Υπαρξιακοί αναστοχασμοί: Η παρέα της Τρίτης

Κανένα σχόλιο

Της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη

Ο ηλικιωμένος συμβολαιογράφος τακτοποίησε το βαρύ μαύρο φάκελλο του αρχείου στο ράφι της βιβλιοθήκης του. Έριξε μια ματιά πάνω στο γραφείο του, τοποθέτησε μολύβια και κοντυλοφόρους στο συρτάρι και έκλεισε το βιβλίο με τις υποχρεώσεις της ημέρας γραμμένες στην αντίστοιχη σελίδα. Ύστερα τύλιξε με ένα λαστιχάκι τους λογαριασμούς  προς εξόφληση και τους τοποθέτησε σε περίοπτη θέση πάνω στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης.

Προχώρησε προς την έξοδο του γραφείου ατενίζοντας με περίσκεψη το χώρο υποδοχής: πόσοι και πόσοι άνθρωποι είχαν διαβεί από αυτήν την αίθουσα! Αλλά και πόσοι αλησμόνητοι φίλοι είχαν περάσει από εδώ, για έναν καφέ, για να ζητήσουν τη βοήθειά του σε τρέχοντα θέματά τους, ή απλά για το καθιερωμένο ραντεβού της Τρίτης!

"Sponsored links"

Στο ραντεβού της Τρίτης μαζεύονταν όλη η παρέα: ο φαρμακοποιός, οι τρεις γιατροί -δύο παθολόγοι και ένας καρδιολόγος, παρακαλώ- ο εφημέριος, ο καθηγητής, ο ηλεκτροτεχνίτης, ο δημόσιος υπάλληλος.  Η παρέα καθιερώθηκε όταν πια οι φίλοι έπιαναν τον κάβο των πενήντα και άρχισαν να έχουν εντονότερες υπαρξιακές αναζητήσεις. Ξεκινούσαν όλοι από το γραφείο του συμβολαιογράφου και συνέχιζαν σε κάποιο παραδοσιακό στέκι, στο ” Μαγέρικο της Μάγδας” ή στην “Καβουροφωλιά”. Έτρωγαν και έπιναν συζητώντας. Ο καθηγητής, ο οποίος επέλεγε  κάποιο καίριο φιλοσοφικό απόφθεγμα, έκανε την αρχή. Έτσι ξεκινούσε ένας γενικότερος προβληματισμός, περί ευτυχίας, περί δικαίου, περί του νοήματος της ζωής και , φυσικά, περί θανάτου. Η συζήτηση τραβούσε σε μάκρος, μέχρι να έρθει κάποιο αστείο να “ελαφρύνει” την ατμόσφαιρα, όπως όταν ο ηλεκτροτεχνίτης έλεγε:

-Στην παρέα μας έχουμε όλη τη σειρά υπηρεσιών για τη διαδρομή προς τον Άλλο Κόσμο: έχουμε συμβολαιογράφο, έχουμε γιατρούς, έχουμε και τον παπά  Μανώλη -γέροντα συμπάθα με, αλλά είναι η αλήθεια, εσύ θα μας διαβάσεις το “κατευόδιο”, όταν έρθει η ώρα!

-Αυτά τα γνωρίζει μόνο ο Θεός! Δεν το γνωρίζουμε ποιος θα φύγει πρώτος. Μπορεί αυτός να είμαι εγώ. Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου… Απαντούσε ο ιερέας.

Οι γιατροί έβρισκαν ευκαιρία να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές, ενθυμούμενοι πόσοι ασθενείς διέψευσαν δυσοίωνες προγνώσεις και πόσοι , θεωρητικά υγιείς, αποχαιρέτισαν νωρίς τα εγκόσμια. Ο συμβολαιογράφος, πάλι, ανάτρεχε σε περιστατικά της ζωής που ο ίδιος γνώρισε λόγω του επαγγέλματός του, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αχαριστίας τέκνων, συζύγων, αδελφών. Ο εφημέριος δεν έχανε ευκαιρία να συμπληρώσει:

-Αλλά, όπως είπαμε, μητέρα της αχαριστίας είναι η απληστία. Από εκεί ξεκινούν όλα τα κακά, από εκεί ξεκινούν και οι πόλεμοι…

Ωστόσο, πριν τα πιάτα αδειάσουν από τους μεζέδες, όλο και κάποιος θυμόταν τη φιλάσθενη σύζυγο του ηλεκτροτεχνίτη, η οποία σπάνια μαγείρευε:

-Πάρε αυτά τα καλιτσούνια και τις γαρίδες, να τα πας στη γυναίκα σου. Πάρε και λίγα ακόμα για σένα, σαν σπίνος έχεις γίνει από την αδυναμία…

Τη Μεγάλη Τρίτη η παρέα και πάλι μαζευόταν, όμως πιο αργά. Κρατούσαν τη νηστεία και συνόδευαν το κρασί με χλωρά κουκιά και ελιές, “συμπεθεριό” οσπρίων, βραστές πατάτες και σαλάτα.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια η παρέα παρουσίαζε κάποια σημεία κόπωσης. Οι συζητήσεις έγιναν πιο άτονες, οι συναντήσεις λιγότερο παρατεταμένες. Ώσπου άρχισε “να χαλά η ξερολιθιά”.

"Sponsored links"

Πρώτος έφυγε ο καθηγητής και ήταν μεγάλη η θλίψη των φίλων για την απουσία του, η οποία έγινε ιδιαίτερα αισθητή. Έλειψε από την παρέα ο επιβλητικός τόνος της φωνής του και η ήρεμη βεβαιότητα του λόγου του. Έλειψε και το έναυσμα των συζητήσεων, καθώς ο καθηγητής, ως εάν βρισκόταν μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, ήταν εκείνος που ανάγγελε την έναρξη, αλλά και τη λήξη των διαλογικών διαδρομών.

Ύστερα έφυγε ο νεότερος από τους γιατρός.  Έφυγε αναπάντεχα τόσο, που ήταν σαν να μην είχε φύγει. Πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι να το πιστέψουν οι φίλοι του. Άλλωστε, τον καιρό της ακμής της παρέας,  ο ίδιος συνήθιζε να λέει, περιπαικτικά, χειριζόμενος πάντα με άψογο τρόπο το κρητικό ιδίωμα που τόσο αγαπούσε:

-Εγώ, μωρέ, δεν έχω σκοπό ν’ αποθάνω. Εγώ έχω κάνει συμβόλαιο με το Μιχαήλ Αρχάγγελο. Θα πιω ένα ελιξήριο που μου ‘χει δώσει  ένας πρακτικός “φαρμακοτρίφτης”, θα στοιχειώσω και θα σας-ε “σφαντάζω” ούλους!

-Και ποιο είναι αυτό το ελιξήριο που δεν γνωρίζουμε εμείς; Ρωτούσε τάχα μου ενοχλημένος ο φαρμακοποιός.

-Εσείς, πού να κατέχετε!  Εσείς ξανοίγετε “αφ’ υψηλού”! Φαρμακοτρίφτης είπα, δεν είπα έμπορος! Συνέχιζε τα πειράγματα ο γιατρός.

-Ε, να πεις και σε μας τη μυστική συνταγή, κι ας στοιχειώσουμε! Εκτός αν θέλετε να σας φτιάξω εγώ μια πατέντα, ηλεκτρική καρδιά που να δουλεύει χωρίς κούρντισμα! Έλεγε γελώντας ο ηλεκτροτεχνίτης.

-Δεν υπάρχουν μαγικά ελιξήρια, ούτε γίνονται συμβόλαια με τους ουρανούς! Παρενέβαινε ανυψώνοντας καρτερικά το βλέμμα ο εφημέριος.

-Μωρέ γίνονται και παραγίνονται, απαντούσε ο γιατρός. Ρώτα και το φίλο σου το συμβολαιογράφο να σου πει. Μόνο που τα συμβόλαια αυτά είναι γραμμένα σε κρυφά κιτάπια!

-Ήμαρτον, Κύριε! Απαντούσε μακρόθυμα ο εφημέριος.

Λίγα χρόνια αργότερα έφυγε και ο καρδιολόγος, από καρδιακό νόσημα. Η παρέα άρχισε να νιώθει το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της.

-Εμείς πρέπει όχι μόνο να τους θυμόμαστε, αλλά και να προσευχόμαστε να είναι αναπαυμένες οι ψυχές τους! Έλεγε ο εφημέριος, ο οποίος ήταν ο επόμενος στη σειρά της αποδημίας.

Η παρέα είχε πια φυλλοροήσει για τα καλά. Ωστόσο, σαν να το είχαν κρυφό τάμα στη μνήμη των φίλων τους, οι εναπομείναντες συνέχιζαν να μαζεύονται κάθε Τρίτη. Δεν είχαν μείνει παρά ένας γιατρός, ο συμβολαιογράφος, ο φαρμακοποιός, ο ηλεκτροτεχνίτης και ο -συνταξιούχος, πλέον- υπάλληλος, ο οποίος, ως ο πλέον τυπικός της παρέας, υπενθύμιζε στους άλλους πότε είναι τα μνημόσυνα των μεταστάντων φίλων τους.

Ο επόμενος στη λίστα αποδημίας ήταν ο μηχανικός. Ακολούθησαν ο  φαρμακοποιός, ο τελευταίος από την τριάδα των γιατρών και,  λίγο αργότερα, ο συνταξιούχος υπάλληλος.

Αυτά όλα ήρθαν, σαν αστραπή, στη σκέψη του συμβολαιογράφου, στη διαδρομή προς την έξοδο του γραφείου του, απομεσήμερο Μεγάλης Δευτέρας. Ένιωθε ένα αδιόρατο άγχος. Σκεφτόταν τη Μεγάλη Τρίτη, που ερχόταν αύριο. Σκεφτόταν τις μεγαλοβδομαδιάτικες συνάξεις της παρέας, τα χλωροκούκια και τις ελιές, τις μακρόσυρτες συζητήσεις. Ένας κόμπος έσφιγγε την καρδιά του.

Πριν προφτάσει να ανοίξει την εξώπορτα του γραφείου, χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε με ταραχή και αντίκρισε την κόρη του:

-Ήρθα να σε πάρω να πάμε μια βόλτα, είπε.

Μπήκαν μαζί στο αυτοκίνητό της και τράβηξαν προς την Παλιά Πόλη.

-Πάμε να ανάψουμε ένα κεράκι στην εκκλησία, πρότεινε εκείνη.

Μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Ο συμβολαιογράφος είδε ένα νέο, αδύνατο άντρα που κρατούσε μια αρμαθιά κεριά. Τα άναψε και αφού προσκύνησε τα εικονίσματα κάθισε σε μιαν άκρη και ατένιζε, με στοχαστικό βλέμμα, το τέμπλο. “Ασφαλώς προσεύχεται”, σκέφτηκε ο συμβολαιογράφος.

Ένιωσε, εκείνη τη στιγμή, πως εκείνος ο νέος άνθρωπος προσευχόταν για κάτι πολύ σημαντικό. Ένιωσε πως θα ήθελε να γνωρίζει τι ήταν αυτό και πως θα ήθελε να προσευχηθεί μαζί του. “Στήριξε και βοήθησε, Θεέ μου” , είπε μέσα του.

-Πάμε να καθίσουμε κάπου εδώ κοντά και να πιούμε έναν καφέ; Άκουσε τη φωνή της κόρης του.

Στην καφετέρια της πλατείας παράγγειλε ένα κρύο καφέ και βάλθηκε να κοιτάζει τον κόσμο γύρω.

Για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως ήταν ένας άλλος κόσμος. Πιθανότατα όχι καλύτερος,  ούτε χειρότερος, πάντως ένας άλλος, όχι οικείος σε κείνον, κόσμος. Η κόρη του έριχνε κλεφτές ματιές και αποτόλμησε μια διαπίστωση:

-Έχει αρχίσει κιόλας η τουριστική κίνηση…

-Ναι, συμφώνησε εκείνος βιαστικά, απλά και μόνο για να κλείσει τη συζήτηση.

Εξακολούθησε να κοιτάζει τον κόσμο που περνούσε από μπροστά τους. Ένα πολυποίκιλο και πολύχρωμο πλήθος ξεχυνόταν στη διάβαση με τις λευκές διαγραμμίσεις κάθε που άναβε το πράσινο φως. Είδε νέους και νέες με σακκίδια στην πλάτη, μανάδες με τα παιδιά τους, ζευγάρια τουριστών, έναν ηλικιωμένο κύριο που βάδιζε με δυσκολία και ένα νέο ζευγάρι που περνούσε βιαστικά – ο άντρας μπροστά, λέγοντας κοφτά “Αυτό ήταν, πάει και τέλειωσε, δεν έχει άλλο” , ενώ η γυναίκα προσπαθούσε να τον προφτάσει και τον ρωτούσε “Αφού ήταν τόσο ακριβά, γιατί πήγαμε εκεί;”

Είδε τους τουρίστες που έμπαιναν στο ταξί, τη φοιτήτρια στο διπλανό τραπέζι που κοίταζε το φορητό υπολογιστή της καθώς έπινε καφέ παρέα με  έναν συμφοιτητή της, το αυτοκίνητο της πυροσβεστικής που πέρασε με θόρυβο και τους διαβάτες που ρωτούσαν ο ένας τον άλλον τι συμβαίνει “Κάποια φωτιά πάλι”, είπε ένας. Είδε κάποιον που διάβαινε με βήμα γοργό, αεικίνητος, με διαπεραστικό βλέμμα. Του θύμισε το φίλο του που έφυγε τόσο βιαστικά “Εγώ θα σας στοιχειώσω όλους!” είχε πει με εκείνο το χαρακτηριστικό σκωπτικό ύφος του. Είδε περαστικούς να κρατάνε ένα κυπελλάκι παγωτό ή ένα κομμάτι πίτσα, να κάθονται σε κάποιο παγκάκι της πλατείας για να μασουλήσουν κάτι ή να καπνίσουν ένα τσιγάρο. Είδε ένα νέο που προχωρούσε με κοπιώδη και ασυγχρόνιστα βήματα, ακολουθώντας  τους ηλικιωμένους γονείς του. Είδε ανθρώπους κάθε ηλικίας με ακουστικά στο αυτί, να περπατούν και να συζητούν μεγαλόφωνα, με κάποιον αόρατο συνομιλητή “Σαν να παραμιλάνε”, σκέφτηκε. Είδε κάποιον να στοιβάζει και να μαζεύει τις χαρτόκουτες που είχαν βγάλει έξω τα καταστήματα. Είδε τα περιστέρια, που κατέβαιναν στο πεζοδρόμιο για να τσιμπολογήσουν κάποιο ψίχουλο.  Θυμήθηκε τη συνηθισμένη υπόμνηση του εφημέριου, όταν αποτεινόταν στην ολομέλεια της Παρέας της Τρίτης για να αναφερθεί στη Θεία Πρόνοια: ” Τα κρίνα του αγρού και τα πετεινά του ουρανού…”

Είχε σουρουπώσει όταν η κόρη του ρώτησε:

-Να σε πάω στο σπίτι;  Η μαμά θα μας ψάχνει…

Είχε σχεδόν αποξεχάσει τη γυναίκα του, που θα τον περίμενε στωικά, αδύναμη και γερασμένη, αλλά πάντα πρόθυμη να πιουν ένα φλυτζάνι τσάι μαζί και να κουβεντιάσουν για τα νέα της ημέρας.

-Ναι, ώρα μας είναι, απάντησε εκείνος με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο, και πρόσθεσε:

-Θύμισέ μου αύριο να ψωνίσω δυο πράγματα για το Πάσχα…

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις