωτο. Η αποκατάσταση του Συντάγματος τον Μάιο του 1915 ήταν ωστόσο αντισυνταγματική. Ακόμη και οι μέθοδοι κατά των βασιλοφρόνων,που χρησιμοποιούσε το κόμμα μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, ήταν το αντίθετο της πολιτικής μετριοπάθειας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να καταστούν συνυπεύθυνοι για την επί δεκαετίες συνέχιση του Εθνικού Διχασμού.

Αυτά όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα και το γενικό ιστορικό πλαίσιο. Σήμερα, εκατό χρόνια αργότερα, είμαστε σε θέση να τα παρουσιάσουμε και έχουμε όλο τον χρόνο να τα αξιολογήσουμε. Δεν χρειάζεται να πάρουμε το μέρος του ενός ή του άλλου, γιατί έχει παρέλθει ο χρόνος,κατά τον οποίον διαδραματίστηκαν τα γεγονότα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πρωταγωνιστές των οποίων ήταν οι μηχανισμοί προπαγάνδας της Αντάντκαι των Κεντρικών Δυνάμεων.

Πώς παρουσίασε όμως ο Ρίχτερ αυτό το ιδιαίτερα θυελλώδες κομμάτι της ελληνικής ιστορίας; Για πρώτη φορά ασχολήθηκε με αυτό το 1990, όταν δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Ελληνικής Τριλογίας του.[28]

25 χρόνια αργότερα έγραφε ότι «έπεσε στα δίχτυα […] της γαλλικής προπαγάνδας», η οποία εξακολουθούσε να επικρατεί σε αυτό τον χώρο,[29] αλλά αυτό το αμάρτημα μετριάστηκε από το γεγονός ότι ακριβώς το ίδιο συνέβη και με όλους τους άλλους ιστορικούς.Αλλά τώρα είναι καιρός να αναθεωρήσουμε αυτή την εικόνα της ιστορίας. Για τον λόγο αυτό έχει ξεθάψει τρεις ιδιαίτερα σημαντικές «πηγές», δηλαδή τις αφηγήσεις ενός Βρετανού κι ενός Αμερικάνου ειδικού ανταποκριτή, τις οποίες είχε μπλοκάρει η λογοκρισία των Συμμάχων, και τη δημοσίευση ενός Έλληνα διπλωμάτη.[30]

Χάρη σε αυτά, είναι τελικά δυνατή η αμφισβήτηση της συμμαχικής προπαγάνδας και η απόκτηση μιας «αντικειμενικής» εικόνας. Επιπλέον, ο Ρίχτερ συμβουλεύτηκε μια Λευκή Βίβλο που δημοσίευσε η ελληνική κυβέρνηση το 1919 και μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στη ναζιστική Γερμανία το 1942 με θέμα τη βαλκανική πολιτική της ανώτατης στρατηγικής ηγεσίας.[31] Σκοπός του ήταν να αποδείξει ότι ο Κωνσταντίνος και το Γενικό Επιτελείο της Αθήνας δεν συνεργάστηκε συνωμοτικά με τους Γερμανούς. Αντιθέτως, είχαν δεσμευτεί ως πιστοί πατριώτες σε μια αυστηρά ουδέτερη πολιτική.

Ένας τέτοιου είδους χειρισμός, ωστόσο, οδηγεί αναπόφευκτα σε πλάνη. Επειδή ο Ρίχτερ αποκρύπτει τη βιβλιογραφία που δημοσιεύτηκε μετά το 1990, τρέχει πίσω από ένα φάντασμα: ακόμα και μια φευγαλέα ματιά σε μερικές πρόσφατες επισκοπήσεις θα τον είχε διδάξει ότι οι παλιές διαμάχες έχουν διευθετηθεί προ πολλού και οι μανιχαϊστικοίαντίλογοι εναντίον «της προπαγάνδας των Συμμάχων» είναι πλέον παρωχημένοι.[32]

Δεύτερον, οι πληροφορίες του είναι ιδιαίτερα περιορισμένες και επισφαλείς − πράγμα που συμβαίνει συχνά με τον Ρίχτερ−, διότι παραλείπει να ελέγξει τις εκτενείς αναφορές των εγγράφων της Λευκής Βίβλου και τις πηγές της έρευνας του CarlMühlmann, καθώς και να συμπληρώσει τα σχετικά αρχεία με πρόσθετη έρευνα.

Και τρίτον, είναι μεθοδολογικά ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιούμε έναν αναχρονιστικό αντίλογο στην τότε προπαγάνδα των Συμμάχων ως μέσον για μια εκ των υστέρων απάντηση, μιας και η κατάληξη είναι η άκομψη αντι-προπαγάνδα. Με τον τρόπο αυτό ο Ρίχτερ διατρέχει τον κίνδυνο, εκατό χρόνια μετά, να δικαιολογήσει για άλλη μια φορά τους στόχους που έθεσε η γερμανική πολιτική σε σχέση με τον πόλεμο, καθώς και τη συμπεριφορά των επίδοξων ελλήνωνδωσίλογων.

Τα αποτελέσματα είναι τότε ανάλογα, σε μεγάλη και μικρή κλίμακα. Πρώτα από όλα, ο Ρίχτερ αποκρύπτει όλο το δομικό πλαίσιο από την αφήγησή του για να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε εκείνους που διαδραμάτισαν «σημαντικό» ρόλο, με αποτέλεσμα η αφήγησή του να παρουσιάζει ασυνέπεια·τα βασικά στοιχεία λείπουν: σημαντικά γεγονότα, όπως η απόβαση της Βουλγαρίας στην Ανατολική Μακεδονία, η οποία δεν έτυχε αντίστασηςεκ μέρους του ελληνικού στρατού, αναφέρονται μόνο επιγραμματικά. Ως εκ τούτου, περιγράφει με τα πιο ζωηρά χρώματα τη μετακίνηση του 4ου Σώματος Στρατού,που ήταν υπεύθυνο για την υπεράσπιση της Ανατολικής Μακεδονίας,προς το «φιλόξενο» Γκέρλιτς.[33] Από την άλλη, αποδίδει στη γαλλική προπαγάνδαγεγονότα που αφορούντις επιχειρήσεις των γερμανικών υποβρυχίων, που έπληξαν σημαντικά τμήματα του ελληνικού εμπορικού στόλου, πριν από την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο.[34]

Εάν ο αναγνώστης θέλει να πληροφορηθεί για τα δραματικά γεγονότα της νοτιανατολικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πέρα από την προπαγάνδα του Ρίχτερ, πρέπει να συμβουλευτεί σοβαρά ιστορικά αφηγήματα. Αντιθέτως, ο Ρίχτερ,σε ό,τι αφορά τους κύριους και δευτερεύοντες χαρακτήρες των γεγονότων,επικεντρώνεται επίμονα σε μια εκδοχή άσπρου-μαύρου. Από την πλευρά της Αντάντπήραν αυτό που τους άξιζε, ιδιαίτερα ο διοικητής του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος στη Θεσσαλονίκη ΜωρίςΣαράιγ (MauriceSarrail) και ο Βενιζέλος. Θεωρήθηκαν τύποιαδίστακτοι, σκοτεινοί και εκδικητικοί.

Ο στρατηγός Σαράιγ μάς παρουσιάζεται με αυτή την αινιγματική εικόνα, ως αδιάλλακτος Ιακωβίνος πουαναμειγνυόταν ολοένα και πιο βίαια στην ελληνική εσωτερική πολιτική.[35] Ο πιο πρόθυμος υποτελής του ήταν φυσικά ο Βενιζέλος, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν ήταν καλύτερος από τον ίδιο. Ο Βενιζέλος ζήλευε τον Κωνσταντίνο, γιατί, σύμφωνα με τον Ρίχτερ,εκείνος κέρδισε τον Βαλκανικό Πόλεμο και αυτή υπήρξε και η αιτία του Εθνικού Διχασμού από το 1915 έως το 1917.[36] Έτσι συνεχίστηκαν τα γεγονότα, ενώ ο Βενιζέλος αναφέρεται ως ραδιούργος, που παραπλανά συνεχώς τον Κωνσταντίνο, για να σχεδιάσει με δόλιο τρόπο την πρόσβαση στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Όταν τελικά ο Βενιζέλος πέτυχε τον στόχο του, τον Σεπτέμβρη του 1917, ίδρυσε στην Αθήνα ένα πολιτικό καθεστώς, το οποίο ήταν προάγγελος της ελληνικής ευνοιοκρατίας, του υπερπληθωρισμού στον δημόσιο τομέα και του περιβόητου δημόσιου χρέους, με τις γνωστές μοιραίες συνέπειες μέχρι και σήμερα.[37] Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες σε ό,τι αφορά το κατηγορητήριο του Ρίχτερ προς τον Βενιζέλο στην περίοδοαμέσωςμετά τον πόλεμο μέχρι και την παγκόσμια οικονομική κρίση. Παρόλ’ αυτά πρέπει να σημειωθεί ότι στο τέλος ο Ρίχτερ του αποδίδει ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης για την αποκατάσταση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά.[38]

Σε αντίθεση με αυτά τα απειλητικά πλάσματα, ο βασιλιάς και το πολιτικό-στρατιωτικό περιβάλλον του στις διηγήσεις του Ρίχτερλάμπουν ως αληθινά λαμπρές φυσιογνωμίες. Ο ισχυρισμός πως ο Κωνσταντίνος υπήρξε «φίλος των Γερμανών» και είχε συνωμοτικές σχέσεις μαζί τους,απορρίπτεται από τον Ρίχτερως πολεμική προπαγάνδα των συμμάχων.[39] Αντίθετα, ο βασιλιάς ήταν ένας πιστός πατριώτης, ο οποίος, σε αντίθεση με τους βενιζελικούς, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη διατήρηση αυστηρής ουδετερότητας. Ότι υπερέβη όμως επανειλημμένα τις συνταγματικές εξουσίες και καταπάτησε κατάφωρα το Σύνταγμα, αυτό το αποκρύπτει ο Ρίχτερ.Αντίθετα, σκιαγραφεί την εικόνα ενός ανιδιοτελούς μονάρχη, ο οποίος λιμοκτονούσε με τους ανθρώπους του, ενώ η σύζυγός του οργάνωνε συσσίτια.[40]

Ωστόσο, τα έγγραφα που παραθέτει ο Ρίχτερ, τα οποία προέρχονται σχεδόν πάντα από δευτερογενείς πηγές, μιλούν μια διαφορετική γλώσσα και δεν καταφέρνει πάντοτε να τα ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο. Μέχρι την επέμβαση των συμμάχων τον Μάιο-Ιούνιο του 1917, η βασιλική οικογένεια και το γενικό επιτελείο διατηρούσαν στενές επαφές με τις γερμανικές αρχές υπηρεσιακά και στο Βερολίνο και αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με τη «διατήρηση σταθερότητας» στις γερμανοβουλγαρικές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας.[41]Αντίθετα, από το φθινόπωρο του 1916 δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση σε μια γενικευμένη γερμανική επίθεση, την οποία επιθυμούσε μάλιστα η Αθήνα. Αλλά οι στρατιωτικοί πόροι των Κεντρικών Δυνάμεων δεν ήταν πια επαρκείς και οι προσκείμενοι στον βασιλιά Κωνσταντίνο,λόγω των αυξανόμενων περιορισμών της Αντάντ, δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν μια συντονισμένη σημαντική δράση από τον νότο.

Το πόσο απελπισμένοι ήταν προκύπτει από δύο τηλεγραφήματα που έστειλε η βασίλισσα Σοφία στον αδελφό της στις 9 και 10 Φεβρουαρίου του 1917: Μια ελληνική επίθεση δεν είναι δυνατή, αλλά εξακολουθεί να ελπίζει ότι «οι αχρείοι χοίροι θα κερδίσουν την τιμωρία που τους αξίζει».[42] Φυσικά, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι ακριβώς κατάλληλες για να τεκμηριώσουν την άποψη τουΡίχτερ. Προσπάθησε επίσης να τις εκθέσει ως «απομιμήσεις από την κουζίνα δηλητηριάσεων της προπαγάνδας του Βενιζέλου».[43]

Αλλά τα επιχειρήματά του δεν είναι πειστικά.[44] Αυτά, όσον αφορά μια συνοπτική ματιά στις προσπάθειες του Ρίχτερνα διαστρεβλώσει τα γεγονότα. Το γεγονός ότι άργησε μερικές δεκαετίες το ανέδειξα στην ανακεφαλαίωση των ιστορικών δεδομένων που έκανα στην αρχή. Ωστόσο, επειδή δεν τα έλαβε υπόψη ή τα αγνόησε σκόπιμα, οδηγήθηκε στη συνέχιση μιας πολύ καθυστερημένης αντι-προπαγάνδας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]Fleischer, ImKreuzschattenderMächte, Τόμος II (όπως στην υποσημείωση 7), σ.638 (υποσημείωση 69), σ.643 (υποσημείωση 47), σ.677 (υποσημείωση  53); σ. 678 (83), σ. 680 (υποσημείωση 116), σ.714 (υποσημείωση 32), σ.720Φ. (υποσημείωση 132), σ.734 (υποσημείωση 29).

[2]Fleischer, ImKreuzschattenderMächte, Τόμος II (όπως στην υποσημείωση 7), σ.734 (υποσημείωση 29). Το επόμενο παράθεμα στο ίδιο.

[3]Richter, OperationMerkur (όπως στην υποσημείωση 18), σ.267.

[4]Στο ίδιο, σ. 272.

[5]Σύγκρ. για παράδειγμα, Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.47.

[6]Richter, LogothetopoulosEdition (όπως στην υποσημείωση 18), σ.16Φ.

[7]Στο ίδιο, σ. 18Φ.

[8]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ. 172 και σ. 206.

[9]Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση 17), βιβλιογραφία σ. 343κ.ε.Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), βιβλιογραφία σ.464 κ.ε. Εδώ αναφέρει ως πηγή ένα DVD, εξηγεί όμως ταυτόχρονα πως δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει πλέον για τη δημοσίευση.

[10]Σύγκρ. για παράδειγμα Richter, OperationMerkur (όπως στην υποσημείωση 18), βιβλιογραφία σ.305.

[11]Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.288 (υποσημείωση 3).

[12]Στο ίδιο, σ. 125, (υποσημείωση 3).

[13]Σημαντικό παράδειγμα γι’ αυτό είναι οι σχέσεις του Richter με την τελική έκθεση των υπαλλήλων της γερμανικής τράπεζας κατά τη ναζιστική περίοδο σχετικά με τη χρηματοοικονομική λεηλασία της Ελλάδας, που κρατήθηκε στο πολιτικό αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών με τον κωδικό R27320. Από το αρχείο αυτό πήρε κάποια μεγάλα παραθέματα, προκειμένου να υποστηρίξει την ακυρότητα του αιτήματος των ελληνικών αποζημιώσεων κατά της Γερμανίας. Αγνόησε εντελώς τα συμφραζόμενα, καθώς αυτά βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με την επιχειρηματολογία του. Επιπλέον, τα χρησιμοποίησε μόνο επικουρικά, για να υποστηρίξει έναν «αντίλογο» σχετικό με τη γραπτή απολογία του πρώην πρωθυπουργού της κυβέρνησης συνεργασίας, Λογοθετόπουλου. Σύγκρ. Richter, DieBesatzungsanleihe (όπως στην υποσημείωση 18), σ.239Φ. για τα πραγματικά γεγονότα HagenFleischer /DespinaKonstantinakou, Adcalendasgraecas? Griechenland und die deutsche Wiedergutmachung, στο: Hans Günter Hockerts u. a. (εκδ.), Grenzen derWiedergutmachung,Göttingen 2006, σ.375–457 Karl Heinz Roth / Hartmut Rübner, Reparationsschuld. Hypotheken der deutschen Besatzungsherrschaft in Griechenland und Europa, Berlin 2017.

[14]Έτσι, γιατηνιστορίατουΑ΄ΠαγκοσμίουΠολέμουσυμβουλεύτηκεμόνομιαξεπερασμένη (Karl Kautsky) καιαμφιλεγόμενη (Erwin Hölzle) γερμανόφωνηέκδοση: Richter, Bibliographie zu Griechenland I (όπωςστηνυποσημείωση17), σ. 343.

[15]Για τον Richter όλες οι τρέχουσες εκδόσεις και οι περισσότερες διεθνείς εκδόσεις πηγών θεωρούνται αποτυχία. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το ForeignRelationsoftheUnitedStates (FRUS), το οποίο έχει χρησιμοποιήσει μόνο επιλεκτικά.

[16]Σε κανένα σημείο των εκτενών δημοσιεύσεών του δεν υπάρχει ένα απόσπασμα, στο οποίο να έχει ασχοληθεί ο Richter με αυτή τη μεταβαλλόμενη κατάσταση και να αντικατοπτρίζεται στην τρέχουσα κατάσταση της έρευνας.

[17]Σύγκρ. κυρίως τις διδακτορικές διατριβές των WolfgangBreyer και GerhardWeber που εποπτεύονται από τον Richter: WolfgangBreyer, DerFallMerteneinMilitärbeamterderdeutschenWehrmachtimSpannungsfeldzwischenLegendeundWahrheit, phil. Diss. Mannheim 2002 (Ms.); Gerhard Weber, Hellmuth Felmy: Stationen einer militärischen Karriere, Ruhpolding / Mainz 2010.

[18]Ένατυπικόπαράδειγμαμιαςτέτοιουείδους«μεμονωμένηςαναφοράς» είναιηδιατριβήτηςΌλγαςΛαζαρίδου, τηνοποίαοRichter παραφράζει, ότανπαρουσιάζειτιςελληνογερμανικέςοικονομικέςσχέσειςκαιτιςσυζητήσειςπερίαποζημιώσεωνστηδεκαετίατου 1950: Die deutsch-griechischen Beziehungen unter besonderer Berücksichtigung der politischen und wirtschaftlichen Grundlagen (1949–1958), Diss. Bonn 1992; επιπλέον Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.104κ.ε. και σ.171κ.ε.

[19]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.178.

[20]Fleischer, ImKreuzschattenderMächte, ΤόμοςI (όπωςστηνυποσημείωση  7), σ.365.

[21]Richter, Der Fall Merten (όπωςστηνυποσημείωση  18), σ.451

[22]Μερικά παραδείγματα: Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.121 (Εικαζόμενη σύλληψη και απέλαση όλων των μελών της εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας). Στο ίδιο, σ. 131 (Οι Γερμανοί αντιμετώπισαν το πρόβλημα των ανταρτών μόνο μετά την «αλλαγή στρατοπέδου» των Ιταλών τον Σεπτέμβριο του 1943). Richter, Griechenland III (όπως στην υποσημείωση 17), σ.168 (Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε συνάψει εμπορική συμφωνία με τη Γιουγκοσλαβία τον Μάρτιο του 1949). Στο ίδιο, σ. 407 (Η πρώτη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου του καθεστώτος Ιωαννίδη πραγματοποιήθηκε στις 26-11-1983). Richter, DerFallMerten (όπως στην υποσημείωση 18), σ.440 (Οι ελληνικές αποζημιώσεις θα ανέρχονταν αρχικά σε 200 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα, αλλά στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε 200 δισεκατομμύρια ευρώ κατά την τρέχουσα κρίση χρέους). Στο ίδιο, σ. 441. (Οι προμήθειες μηχανών από τη Διεθνή Υπηρεσία Επισκευών θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια μεταποιητική βιομηχανία). Richter, Griechenland 1945–1946 (όπως στην υποσημείωση 9), σ.442 (Η Ελλάδα προσχώρησε στην ΕΟΚ το 1961) κλπ. κλπ.

[23]Για παράδειγμα, εδώ και δέκα χρόνια ο Richter παραφράζει το μήνυμά του για την παντοδυναμία του πελατειακού συστήματος, όχι μόνο σε πολυάριθμα άρθρα περιοδικών και εφημερίδων, αλλά ενσωματώνει εκτεταμένα αποσπάσματα στις εκδόσεις βιβλίων του. Ακόμη και με την εις βάθος ενασχόλησή του με την περίπτωση Μέρτεν, την παρουσίαση της Επιχείρησης «Ερμής» και τις δηλώσεις του σχετικά με το θέμα των αποζημιώσεων, μεταφέρει μεγάλα αποσπάσματα κειμένων από τις δημοσιεύσεις βιβλίων του σε άρθρα περιοδικών καιαντίστροφα.

[24]Richter, GriechenlandzwischenRevolutionundKonterrevolution (όπωςστηνυποσημείωση 6), σ.155κ.ε.; σ.248κ.ε. καισ.416κ.ε.Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.83κ.ε.; σ.97κ.ε. σ.114Φ. και σ.183Φ.

[25]Richter, Griechenland 1945–1946 (όπως στην υποσημείωση 9), σ.72κ.ε.

[26]Σύγκρ. εδώ και παρακάτω τις συνοπτικές παρουσιάσεις του PaschalisKitromilides (εκδ.), EleftheriosVenizelos. The Trials of Statesmanship. Edinburgh2006; John Koliopoulos / ThanosVeremis, Modern Greece. A History Since 1821, Oxford 2010; IoannisZelepos, KleineGeschichteGriechenlands (όπωςστηνυποσημείωση 30), σ. 99κ.ε.

[27]Δηλαδή της Πελοποννήσου, της Αττικής και της Θεσσαλίας.

[28]Heinz A. Richter, Griechenland im 20. Jahrhundert. Τόμος 1: MegaliIdea – Republik – Diktatur, Köln 1990.

[29]Richter, Griechenland I (όπωςστηνυποσημείωση 17), σ. 11.

[30]ΟRichter αναφέρεταιεδώσετρειςδημοσιεύσειςαπότο 1920: G.F. Abbott, Greece and the Allies 1914–1922, London 1922 (E-Book-Reprint, 19. September 2007); S.P.P. Cosemetatos, The Tragedy of Greece, London 1928; Paxton Hibben, Constantine I and the Greek People, New York 1920.

[31]The Greek White Book, Supplementary: Diplomatic Documents 1913–1917. Issued by theMinistry of Foreign Affairs of the Greek Government. Translated from the French Edition by Theodore P. Ion. Published for the American Hellenic Society, New York 1919; Carl Mühlmann, ObersteHeeresleitung und Balkan imWeltkrieg 1914–1918, Berlin 1942.

[32]Σύγκρ. τη βιβλιογραφική παραπομπή της υποσημ. 97.

[33]Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση 17), σ.77κ.ε. Επιπλέον, δικαιολογεί αυτή την επιχείρηση των Κεντρικών Δυνάμεων ως «αμυντικό μέτρο», ενώ θεωρεί την αποστολή της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη ως «επιθετικό μέτρο».

[34]Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση 17), σ.65κ.ε. Οι απώλειες του ελληνικού εμπορικού στόλου ήταν τόσο σοβαρές που οδήγησαν σε δεκαετίες αποζημιώσεων μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Τερματίστηκαν μόνο το 1974, όταν η ομοσπονδιακήκυβέρνηση σύναψεσυμβάσεις για να πληρώσει 47 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα. Για λεπτομέρειες σύγκρ. Roth / Rübner, Reparationsschuld (όπως στην υποσημείωση 83), σ.137.

[35]Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση17), σ.60.

[36]Στο ίδιο, σ. 262.

[37]Στο ίδιο, σ. 116.

[38]Στο ίδιο, σ. 262.

[39]Στο ίδιο, σ. 12.

[40]Στο ίδιο, σ. 101.

[41]Όποιος διαβάσει τα έγγραφα της Λευκής Βίβλου και της μελέτης του Mühlmann θα βρει σαφή στοιχεία (σύγκρ. υποσημείωση 102). Οι προσπάθειες άμβλυνσης και επαναπροσδιορισμού που κάνει ο Richter(Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση 17), σ.116ff.) φαίνονται παράλογες.

[42]Μετάφραση από τη Λευκή Βίβλο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (όπως στην υποσημείωση 101), Έγγρ. 77, σ.87: «Maytheinfamouspigsreceivetheirpunishmentwhichtheydeserve!»

[43]Richter, GriechenlandI (όπως στην υποσημείωση 17), σ.121.

[44]Ο Richter υποστηρίζει, πως αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε δεν επρόκειτο για τηλεγραφήματα, αλλά για ιδιωτικές επιστολές της βασίλισσας Σοφίας στον αδελφό της Γουλιέλμο τον Β΄, τα οποία όμως ήταν αναξιόπιστα λόγω του συγκεκριμένου στρατιωτικού περιεχομένου. Η Σοφία φρόντιζε μόνο για κοινωνικά ζητήματα. Επιπλέον, το δεύτερο τηλεγράφημα που ανέφερε ο Mühlmann στα γερμανικά ήταν τόσο λανθασμένο, που δεν θα μπορούσε να προέλθει από τη βασίλισσα Σοφία. Παρεμπιπτόντως, ο Γουλιέλμος ο Β΄εκείνη την εποχή δεν είχε καμία επιρροή στις αποφάσεις της Ανώτατης Διοίκησης του Στρατού. Το αντεπιχείρημα: 1) Σύμφωνα με τις πηγές της Λευκής Βίβλου, επρόκειτο σαφώς για τηλεγραφήματα που εστάλησαν από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών για λογαριασμό της Βασίλισσας στην Πρεσβεία της Βέρνης, με σκοπό την προώθησή τους στο Βερολίνο (γεγονός το οποίο δεν επισημαίνει ο Richter στις βιβλιογραφικές πηγές του). 2) Στη Λευκή Βίβλο του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών βρίσκονται και άλλα τηλεγραφήματα της Σοφίας σε άλλες γερμανικές υπηρεσίες, που ασχολούνται επίσης με στρατιωτικά θέματα, όπως το τηλεγράφημά της στον στρατιωτικό ακόλουθο του Falkenhausen από την 12ηΙανουαρίου του 1917 (έγγρ.81, σ.91Φ.): Σε αυτό του αναφέρει πως, αν η απάντηση του Hindenburg αποδειχτεί πιο σημαντική, τότε το συμβούλιο του βασιλιά θα αποφάσιζε εναντίον της επίθεσης της Αντάντ. 3)Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μυστικά τηλεγραφήματα συχνά μεταβάλλονταν και αλλοιώνονταν γλωσσικά κατά τη διάρκεια της μετάδοσης. Επίσης, τα έγγραφα που μεταφράζονταν στη Λευκή Βίβλο και διαβιβάζονταν είναι επίσης ελλιπή. 4) Τα τηλεγραφήματα που στάλθηκαν προς τον Γουλιέλμο τον Β΄ δεν διέφεραν σε καμία περίπτωση από τα ραδιοτηλεγραφήματα της βασιλικής οικογένειας, τα οποία είχαν σταλεί από τις πρεσβείες της Βέρνης και του Βερολίνου, με σκοπό να διαβιβαστούν στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση. Ο Γουλιέλμος ο Β΄, λοιπόν, ήταν πλήρως εμπλεκόμενος στις μυστικές διαπραγματεύσεις  που αφορούσαν την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις