H Λιαλιώ του Παπαδιαμάντη. Ο έρωτας της ζωής του!

Κανένα σχόλιο

Ήλθε προχτές στο γραφείο μας ο καλός μας ο Αντώνης. Και μας θύμισε τον Παπαδιαμάντη. Ήταν το Παπαδιαμάντης ο αγαπημένος των γυμνασιακών μου χρόνων! Η «Φόνισσα» ήταν απ’ τα έργα του που με συγκλόνισαν περισσότερο. Οι χαρακτήρες που περιγράφονται συγκλονιστικοί. Η σκληρότητα που απορρέει απ’ τα επίσης σκληρά ήθη του κοινωνικού περίγυρου. Η ζωή η ίδια σκληρή επίσης!

Θα αρχίσω πάλι να τα ξαναφρεσκάρω στην μνήμη μου. Τελευταία φορά που ασχολήθηκα με τον Παπαδιαμάντη ήταν πριν μερικά χρόνια που πήγαμε ταξίδι στη Σκιάθο. Επισκεφθήκαμε το σπίτι του Παπαδιαμάντη. Από κει αγόρασα το βιβλίο του Φώτη Δημητρακόπουλου που γράφει για την ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη. Με πολλές φωτογραφίες και χειρόγραφα και αναφορές στο έργο του και στον χαρακτήρα του και στον τρόπο ζωής του. Για τους γονείς του, για τις αδελφές του από τις οποίες η μία παντρεύτηκε μόνο. Την ανατροφή του, σχεδόν θρησκοληπτική απ’ τον ιερέα πατέρα του. Τον χαρακτήρα του. Μου άρεσε στο βιβλίο η εξής σκιαγράφηση του χαρακτήρα του που διαγράφεται στην επιστολή που στέλνει στον πατέρα του:

«Εν Αθήναις, τη 10η Σεπτεμβρίου 1882

"Sponsored links"

Σεβαστέ μοι πάτερ,

Αμφιβάλλετε ότι από επτά μηνών εργάζομαι αδιακόπως να συστηθεί επιτροπή δια να μ’ εξετάση, και ότι δεν έγινε μέχρι τούδε; Πιστεύσατέ το, είναι η μόνη αληθεια. Έκτοτε ειμπορεί να ευρέθην και εγώ εις σφλομονήν και να είπα και κανένα λόγον επιπόλαιον ότι τέτοιες εξετάσεις, ο που είναι ρουσφέτι ας λείπουν, και το ρωμαίϊκο είναι βρώμα κ.τ.λ. Αλλά τούτο δεν θα είπη ότι δεν θέλω τας εξετάσεις και δεν προσπαθώ. Και έπειτα με φουρκίζουν πολλοί απού κάμνουν τον φίλον, και δεν ειξεύρει κανείς, τι να τους είπη δια να τους ξεφορτωθή, και ύστερον αυτοί οι ίδιοι ίσως έρχονται και σας πωλούν εσάς δούλευσιν κ.τ.λ. Είναι κόσμος αυτός;…»

Και με συγκλόνισε η αγάπη του για την Λιαλιώ. Την μοναδική αγάπη της ζωής του. Απ’ την παιδική του ηλικία. Απ’ την ηλικία των 11 χρόνων του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Παραθέτομε τμήμα απ’ το βιβλίο γραμμένο απ’ τον Μιχάλη Περάνθη για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Παπαδιαμάντη

«Η ΛΙΑΛΙΩ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θεωρείται σήμερα ο μεγαλύτερος νεοέλληνας διηγηματογράφος. Ως ποιητή πολύ λίγοι τον γνωρίζουν. Γιατί ποτέ δεν εδημοσίευσε τους στίχους του. Τα τραγούδια ήταν μόνο για να παρηγορή τους πρώιμους καημούς της καρδιάς του.
Γεννήθηκε το 1851 στη γραφική Σκιάθο. Γυιός παπά, μεγάλωσε στην πιο αυστηρή πειθαρχία. Οι λειτουργίες, το Ευαγγέλιο, η αμαρτία, ο Θεός, οι άγιοι, αυτά ήσαν οι πρώτες του γνώσεις. Μ’ αυτά διαπλάσθηκε, με το φόβο τους ανατράφηκε, κι η ψυχή του έμεινε τρομαγμένη για πάντα από το φάσμα της αιώνιας κόλασης. Ο έρωτας ήταν η μεγαλύτερη απ’ όλες τις αμαρτίες!

Δεν ήξερε, ίσως, πως το αίσθημα αυτό ονομάζεται έρωτας. Ήταν ακόμη μόλις ένδεκα χρονών. Ωστόσο μία ακατανίκητη έλξη των έσπρωχνε πάντοτε να ξεμακραίνη προς τη «λίμνη» του νησιού. Του άρεσε να βλέπη τη Λιαλιώ, τη μικρή θετή κόρη του φύλακα της λίμνης. Του άρεσε να θαυμάζη τα ξανθά μαλλιά της και να κυττάζη τα γαλανά μάτια της. Ήταν ευτυχής να παραμονεύη γύρω στο καλύβι της, το σκεπασμένο απ’ τις ανθισμένες πασχαλιές, να την ακούη που τραγουδούσε, να της μαζεύη λουλούδια, πρόθυμος να εκτελέση κάθε παραγγελία της και να προλάβη κάθε της επιθυμία.

Μυστικό, ανεπίγνωστο αίσθημα, που ήρθε καιρός να καταλάβη, αλλά χωρίς ποτέ να τολμήση να το εξομολογηθή. Δειλός από φυσικού του, έγινε δειλότερος εξ αιτίας της χριστιανικής αγωγής του σπιτιού του. Η ζήλεια δάγκωνε την καρδιά του, αλλά τα χείλη του έμειναν κλειστά. Είχε την αφέλεια να πιστεύη πως με το να είναι ο καλύτερος στο σχολείο του, άξιζε την αγάπη της, πως μόνη της θάπρεπε να του μιλήση, προτιμώντας τον απ’ όλα τα’ άλλα παιδιά της φτωχολογιάς, τα παιδιά των ψαράδων.

"Sponsored links"

Έτσι, δεκατεσσάρων χρονών, έφυγε για το Γυμνάσιο της Χαλκίδας χώρις νάχη εξομολογηθή τίποτε στη Λιαλιώ του. Με τη φαντασία του μόνο, από μακρυά, κάτω απ’ το φως της μαθητικής λάμπας του, της κουβέντιαζε χωρίς λόγια, της έγραφε στίχους κι ονειροπολούσε απραγματοποίητες ώρες αισθηματικής ευτυχίας.

Ομοίως σ’ επερίμενα
να έλθης χθες ομοίως
Μακράν σου είναι έρημος
και αφεγγής ο βίος.

«Αφεγγής» έμεινε σ’ όλη του τη ζωή. Υπερήφανος κι ευερέθιστος καθώς ήταν, μάλωσε με τον καθηγητή τυ, εγκατέλειψε το σχολείο κι επέστρεψε στο νησί. Τώρα, ούτε ως μορφωμένος δε θα μπορούσε να φαντάζη. Κι ο παπάς είχε φτώχειες και γκρίνιαζε. Κι ο Αλέξανδρος είχε φιλοδοξίες και θλιβόταν. Για να μη χάση τη Λιαλιώ, ένα μόνο μπορούσε να κάνη. Να διοριστεί ψάλτης, να βγάζη το ψωμί του και να την παντρευτή. Ήταν ένα σχέδιο που τον βασάνιζε τρία ολόκληρα χρόναι – όσο έμεινε άπρακτος στο νησί – αλλά χωρίς και πάλι να τολμήση να το ανακοινώση ούτε στη Λιαλιώ, που ήταν τώρα μια χαριτωμένη κοπέλα.

Το 1869 ο παπάς βρήκε τα απαραίτητα χρήματα και τον έστειλε στον Πειραιά να τελειώση το Γυμνάσιο. Εν συνεχεία γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και στο νησί δεν ερχόταν παρά μόνο τα καλοκαίρια. Μόνο τότε μπορούσε να βλέπη την κρυφή αγάπη του, αλλά…

Να, η Λιαλιώ ήταν τώρα παντρεμένη. Ο θετός πατέρας της, φτωχός μεροκαματιάρης, για να απαλλαγή την έδωσε σ’ έναν γέρο τελωνειακό υπάλληλο που τη ζήτησε. Ήταν όμορφη όσο ποτέ, ώριμη, έξυπνη. Το γένος της τον πείραζε. Επείραζε όμως και τον Αλέξανδρο που τόσα χρόνια την αγαπούσε και ποτέ δεν ετόλμησε να της το πη. Κι ένα απόγευμα…

Ήταν μια βάρκα στην παραλία, κι έθλε να μπουν μέσα οι δυό τους να κάνουν μια βόλτα, να ιδή πως θα της φαινόταν, όταν μπαρκάριζε αληθινά για να γυρίση στο χωριό της, στα μέρη της Μαγνησίας.

Αυτή η διαδρομή είναι ένα θεσπέσιο όνειρο. Μια μεγάλη πανσέληνος τους τυλίγει σε μιλιχρούς ίσκιους. Ζουν τη σιωπή και το δισταγμό. Κάθεται τόσο κοντά της, που τον καίει η ζεστή ανάσα της. Δεν έχει τη δύναμι ούτε κουπί να τραβήξη. Τα χέρια του παρέλυσαν. Παρέλυσε ολόκληρος. Και τη στιγμή που η ευτυχία ήταν τόσο κοντά του, εισορμά μέσα του ο φόβος της αμαρτίας. Η ατολμία της καρδιάς γίνεται τόλμη της ψυχής. Πιάνει με δύναμι τα κουπιά κι επιστρέφουν.

Αυτή η αχρησιμοποίητη ευκαιρία, που θα τον καίη σε όλη του τη ζωή, τον αναστατώνει. Στο χωριό, βέβαια, κανείς δεν επίστεψε πως ήταν πραγματικά μια ευκαιρία αχρησιμοποίητη. Και ο Αλέξανδρος έφυγε το ίδιο βράδυ από το νησί. Πήγε στο Άγιον Όρος να γίνη καλόγηρος, να εξιλεωθή. Αλλά πώς μπορούσαν οι προσευχές και οι νηστείες να σβήσουν από τη φαντασία του το ζεστό όραμα της Λιαλιώς; Μάταια ασκήθηκε στη στέρησι και μάτωσε τα γόντατά του στις αγρυπνίες. Άνθεξε αυτό το μαρτύριο μόνον οκτώ μήνες. Αρχές του 1873 εγκαταλείπει το Όρος και κατεβαίνει στην Αθήνα.

Ένα είναι τώρα το όνειρό του, μία η παρηγοριά του, να γίνει ένδοξος συγγραφεύς. Έκανε διηγήματα όλες τις αναμνήσεις του. Κι όταν ο πόνος και η απελπισία τον έριχναν στην απόγνωσι έγραφε πάλι ποιήματα για τη Λιαλιώ.

Ούτε αγάπησε, ούτε σκέφτηκε ποτέ να αγαπήση άλλη γυναίκα. Δειλός, ρομαντικός και θρησκευόμενος, νόμισε υποχρέωσι του να της μείνη «πιστός» ως το τέλος.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Η δόξα μεγάλωνε διαρκώς το όνομά του, αλλά η καρδιά του καιγόταν από την ίδια αγιάτρευτη παιδική πληγή. Το 1891 επισκέπτεται πάλι το νησί του. Ο γέρο Μοναχάκης έχει πεθάνει. Η Λιαλιώ είναι χήρα. Και είναι πάντα όμορφη. Και ακόμη εκείνος την αγαπάει, με την δύναμι που έχει ένας απελπισμένος έρωτας 25 χρόνων.

Ένα βράδυ αποφασίζει να πάει σπίτι της. Έχει πάρει την απόφαση να τη ζητήση γυναίκα του. Έξω από την πόρτα της όμως τον πιάνουν πάλι οι δισταγμοί του. Ν’ ανέβη, να μην ανέβη; Φέρνει βόλτες απέξω, αναστενάζει, πονάει, λέει να τ’ αποφασίσει και πάλι το μετανοιώνει. Αυτό το μαρτύριο βαστάει όλη τη νύχτα. Σκέπτεται ότι μπορεί να γίνει ευτυχισμένος κι αυτό τον τρομάζει. Πώς να είναι αυτός ευτυχής, όταν δυστυχούν οι αδελφές του; Γιατί έχει τρεις ηλικιωμένες αδελφές, ανύπαντρες και απροστάτευτες. Οι γονείς του πεθαίνοντας του έγραψαν να μην τις αφήση μοναχές τους.

Ίσς αυτός να ήταν ο λόγος. Ίσως να ήταν και μόνο μια δικαιολογία για να σκεπάση τη δειλία του. Η νύχτα προχωρούσε, τα φώτα είχαν όλα σβήσει και μόνον αυτός αγρυπνούσε ακόμα, ώσπου πήρε το δρόμο της επιστροφής. Το σκοτάδι έκρυβε τα δάκρυά του… τα βήματά του τον απομάκραιναν από το μοναδικό όνειρο ολόκληρης της ζωής του.

Οι πόνοι, τα δάκρυα και οι αγρυπνίες επί ένα τέταρτο αιώνος, πήγαιναν όλα χαμένα. Ξαναγύρισε στην Αθήνα, όπου προσπάθησε να βρη παρηγοριά στα εξοχικά εξωκλήσια, στις λαϊκές ταβέρνες και στα γοητευτικά διηγήματα που ενέπνεεν ο απραγματοποίητος έρωτάς του. Πέθανε τον χειμώνα του 1911.
ΜΙΧ. ΠΕΡΑΝΘΗΣ»

Το κείμενο αυτό, όπως υπογράφεται είναι του Μιχ. Περάνθη και είναι δημοσιευμένο καθώς και το τμήμα της επιστολής του Παπαδιαμάντη προς τον πατέρα του στο βιβλίο του Φώτη Δημητρακόπουλου «Λεύκωμα για τον Παπαδιαμάντη» εκδόσεις Αναπτυξιακή ΔΕ. Περιγράφει όλη τη ζωή και το έργο του Παπαδιαμάντη. Ωραίο βιβλίο

Άννα Κωνσταντουδάκη – Αγγελάκη

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις