16 Νοέμβρη 1980: Η βραδιά των «παπουτσιών» – Μια προσωπική μαρτυρία

Κανένα σχόλιο

Άλλοι, κάποιοι λίγοι στην αρχή της πορείας φώναζαν “Ο Αγώνας τώρα δικαιώνεται”. Εμείς, οι πολύ περισσότεροι, φωνάζαμε με στόμφο, για να σκεπάσουμε αυτό που οι Ο.Ν.ΝΕ.Δίτες εννοούσαν δικαίωση, γιατί για κείνους, δικαίωση ως φαίνεται ήταν όχι τα οράματα των φοιτητών και του εργαζόμενου λαού, του υπόδουλου λαού, αλλά η «αρπαγή» κάποιου κόκαλου εξουσίας. Φωνάζαμε: “Ο Αγώνας τώρα συνεχίζεται”. Και ανεβαίναμε τη Σταδίου με σηκωμένες τις γροθιές.

Τριτοετής της Νομικής τότε, συνειδητά βρέθηκα κάτω από τα πανό της “Ε.ΚΟ.Ν Ρήγας Φεραίος-Β’ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ”, μαζί με τη φίλη μου Βαγγελιώ -Λίτσα τη λέγαμε- Φουντουλάκη με καταγωγή από τις Αρχάνες, τη Μπέμπα Κυρμανίδου από το Πετρίτσι Σερρών, δικηγόρος σήμερα στη Θεσσαλονίκη και το Θανάση Καράπετσα από τη Στυλίδα, φοιτητής τότε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής σήμερα δημοτικού σχολείου στη Θήβα.

Το δικό μας μπλόκ είχε κοντοσημώσει στον Άγνωστο Στρατιώτη. Ήμασταν στη γωνία της Λεωφόρου Αμαλίας με την Όθωνος, μπροστά από τα γραφεία της Air France. Κάποιοι από το πεζοδρόμιο μας έβριζαν. Μας φώναζαν «αλήτες». Αυτό όμως, εμάς, δεν μας πτοούσε. Στόχος μας αδιαπραγμάτευτος ήταν να συνεχίσουμε, να φτάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε, στην πηγή που δημιούργησε και στήριξε την επτάχρονη τυραννία στη χώρα μας, που οργάνωσε και στήριξε την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στην Αμερικάνικη Πρεσβεία.

"Sponsored links"

Υπήρχε ρητή κυβερνητική εντολή η πορεία να διαλυθεί στο Σύνταγμα.

Οι διμοιρίες των ΜΑΤ ήταν παραταγμένες κάτω από το κτίριο της Βουλής, στην αρχή της Βασιλίσσης Σοφίας, στη διασταύρωση Φιλελλήνων και Ξενοφώντος καθώς και στο Ζάππειο, απέναντι από την Αγγλικανική εκκλησία.

Ο επί κεφαλής διεμήνυσε αυστηρά στην ΕΦΕΕ ότι δεν θα επιτρέψουν τη διέλευση στη Βασιλίσσης Σοφίας, μετά τα λουλουδάδικα.

Οι νεολαίες της ΔΑΠ (Νέας Δημοκρατίας), ΠΑΣΠ (ΠΑΣΟΚ) και ΚΝΕ-Πανσπουδαστική (ΚΚΕ) και μεγάλο μέρος από τη νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού, πειθάρχησαν, παρά την έντονη αντίδραση των παρατάξεων ΑΑΣΠΕ, ΠΠΣΠ, ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος-Β’ Πανελλαδική κ.α. Εκείνη τη στιγμή, επήλθε η ρήξη στην ΕΦΕΕ. Μια μεγάλη μάζα, με πάνω από 10.000 λαού, αψηφώντας τις απαγορεύσεις, προσπάθησε να σπάσει τον αποκλεισμό μπροστά από τα λουλουδάδικα, στη γωνία της Ακαδημίας.

Η παρέα μου διαλύθηκε. Έφυγε ο Θανάσης και η Μπέμπα. Μείναμε μόνο δύο. Η Λίτσα κι εγώ.

«Εσείς είσαστε τρελοκρητικοί» μας είπαν και χάθηκαν μέσα στο πλήθος που κατευθύνονταν στην Πανεπιστημίου που ήταν ακόμα ανοικτή.

Ταυτόχρονα με την κίνηση για σπάσιμο του αποκλεισμού, ο εισαγγελέας Γ. Κουβέλης πήρε την κατάσταση στα χέρια του, δίνοντας εντολή επίθεσης σε έξι (6) διμοιρίες ΜΑΤ. Η ώρα ήταν περασμένες 8. Άρχισε τότε ένα όργιο βίας, με χρήση όχι μόνο κλομπ αλλά – για πρώτη φορά μετά τη Χούντα – και πυροβόλων όπλων, ενώ η αστυνομία επιστράτευσε και «αύρες», τα ειδικά τεθωρακισμένα οχήματά της για την απώθηση των διαδηλωτών. Τα ΜΑΤ ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και επιτέθηκαν όχι μόνο στους διαδηλωτές που αψήφησαν την κυβερνητική απαγόρευση, αλλά και κατά αυτών που ειρηνικά διαδήλωναν προς την πλατεία Συντάγματος. Στη συνέχεια τα ΜΑΤ μετέτρεψαν το κέντρο της Αθήνας σε πραγματικό σφαγείο.

ΜΑΤ, διαδηλωτές,1980

Τρέχαμ’ απ’ εδώ, τρέχαμ’ από κει αλλά παντού αντικρίζαμε την αστυνομική βία και τα αέρια να ρίχνονται σωρηδόν. Η Πανεπιστημίου είχε πια κλείσει από τις αύρες. «Πάμε μέσα στον Κήπο» είπα στη Λίτσα. Τα ΜΑΤ από την πλευρά του ΖΑΠΠΕΙΟΥ άρχισαν να βαδίζουν αργά αλλά σταθερά στη λεωφόρο Αμαλίας. Σταμάτησαν έξω από του Μποδοσάκη. Δεν είχαμε περιθώρια επιλογών. Ο δρόμος ήταν γεμάτος με διάσπαρτα παπούτσια. Αντρικά μα και πολλά γυναικεία. Με τα τακούνια είναι αδύνατο να τρέξει κανείς…

"Sponsored links"

Ήμουν λεπτός άρα και ευλίγιστος. Μ’ ένα σάλτο, βρέθηκα στα κάγκελα του Εθνικού Κήπου και μ’ άλλο ένα έπεσα μέσα, ευτυχώς απάνω σε σφάκες. Η Λίτσα είχε απομείνει στην κορυφή του κάγκελου. Το ένα πόδι στην απ’ έξω και το άλλο στην από μέσα πλευρά του Κήπου που άλλοι τον έλεγαν Εθνικό και άλλοι Βασιλικό. «Πήδα γρήγορα» φώναζα. Μα εκείνη, κοντή κι αμάθητη όπως ήτανε, δεν τ’ αποφάσιζε. Όταν τα ΜΑΤ έφτασαν στα λίγα μέτρα, κάποιος την έσπρωξε και έσκασε πάνω στις σφάκες, έχοντας στραμπουλίξει, ευτυχώς, μόνο το αριστερό χέρι.

Δεν ξέραμε τι γίνεται απ’ έξω. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να σωθούμε από τις κυβερνητικές δυνάμεις καταστολής. Ακούγαμε συνεχείς ριπές όπλων, κάτι κρότους σαν κανονιές, φωνές καλώντας σε βοήθεια. Η ατμόσφαιρα είχε θολώσει από τα καπνογόνα και η αναπνοή δεν ήταν εύκολη υπόθεση. «Να φύγουμ’ από δω. Μπορεί να μας κτυπήσουν. Ξέρουν πως είμαστε μέσα» ακούστηκε η φωνή μιας κοπέλας. Δεν την είδα. Όμως είχε δίκιο. Κατευθυνθήκαμε στο εσωτερικό, δίχως ν’ ανάψουμε αναπτήρες, για να μη δώσουμε στόχο. Η Λίτσα μ’ ακολουθούσε κρατώντας με από την πλεκτή ζακέτα που φορούσα. Ο ιδρώτας που έτρεχε από το κούτελο σταματούσε στα γυαλιά μου. Τα μάτια μου έτσουζαν.

Περισσότερο βάδιζα έχοντάς τα κλειστά, παρά ανοιχτά. Μέσα στο σκοτάδι, δεν ξέραμε που πηγαίναμε. Φοβώμαστε μη τυχόν και φτάναμε στους τσολιάδες. Φτάσαμε τελικά στα κάγκελα του Ζαππείου, από την πλευρά του Καλλιμάρμαρου. Παραμερίσαμε τ’ αναρριχόμενα φυτά και φάνηκε μπροστά μας η πολυκατοικία που έμενε ο Καραμανλής. Δεν είχε φρουρά. Μπορεί και να ’χε μετακομίσει. Ποιος ξέρει… Έπρεπε να φτάσω απέναντι.

Τότε, έμενα σ’ ένα ισόγειο αρχοντικού που μου είχε παραχωρήσει η θεία μου, αδελφή του πατέρα μου και σύζυγος του Αντιπτεράρχου Οικονόμου στη Μηνιάτη 11 και Λάμπρου Φωτιάδη γωνία, στο Μέτς. Διακόσια μόνο μέτρα από το σημείο, αλλά ποιος θα μπορούσε να τα διανύσει με ασφάλεια;

Όσο απομακρυνόμαστε, τόσο λιγότερα μπαμ – μπουμ ακούγαμε. «Μπορεί να έχουν ηρεμήσει» σκεφτόμουνα. Μα όμως… οι σειρήνες των νοσοκομειακών και των αστυνομικών αυτοκινήτων που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα με αναμμένα τα φώτα ουρανού, μας έδειχναν ότι τίποτα δεν είχε τελειώσει. Καβαλικέψαμε πάλι τα κάγκελα και βρεθήκαμε πίσω από το άγαλμα του δισκοβόλου. Για ασφάλεια, δεν βγήκαμε στη μεγάλη λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Περάσαμε στο απέναντι χωμάτινο στρατί που βγάζει πίσω από το γυμναστήριο «Φωκιανού» και από κει, βγήκαμε στη διασταύρωση της Όλγας με την Αρδηττού. Η κυκλοφορία, αραιή μεν, αλλά πάντως γινόταν χωρίς προβλήματα εξ αιτίας της κατάστασης. «Καλό αγώνα σύντροφοι» μας είπε ένας μουσάτος. Γύρισα και τον κοίταξα. Δεν τον είχα ξαναδεί. Άναψε τσιγάρο και χάθηκε προς την Αγία Φωτεινή. Δεν του απάντησα… Η Λίτσα πονούσε. Δε μπορούσα να την αφήσω μόνη. Δεν ήθελε να πάμε σε νοσοκομείο. «Λω μπις επαλάβωσες; Θα μας ε πιάσουνε αμέσως» είπε. Είχε δίκιο. «Πάμε τότες στο σπίτι μου». Ήταν κοντά. Πολύ κοντά. Όμως κάπως επικίνδυνα. Οι συγγενείς μου ήταν χουντικοί.

Έμεναν στην ίδια οικοδομή που ήταν ιδιοκτησία τους. Ολάκερο το δεύτερο πάτωμα κρατούσαν. Το πρώτο το νοίκιαζαν και σε μένα είχαν παραχωρήσει το ισόγειο. Όχι που δεν ήθελα να πάμ’ εκεί, αλλά να…φοβήθηκα. Ήταν λάτρεις του Παπαδόπουλου και της ληστοσυμμορίας των Απριλιανών αποβρασμάτων. Προτίμησα να πάμε με τα πόδια στο σπίτι της Λίτσας, στην οδό Θαρύου, κοντά στου Κασομούλη, στο Νέο Κόσμο. Είχε ράδιο και τηλεόραση. Μπορεί κάτι να μαθαίναμε. Η ώρα είχε κοντοφτάσει μεσάνυχτα. Το χαζοκούτι μετέδιδε δηλώσεις των πολιτικών ηγετών.

Ο Πρωθυπουργός Γ. Ράλλης με τις αοριστολογίες του, ανάλυε τα συνθήματα ως εξής: «Λένε ψωμί. Τι δεν έχουνε να φάνε; Λένε παιδεία. Δεν έχουμε δωρεάν παιδία; Μιλάνε για ελευθερία. Γιατί δεν είμαστε ελεύθερη χώρα;» και άλλα τέτοια λόγια για γέλια μα πιο πολύ για κλάματα. «Μικρές ομάδες ανευθύνων στοιχείων και προβοκατόρων άγνωστης και ύποπτης προέλευσης δημιούργησαν θλιβερά έκτροπα με προφανή σκοπό να αμαυρώσουν και να δυσφημήσουν τη μεγάλη λαϊκή επέτειο του Πολυτεχνείου». Αυτή η «υπεύθυνη» θέση του αρχηγού της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης και ένα χρόνο μετά πρωθυπουργού της χώρας Ανδρέα Γ. Παπανδρέου.

Ντράπηκα και λυπήθηκε συνάμα γιατί έλπιζα σ’ αυτόν… Είχα επηρεαστεί από τη συνθηματολογία… Εγώ και η φίλη μου η Λίτσα Φουντουλάκη, ψηφοφόρος μέχρι τότε από παράδοση της Νέας Δημοκρατίας, ήμασταν, λέει, προβοκάτορες άγνωστης και ύποπτης προέλευσης.

Δυστυχώς στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ. Λέξη δεν είπαν τα Μ.Μ.Ε. για τυχόν νεκρούς ή για τραυματίες… Έφτιαξα ένα πρόχειρο μπλάστρι με χαρτοσακούλα του μπακάλη, αβγό και σαπούνι και της το κόλλησα στο χτυπημένο χέρι. Ένα πρακτικό που είχα δει πως το έφτιαχνε η γιαγιά μου η Άννα. Ήπιε και ένα Αλγκόν και ο πόνος λιγόστεψε και μαΐναρε. Εκείνη τη βραδιά δεν έκλεισα μάτι.

Την επόμενη μέρα, έπρεπε να πάω στη δουλειά μου. Εργαζόμουν στο τμήμα προσωπικού μιας Αγγλικής Ασφαλιστικής Τράπεζας, της “Norwich Union Insurance Bank S.A.”, στην οδό Μαυρομιχάλη. Περνώντας από το Σύνταγμα, αντίκρισα το χάος, τη μαυρίλα, αποτελέσματα της προηγούμενης νύχτας. Εκεί, οι συνάδελφοι με πληροφόρησαν αναλυτικά για τ’ αποτελέσματα της κρατικής καταστολής. Την προηγούμενη βραδιά, η εικοσάχρονη Σταματίνα Κανελλοπούλου, εργάτρια από το Περιστέρι, έπεσε αναίσθητη και αιμόφυρτη από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα των αστυνομικών κλομπ στην οδό Πανεπιστημίου.

Μια ομάδα αστυνομικών την ξυλοκόπησε και τη χτύπησε αλύπητα στο κεφάλι και στο σώμα. Μεταφέρθηκε αναίσθητη στο «Ιπποκράτειο» όπου άφησε την τελευταία της πνοή, προτού οι γιατροί προλάβουν να της προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. Το πόρισμα του ιατροδικαστή συγκλονίζει: 18 χτυπήματα στο κρανίο, πολλαπλά κατάγματα και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

Ο 26χρονος Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής συμμετείχε στη συγκεκριμένη πορεία με τους συντρόφους του της «Επιτροπής Αυτοδιάθεσης Κύπρου». Στην Πλατεία Συντάγματος έγινε θύμα άγριας επίθεσης των ΜΑΤ, η οποία τον άφησε επί τόπου βαριά τραυματισμένο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Κουμής δεν είχε λάβει καν μέρος στα επεισόδια, αλλά καθόταν σε παρακείμενο καφενείο την ώρα των επεισοδίων.

Ο Κουμής μεταφέρεται στο Λαϊκό Νοσοκομείο και το βράδυ της Κυριακής είναι ήδη κλινικά νεκρός. Την Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου, κηδεύεται στην Κύπρο και αμέσως μετά πραγματοποιείται πορεία διαμαρτυρίας προς την Ελληνική Πρεσβεία της Λευκωσίας. Για τους θανάτους διατάχτηκε ΕΔΕ, η οποία φυσικά δεν κατέληξε πουθενά, ως είθισται. Οι δράστες των δύο θανάτων έμειναν ατιμώρητοι όπως και όσοι από τους αστυνομικούς κατηγορήθηκαν για τα επεισόδια της 16ης Νοέμβρη του 1980, αθωώθηκαν 7 χρόνια αργότερα.

Ευθύμης Λεκάκης

Νομικός, Ιστορικός ερευνητής

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις