O Καρλ Χάινς Ροθ απαντά στον Χάινς Ρίχτερ – Ο Ρίχτερ και το ερώτημα των επανορθώσεων (10ο μέρος)

Κανένα σχόλιο

Διαβάστε επίσης:

Το βιβλίο «Ρεβιζιονιστικοί μύθοι» του Karl Heinz Roth κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2018 και αποτελεί μια απάντηση στον ιστορικό Heinz A. Richter, το ερευνητικό πεδίο του οποίου εστιάζεται στην ιστορία της Ελλάδας.

Το βιβλίο μεταφράστηκε από τα μέλη της Εθελοντικής Ομάδας Δράσης ν. Πιερίας «Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ» και θα δημοσιευτεί από τον “Αγώνα της Κρήτης” σε συνέχειες.

"Sponsored links"

Ο παράλογος ισχυρισμός του τελευταίου ότι η Γερμανία δεν πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις υποθήκες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ, αντίθετα, η Ελλάδα είναι αυτή που οφείλει να αποπληρώσει μερικές χιλιάδες χρυσές λίρες στη Γερμανία, αντικρούεται από τον Karl Heinz Roth με το παρόν πόνημα.

Ο Ροτ εξετάζει συστηματικά τις απόψεις του Ρίχτερ για την ελληνική ιστορία και προσπαθεί να ερμηνεύσει τους λόγους για τους οποίους ο Ρίχτερ χαίρει −ακόμα και σήμερα− εκτίμησης στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του γίνεται αντιληπτή η επικινδυνότητα των ρεβιζιονιστικών μύθων του Ρίχτερ και η αυθαίρετη σύνδεσή τους με την τρέχουσα σκληρή πολιτική της Γερμανίας προς την Ελλάδα: η αντίληψη της υποτιθέμενης ματαιότητας της σφοδρής ελληνικής αντίστασης στη γερμανική κατοχή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδηγεί στην χωρίς αντίρρηση αποδοχή της αμείλικτης στάσης της Γερμανίας απέναντι στην Ελλάδα όσον αφορά την ευρωπαϊκή της προοπτική και την οικονομική κρίση!

Στους «Ρεβιζιονιστικούς μύθους» ο συγγραφέας εστιάζει στις μεθοδικά ελλιπείς και τεχνικά ανεπαρκείς ιστορικές έρευνες του Ρίχτερ, που παρουσιάζουν μια μονομερώς αρνητική εικόνα των Ελλήνων, της ιστορίας τους και της κοινωνίας τους.

Προσεκτικά και σχολαστικά αποδομεί την ιστοριογραφική έρευνά του καταλογίζοντάς του επιστημονική ανεπάρκεια, ιδεοληψία, προκατάληψη, μονομέρεια και λανθασμένες μεθόδους (επιλογή των πηγών, εξέταση «βολικών» μαρτύρων κ.ά). Εντέλει, παρουσιάζει τον Ρίχτερ ως έναν «κατ’ επίφασιν» επιστήμονα, που με το έργο του σπέρνει διχόνοια και μίσος ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα, κι αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στην επίλυση του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων.

Διαβάστε το 10ο μέρος του βιβλίου:

Ο ευγενής συνεργάτης Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος

25 χρόνια μετά το φιάσκο των φιλοβασιλικών κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα δέχτηκε γερμανική επίθεση και αυτή τη φορά εγκαταστάθηκε η κατοχική κυριαρχία, η οποία κράτησε υπό έλεγχο την Ελλάδα για τριάμισι χρόνια. Αυτή τη φορά όμως δεν συμμετείχε η βασιλική αυλή.

Ο Γεώργιος ο Β΄ τάχθηκε υπέρ της βρετανικής δύναμης, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί αρκετά η θέση του Κωνσταντίνου. Εντούτοις,συμμετείχε άμεσα στην πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας των «Στρατηγών» και ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος ήταν ο κύριος εκπρόσωπός τους. Αρχικά υπηρέτησε ως Υπουργός Παιδείας και Πρόνοιας και την περίοδο από τα μέσα Νοεμβρίου του 1942 έως τον Απρίλιο του 1943 ανέλαβε τη θέση του πρωθυπουργού.[1] Στην ιστορική έρευνα της δεκαετίας του ’80, περιγράφεται ως ένα ακόμα ασήμαντο μέλος που ανέλαβε να συμβιβάσει τη γερμανική και την ιταλική πλευρά, αλλά καθαιρέθηκε σύντομα από τα καθήκοντά του λόγω έλλειψης δράσης και ικανοτήτων.[2] Εντωμεταξύ, όμως, έχουμε μάθει και κάτι άλλο.

Ο Λογοθετόπουλος υπήρξε σταθερός υποστηρικτής των Ναζί και ήθελε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην «αναδιοργάνωση της Ευρώπης».[3]Προσπάθησε να εισαγάγει στοιχεία από τη ναζιστική εκπαίδευση στην ελληνική, οργάνωνε υπουργικές επαφές με τους Γερμανούς, ενεργοποίησε εκ νέου την Ασφάλεια της Χωροφυλακής που δημιουργήθηκε την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά και δήμευσετις περιουσίες των αξιωματικών του στρατού που είχαν παραδοθεί στους συμμάχους.

"Sponsored links"

Ωστόσο, ο Ρίχτερ δεν διαμαρτύρεται για όλα αυτά, εξετάζεται όμως αν το κάνει από άγνοια ή από σκοπιμότητα. Αντίθετα, ο Λογοθετόπουλος έγινε ο σημαντικότερος πληροφοριοδότης του στην ιστορία των ελληνογερμανικών σχέσεων την περίοδο της Κατοχής. Εδώ και 50 χρόνια αντλεί και παραφράζει πληροφορίες από την απολογία του Λογοθετόπουλου, η οποία δημοσιεύτηκε το 1948. Το 2015 μάλιστα, όπως αναφέρει, την είχε εκδώσει μαζί με τα απομνημονεύματα της γυναίκας του Λογοθετόπουλου, Ελίζαμπεθ.[4]

Η συγκεκριμένη έκδοση,στην οποία μέχρι σήμερα δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία, αποτελεί ένα σιωπηλό σκάνδαλο. Στο «συνοδευτικό σχόλιο»[5] ο Ρίχτερ δεν αναφέρει πουθενά τις πράξεις του σημαντικού συνεργάτη των Ναζί. Πέφτει στην παγίδα των ισχυρισμών του, χρησιμοποιώντας δομικά στοιχεία των κειμένων του δεύτερου τόμου της τριλογίας του για την Ελλάδα.

Ακόμη κι αυτή η παράξενη διαδικασία ακολουθεί κάποια μεθοδολογία: όπου στην αναμφίβολα διαφωτιστική −από πλευράς πληροφόρησης− απολογία του αναφέρονται γεγονότα που δεν ταιριάζουν με τις απόψεις του Ρίχτερ, όπως ηαναφοράότιοι λεηλασίες των Γερμανών ήταν ηκύρια αιτία του λιμού[6] ή οι διαπραγματεύσεις με τους ειδικούς πράκτορες των δυνάμεων Κατοχής τον Νοέμβριο του 1942 μέχρι τον έλεγχο των εξόδων κατοχής,[7] όλα αυτά τα συγκαλύπτει ο Ρίχτερ με τους συλλογισμούς του, με σκοπό να υιοθετήσει στην επιχειρηματολογία του μόνο εκείνα που τονβολεύουν. Αλλά θα επανέλθω σε αυτό κατά τη συζήτηση των απόψεών του σχετικά με το θέμα των αποζημιώσεων.

Φαίνεται σχεδόν μάταιο να επισημάνουμε πως ο Ρίχτερ, ακόμη και σε αυτή την έκδοση, αποφεύγει κάθε κριτική της βιβλιογραφίας του. Ο Λογοθετόπουλος είχε προσθέσει στην απολογία του εκτενή αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να ελαφρύνει τη θέση του και να αποδείξει εκ των υστέρων ότι οι Νόιμπαχερ και Altenburg τον απέλυσαν εξαιτίας της αντιπολιτευτικών τάσεών του. Μερικά φαίνονται γνήσια, ενώ άλλα γεννούν επιφυλάξεις. Όποιος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια τέτοια αυθεντία, οφείλει να κάνει τα πάντα για να ξεκαθαρίσει αυτό το ζήτημα. Αλλά για τον Ρίχτερ αυτό δεν φαίνεται απαραίτητο, καθώς παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος μιας «αυστηρά αντικειμενικής επιστήμης», η οποία δεν γνωρίζει τέτοιου είδους δυσκολίες.

Ο Ρίχτερ και το ερώτημα των επανορθώσεων

Μετά από τη δημοσίευση του τρίτου τόμου της τριλογίας του για την Ελλάδα κατά την περίοδο 1950-1974 ο Ρίχτερ ασχολήθηκε επανειλημμένα και σε βάθος με το πιο αμφιλεγόμενο αυτή τη στιγμή ζήτημα που αφορά τις ελληνογερμανικές σχέσεις: το ζήτημα των γερμανικών οφειλών και του αναγκαστικού δανείου, το οποίο επιβλήθηκε στην Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της Κατοχής.[8] Σε αυτά τα στοιχεία του ύστερου έργου του, που βρίθουν παρεξηγήσεων, αλόγιστων κερδοσκοπιών και πολλών σφαλμάτων, έχω ήδη απαντήσει αλλού με τους ΧάγκενΦλάισερκαι ΚριστόφΣμινκ-Γκουστάβους (ChristophSchminck-Gustavus).[9]

Εδώ θα περιοριστώ σε μια σειρά επιχειρημάτων που είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τον Ρίχτερκαι τα θίξαμε πολύ σύντομα σε προηγούμενη τοποθέτησή μας. Εδώ ο Ρίχτερ επικαλείται ένα απόσπασμα της απολογίας του Λογοθετόπουλου, όπου εκείνος αμύνεται ενάντια στην κατηγορία ότι ο ίδιος και οι άλλοι δύο πρωθυπουργοί συνεργασίας παραχώρησαν στους Γερμανούς και Ιταλούς κατακτητές κεφάλαια για να καλύψουν τα έξοδα κατοχής, που ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτά που είχαν προβλεφθεί από τη Σύμβαση της Χάγης για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.[10] Για τη στήριξη αυτής της ετυμηγορίας το Ειδικό Δικαστήριο της Αθήνας αναφέρθηκε στις γνωμοδοτήσεις και δηλώσεις του Γενικού Διευθυντή του Ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών, Αθανασίου Σμπαρούνη, και του επικεφαλής διευθυντή του Ελληνικού Στρατού.

Ο Σμπαρούνης, ο οποίος αργότερα υπήρξε επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη του Παρισιού για τις επανορθώσεις, είχε καταθέσει, σύμφωνα με τον Λογοθετόπουλο, ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας είχαν διαθέσει στις δύο κατοχικές δυνάμεις κεφάλαια σε δραχμές, τα οποία ισοδυναμούνμε την τότε τιμή μετατροπής με 9.097.000 χρυσές λίρες. Από αυτά, σύμφωνα με την εκτίμηση του στρατού της Αντάντ, το ποσό των 4,1 εκατομμυρίων καλύφθηκε από τη Σύμβαση της Χάγης, αφού για μια κανονική κατοχική στρατιωτική δύναμη της τάξεως των 50.000 ανδρών (τεσσάρων μεραρχιών)διά41 (το σύνολο των μηνών κατοχής), προκύπτει ισοδυναμία της τάξεως των 100.000 χρυσών λιρών μηνιαίως. Έτσι, οι κυβερνήσεις συνεργασίας κατέβαλαν στους κατακτητές 4,997εκατομμύρια χρυσές λίρες.

Ο Λογοθετόπουλος, για να απαλλαγεί από αυτή την κατηγορία, παρουσίασε έναν αξιοσημείωτο ισχυρισμό.[11]Επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι Γερμανοί και οι Ιταλοί θα έπρεπε νομίμως να τοποθετήσουν πολύ περισσότερα στρατεύματα, για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη αντίσταση και να ανταποκριθούν σε άλλες στρατιωτικές απαιτήσεις.

Επιπλέον, οι Γερμανοί θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιήσει σημαντικές κατασκευαστικές εργασίες, να παραδώσουν μεγάλες ποσότητες αγαθών και να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες χρυσού στην Ελλάδα, και αντιστάθμισαν το ποσό χαρακτηρίζοντάς το υπερβολικό. Οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν για την κατασκευή δρόμων, στρατών και άλλων κτιρίων εκτιμήθηκαν από τον Λογοθετόπουλο σε 1 εκατομμύριο χρυσές λίρες και ωφέλησαν τελικά την ελληνική οικονομία. Επιπλέον, στο τέλος της Κατοχής ο ελληνογερμανικός λογαριασμός εκκαθάρισης είχε αρνητικό υπόλοιπο της τάξης του 1,5 εκατομμυρίων χρυσών λιρών εις βάρος της Ελλάδας.

Επίσης, η ποσότητα χρυσού που εισήγαγαν οι Γερμανοί ανήλθε σε 1,5 εκατομμύρια χρυσές λίρες και άλλο 1 εκατομμύριο εισήχθη για τη χρηματοδότηση της ναυπηγικής βιομηχανίας στη χώρα.[12] Αυτά τα ποσά προστέθηκαν στις 5.000.000 χρυσές λίρες, υπερβαίνοντας το ποσό των 4,957 εκατομμυρίων χρυσών λιρών που είχαν χρεωθεί στις κυβερνήσεις συνεργασίας.

Αυτόν τον ισχυρισμό ακολουθεί τυφλά ο Ρίχτερ ολοένα και περισσότερο: τον διέδωσε ως «γερμανική» εκτίμηση, για να μπορέσει να τον εντάξει αμφιμονοσήμαντα (1:1) στην ιστορική και πολιτική προπαγάνδα του![13]Θριαμβολογώντας, απορρίπτει την απαίτηση για τις ελληνικές αποζημιώσεις και καθορίζει αντ’ αυτού ένα ελληνικό κομίσιμοχρέος της τάξης των 3.000 ή 4.000 χρυσών λιρών, αφαιρώντας από τον αντίστοιχο υπολογισμότου πληροφοριοδότη του τον φόρο κατοχής που είχε επιβάλλει το Ειδικό Δικαστήριο της Αθήνας και που ήταν αντίθετος προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο.[14]

Για τον Λογοθετόπουλο ωστόσο, τέτοιου είδους διαστρέβλωση των γεγονότων μπορεί να γίνεται ανεκτή εκ των υστέρων, διότι ο ίδιος, όντας καταδικασμένος σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, πάλευε να του αποδοθεί χάρη.[15]

Όμως, δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε στον Ρίχτερ ότι, αναζητώντας μια εύλογη απόρριψη της απαίτησης για τις ελληνικές αποζημιώσεις, δεν έχει εξετάσει με ακρίβεια, τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ιστορική έρευνα. Αρχικά ο Ρίχτερ δεν εξέτασε την ορθότητα των στοιχείων της πηγής του για τους υπολογισμούς που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του ειδικού δικαστηρίου. Τη θεώρησε μάλλον δεδομένη.[16]

Δεύτερον, δεν εξέτασε με λεπτομέρεια τη μετατροπή των κεφαλαίων από δραχμές σε χρυσές λίρες,όπως επέλεξε να κάνει ο Σμπαρούνης, κεφάλαια που εκδίδονταν από τις κυβερνήσεις συνεργασίας για την κάλυψη των εξόδων των δυνάμεων κατοχής. Ωστόσο αυτό ήταν εξαιρετικά αμφίβολο, λόγω της κερδοσκοπικής υπεροχής των αρχόντων, κατά τη διάρκεια της κατοχής: με τον τρόπο αυτό υποτιμήθηκε πραγματικά το κόστος κατοχής.[17]

Τρίτον, ο Ρίχτερ δεν εξέτασε τη σχέση που εκτιμήθηκε από δικαστικούς πραγματογνώμονες μεταξύ των επιδοτήσεων, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα των στρατευμάτων κατοχής (4,1 εκατομμύρια χρυσές λίρες) -που ήταν σύμφωνα με τους κανονισμούς που διέπουν τις συνθήκες πολέμου- και του φόρου κατοχής, που ήταν αντίθετος προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο (4,997 εκατομμύρια χρυσές λίρες). Το ποσοστό που ο ίδιος είχε υπολογίσει ως νόμιμο, αποδείχτηκε εξαιρετικά υψηλό.[18]

Τέταρτον, ο Ρίχτερ ακολούθησε τον ισχυρισμό του Λογοθετόπουλου, χωρίς καν να προβληματίζεται. Οι επενδύσεις της τάξεως του 1.000.000 χρυσών λιρών που έγιναν στην υποδομή εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις στρατιωτικές στρατηγικές επιλογές των Γερμανών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν αρχικά την ελληνική υποδομή ως εφαλτήριο και βάση ανεφοδιασμού για την Κρήτη και τη Βόρεια Αφρική και στη συνέχεια, το φθινόπωρο του 1942 για την κατασκευήθέσεων άμυνας ενάντια στην αναμενόμενη εισβολή των Συμμάχων.

Το ελληνικό έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου, που κατά τις εκτιμήσεις του Λογοθετόπουλου ανερχόταν σε 1,5 εκατομμύριο χρυσές λίρες, βασίστηκε σε λογιστικά κόλπα της διοίκησης DEGRIGES: στην πραγματικότητα οι Γερμανοί χρωστούσαν το ποσό, με το οποίο είχαν επιβαρύνει την ελληνική εθνική οικονομία (220 εκατομμύρια μάρκα).[19] Οι εισαγωγές χρυσού ήταν αποτέλεσμα ληστείας, που είχαν κλέψει οι Γερμανοί κατά τα τρία τρίτα από την Ελλάδα, ειδικά κατά τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης.

Ο υπόλοιπος χρυσός προερχόταν από αρπαγές και από τα θύματα της Υπηρεσίας Προγραμματισμού τετραετούς διάρκειας (οικονομική πολιτική κατά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού).[20] Από αυτή τη «δεξαμενή» προερχόταν επίσης η εσφαλμένη άποψη του Λογοθετόπουλου για τη χρηματοδότηση της ναυπηγικήςβιομηχανίας.[21]

Έτσι, καταρρέει εντελώς ο ισχυρισμός του Λογοθετόπουλου. Ο Ρίχτερ, που τον ακολούθησε τυφλά, καταλήγει πάλι με άδεια χέρια. Η προσπάθειά του να συνάγει ελληνικό χρέος από τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν τον ισχυρισμό και την εκτίμηση του Δικαστηρίου των Αθηνών είναι παράλογη.

Η υπόθεση ΜαξΜέρτεν

Μια άλλη προτεραιότητα του Ρίχτερ είναι η μετά θάνατον αποκατάσταση του εγκληματία πολέμουΜαξΜέρτεν. Γι αυτό το θέμα αφιέρωσε στον δεύτερο και τρίτο τόμο των επισκοπήσεών του πολλές σελίδες.[22] Επιπλέον, τις συμπεριέλαβε και σε ένα εκτεταμένο δοκίμιο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέτις», που εξέδιδε ο ίδιος, στο οποίο πραγματεύεται και πάλι την υπόθεση, στο πλαίσιο της ελληνογερμανικής αντιπαράθεσης για τα εγκλήματα πολέμου και τις αποζημιώσεις.[23]

Ο Μαξ Μέρτεν ήρθε τον Αύγουστο του 1942 στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε ως σύμβουλος στρατιωτικής διοίκησης τη διαχείριση του διοικητικού προσωπικού με τον στρατιωτικό διοικητή της Θεσσαλονίκης και του Αιγαίου.[24] Τέσσερις μήνες πριν από την άφιξή του, η ελεύθερη κυκλοφορία της εβραϊκής κοινότητας είχε απαγορευθεί, ενώ στις 11/12 Ιουλίου είχαν στρατολογηθεί υπό ταπεινωτικές συνθήκες για καταναγκαστική εργασία σε εργοτάξια του Οργανισμού Todt και σε ανθρακωρυχεία 3.500 άνδρες Εβραίοι. Οι συνθήκες εργασίας, διαμονής και διατροφής τους ήταν τόσο άσχημες, που μετά από μερικούς μήνες, έχασαν τη ζωή τους εκατοντάδες από αυτούς. Αντίστοιχα χαμηλή ήταν η απόδοσή τους στην εργασία, ενώ αποτυχημένη υπήρξε και η αναγκαστική μετακίνησή τους, που έγινε ύστερα από πολύ μεγάλη προπαγάνδα.

Από αυτήν την περίπτωση έγινε για πρώτη φορά γνωστός ο διοικητής Μέρτεν: Αναφέρθηκε σε κάποιο αίτημα απελευθέρωσης ηγετικού στελέχους της εβραϊκής κοινότητας και το χρησιμοποίησε ως μοχλό πίεσης για κάποιον ληστρικό εκβιασμό. Υποστήριξε ότι είναι πρόθυμος εκ μέρους της στρατιωτικής διοίκησης να απελευθερώσει τους επιζήσαντες, με την προϋπόθεση να πληρώσει γι’ αυτό η εβραϊκή κοινότητα 3.5 δισεκατομμύρια δολάρια σε λύτρα. Στην πραγματικότητα, ο Μέρτεν έβαλε στην τσέπη του τότε 190.000 χρυσά φράγκα και 1,9 δισεκατομμύρια δραχμές, ενώ ένα επιπλέον δισεκατομμύριο υπολογίστηκε επίσης έναντι της παράδοσης του εβραϊκού κεντρικού νεκροταφείου.

Τον Φεβρουάριο του 1943, ο Μέρτεν κατάφερε το επόμενο χτύπημα. Στο μεταξύ κατέφτασε στη Θεσσαλονίκη ένα ειδικό απόσπασμα της Υπηρεσίας Ασφαλείας των Ες-Ες, προκειμένου να προετοιμάσει τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας. Παράλληλα, ο Μέρτεν εξέδωσε τις απαραίτητες διαταγές για τη σήμανση των μελών της με το Αστέρι του Δαβίδ, την αναγκαστική γκετοποίηση, την καταγραφή και δήμευση της περιουσίας τους και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Τελικά, τον Μάρτιο, οι περίπου 13.000 εβραϊκές οικογένειες μεταφέρθηκαν σε ένα διαμετακομιστικό στρατόπεδο και στη συνέχεια εξορίστηκαν στο Άουσβιτς. Οι περισσότεροι από αυτούς δολοφονήθηκαν στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς-Μπίκεναου (Auschwitz-Birkenau). Από τους 47.000 περίπου Εβραίους της Θεσσαλονίκης, επέζησαν μόνο 2.000.[25] Χωρίς τη συναυτουργία της στρατιωτικής διοίκησης, της οποίας ηγείτο ο Μέρτεν, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τόση ακρίβεια αυτή η επιχείρηση εξόντωσης.

Μόλις τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου της Αθήνας ζήτησε την έκδοση του συναυτουργού των Συμμάχων, Μαξ Μέρτεν. Αυτό απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους και ο Μέρτεν έζησε ανενόχλητος στο Δυτικό Βερολίνο, αφού απελευθερώθηκε από τους Συμμάχους. Συνελήφθη, όταν ταξίδεψε στην Αθήνα το 1957 για να βοηθήσει τον πρώην διερμηνέα του, διότι το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου είχε ενεργοποιήσει εκ νέου τον κατάλογο των καταζητούμενων. Είχε προηγηθεί ωστόσο η αποτυχημένη προσπάθεια να βολιδοσκοπήσει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σχετικά με την τελική διευθέτηση του προβλήματος των εγκληματιών πολέμου και των επανορθωτικών αξιώσεων.[26]

Μετά από εκτεταμένες προκαταρκτικές έρευνες έγινε η δίκη του σε στρατοδικείο της Αθήνας. Τον Μάρτιο του 1959 καταδικάστηκε ως συνένοχος για την εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης σε ποινή φυλάκισης 25 ετών. Τελικά δεν χρειάστηκε να το σκάσει, αφού απελάθηκε σύντομα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από τη συντηρητική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή[27]. Παράλληλα, είχε την ελπίδα, πως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αντάμειβε αυτή την πράξη με μια αβροφροσύνη κατά τις προσεχείς διαπραγματεύσεις για τις αποζημιώσεις.[28]Αλλά απογοητεύτηκε πικρά. Όπως και τρία χρόνια πριν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έκρινε την αναστολή από όλες τις δίκες για εγκλήματα πολέμου ως δεδομένη και απέρριψε κάθε ψήφισμα που αναφερόταν σε αντίποινα που διώκονται από τον νόμο και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Μετά την απέλασή του οΜέρτεν φυλακίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα. Η έρευνα που είχε ασκηθεί εναντίον του ανεστάλη μερικά χρόνια αργότερα, με την αιτιολογία ότι τα εγκλήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί παραγράφηκαν και έτσι δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί η ενοχή του, ότι δηλαδή ήταν ενημερωμένος για την πρόθεση απέλασης και αφανισμού των Εβραίων. Τα γερμανικά δικαστήρια τελικά απάλλαξαν τελείως τον Μέρτεν «ελλείψει στοιχείων».

Η υπόθεσηΜέρτεν είχε έναν αξιοσημείωτο επίλογο: ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πιόνι των ελληνογερμανικών μεταπολεμικών συγκρούσεων και ξεκίνησε μια δημοσιογραφική βεντέτα εναντίον των κορυφαίων εκφραστών των δύο κυβερνήσεων. Κατηγόρησε τους κορυφαίους εκφραστές του συντηρητικού ελληνικού κατεστημένου, ότι έχουν συνεργαστεί με τους Γερμανούς και ότι πλούτισαν από τις εβραϊκές περιουσίες. Κατηγόρησε τον υπουργό της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας Χανς Γκλόμπκε ότι εμπόδισε μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε από τον ίδιο την άνοιξη του 1943, η οποία προέβλεπε να εγκαταλείψουν οι γυναίκες και τα παιδιά την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης.

Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα, δεδομένου ότι περιείχαν προφανώς μια δόση αλήθειας. Οδήγησαν μεταξύ άλλων σε μια σοβαρή δυσφήμιση της κυβέρνησης Αντενάουερ, διότι σε αυτό το πλαίσιο έγινε ευρέως γνωστή η συμμετοχή του Γκλόμπκε στη φυλετική αντισημιτική νομοθεσία της δικτατορίας των Ναζί.

Αυτά σε ό,τι αφορά τα σημαντικότερα γεγονότα της υπόθεσης Μέρτεν. Η συμμετοχή του Μέρτεν στην εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης ήταν ήδη γνωστή από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, διότι βρισκόταν στο επίκεντρο της αναφοράς ενός επιζώντος του Ολοκαυτώματος, του Μίκαελ Μόλχο (MichaelMolho), η οποία αργότερα μεταφράστηκε και στα γερμανικά.[29] Ο Ρίχτερ εκμεταλλεύτηκε αυτήν την αναφορά, διότι τη χρησιμοποίησε ακόμη και για τη διατριβή του ως κεντρική πηγή πληροφοριών και κατέστησε σαφές ότι ο Μέρτεν έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση και οικονομική εκμετάλλευση της γενοκτονίας της εβραϊκής κοινότητας.[30]

Σαράντα χρόνια αργότερα ο Ρίχτερτο είδε διαφορετικά. Μέλημά του ήταν τώρα να απαλλάξει εκ των υστέρων τον Μέρτεν από αυτή την ετυμηγορία του εγκληματία πολέμου και να τον παρουσιάσει ως θύμα μιας συνωμοτικής ελληνικής ίντριγκας. Κατά συνέπεια, ο προηγούμενος πληροφοριοδότης του, ο Μόλχο, βρέθηκε στο παρασκήνιο σιωπώντας και αγνόησε τις δημοσιευμένες εκτιμήσεις του από το 1973. Οι βασικές του πηγές αναφοράς περιλάμβαναν τώρα ένα διδακτορικό δίπλωμα για την υπόθεση Μέρτεν, υπό την επίβλεψη του ιδίου, και δύο άλλες ακαδημαϊκές εργασίες για την εμπλοκή της περίπτωσης της ελληνογερμανικής διένεξης για τις επανορθώσεις τη δεκαετία του 1950.[31]

Παράλληλα, χρησιμοποίησε τις αδημοσίευτες πανεπιστημιακές εκδόσεις ως υλικό αναφοράς για το ρεβιζιονιστικό του μέλημα. Ταυτόχρονα, αποστασιοποιήθηκε από τέτοιου είδους δηλώσεις νέων πληροφοριοδοτών του, στο μέτρο που αυτές ήταν ασυμβίβαστες προς την προσπάθειά του να απαλλάξει κάποιους ανθρώπους από τις ευθύνες τους.[32]

Είναι σχεδόν περιττό να προχωρήσουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες για τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν από τονΡίχτερ, αλλά θα πρέπει τουλάχιστον να τα παραθέσουμε συνοπτικά.

Έγραψε ότι ο Μέρτεν δεν είχε άλλη επιλογή στο θέμα των λύτρων για την απελευθέρωση των Εβραίων εργατών που επιδίδονταν σε καταναγκαστική εργασία, και προκειμένου να τους βοηθήσει, «πρότεινε» στην εβραϊκή κοινότητα ένα «τέλος μεταφοράς» 3,5 δις δραχμών.[33] Στο θέμα της γκετοποίησης και απέλασης των Εβραίων ήταν «μόνο ένα εκτελεστικό όργανο» και μάλιστα ήταν το «κατώτερο στέλεχος», το οποίο έπρεπε να κάνει «την άχαρη δουλειά» εκ μέρους του στρατιωτικού διοικητή.[34]

Επιπλέον, ο Μέρτεν ισχυρίζεται ότι προσπάθησε να δώσει τη δυνατότητα στις γυναίκες και τα παιδιά της εβραϊκής κοινότητας να διαφύγουν στην Παλαιστίνη. Ωστόσο, αυτό απέτυχε λόγω της αντίστασης του Γκλόμπκε και της άρνησης των Βρετανών να παράσχουν τον απαραίτητο χώρο στα πλοία για τη μεταφορά.[35]

Τέταρτον, ο Μέρτεν προστάτευε πάντα τους Εβραίους, εφόσον δεν κινδύνευε ο ίδιος από αυτό. Τέλος, συμπεριφέρθηκε σωστά στην «εκκαθάριση της κατασχεμένης εβραϊκής περιουσίας» και δεν επωφελήθηκε προσωπικά.[36] Ο Ρίχτερ ήταν μεν βέβαιος ότι ο Μέρτεν δεν μπορούσε να βγει από αυτά τα «γεγονότα» με ένα «εντελώς καθαρό μέτωπο», «αλλά δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο εγκληματίας πολέμου, όπως απεικονίζεται ξανά και ξανά σήμερα».[37]  Δεν ήταν καν αντισημίτης, γιατί ως επικεφαλής της στρατιωτικής διοίκησης απλώς είχε υπογράψει εντολές, τις οποίες είχε «προκαθορίσει» το Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ. Το συμπέρασμα του Ρίχτερ είναι σαφές: «Γενικά κάποιος έχει την εντύπωση ότι ο Μέρτεν άσκησε σωστά το αξίωμα του ως επικεφαλής της διοίκησης».[38]

Ωστόσο, ο Ρίχτερ δεν είναι ακόμα ικανοποιημένος με αυτή την απαλλαγή. Μάλιστα, τη χρησιμοποιεί εναντίον όλων εκείνων που καταδίωξαν αυτόν τον σωστό στρατιωτικό αξιωματούχο μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ισχυρίζεται ότι οι Σύμμαχοι δεν παρέδωσαν τον Μέρτεν στην ελληνική δικαιοσύνη το 1948, επειδή είχαν «σοκαριστεί» από την εκτελεσθείσα θανατική καταδίκη του ΜπρούνοΜπρόιερ, πρώην διοικητή του «Οχυρού Κρήτης».[39] Θεωρεί την ετυμηγορία του Στρατοδικείου Αθηνών ως μια ολοφάνερα εσφαλμένη απόφαση, υποστηρίζοντας πως ένα πολιτικό ποινικό δικαστήριο θα επέβαλε μόνο μια ήπια ποινή ή ενδεχομένως θα αθώωνε τον Μέρτεν.[40]Επίσης,εξέλαβε ως φτηνή δικαιολογία τη δήλωση του Άντολφ Άιχμαν (AdolfEichmann), ο οποίος κατά τη διάρκεια της δίκης στην Ιερουσαλήμ είχε αναφέρει ότι χωρίς τη συμβολή του αρχηγού στρατιωτικής διοίκησης Μέρτεν δεν θα μπορούσε το ειδικό απόσπασμα της στρατιωτικής αστυνομίας να απελάσει τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης.[41]

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό:ο Ρίχτερ σκιαγραφεί τελικά τον Μέρτεν ως θύμα μιας ύπουλης ίντριγκας, με την οποία η ελληνική κυβέρνηση ήθελε να ασκήσει πιέσεις στη Βόννη. Ήδη από το 1956 πρότεινε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση την αναστολή της διαδικασίας εκδίκασης των εγκλημάτων πολέμου, έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων, δηλαδή τη χορήγηση καταβολής αποζημίωσης ως οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις, η Αθήνα έφερε πάλι στο προσκήνιο το θέμα των εγκληματιών πολέμου και ο Μέρτεν ήταν ο μοναδικός που έπεσε στην παγίδα: «Έγινε σχεδόν όμηρος, για να γίνει πιο έντονη η απαίτηση για τις αποζημιώσεις».[42] Όταν η Βόννη στη συνέχεια συμφώνησε για την έμμεση καταβολή αποζημίωσης ύψους 200 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, δεσμεύτηκε ο τότεΈλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής για την άμεση απελευθέρωση του Μέρτεν.

Ωστόσο, η υπόσχεσή του απέτυχε λόγω των υψηλών κυρώσεων, πράγμα που φάνηκε σωστό στην ελληνική κυβέρνηση, γιατί τώρα θα μπορούσε να συνδέσει την περίπτωση με τις διαπραγματεύσεις που εκκρεμούσαν για μια διεθνή συμφωνία για την αποζημίωση των Ελλήνων που υπήρξαν θύματα των Ναζί. Με τον τρόπο αυτό η αποφυλάκιση του Μέρτεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί «εκ νέου ως μέσον άσκησης πίεσης». Μόνο όταν οι διαπραγματεύσεις «θα έμπαιναν στην τελική ευθεία, θα μπορούσε να απελευθερωθεί ο Μέρτεν χωρίς κίνδυνο».[43]

Με αυτή την αφήγηση ο Ρίχτερ παραποιεί τα ιστορικά γεγονότα. Αναμφίβολα υπήρξε από την ελληνική πλευρά μια σύνδεση μεταξύ του ασαφούς ζητήματος των εγκληματιών πολέμου και των απαιτήσεων αποζημίωσης. Αυτό ήταν απολύτως νόμιμο, γιατί τελικά οι απαιτήσεις για τις πολεμικές επανορθώσεις για χάρη των θυμάτων των εγκλημάτων πολέμου αποτελούν μόνο την πολιτική πλευρά της ποινικής δίωξης. Με αυτή την έννοια, μια ολοκληρωμένη λύση της γερμανικής κατοχικής υποθήκης έδωσε ο διευθυντής του Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου, εισαγγελέας Ανδρέας Τούσης, όταν με μια γενναιόδωρη κίνηση παρέδωσε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση τους εκκρεμείς φακέλους των υποθέσεων για περαιτέρω επεξεργασία.[44] Δύο χρόνια αργότερα πρόσφερε στη Βόννη μια εκ νέου συνολική λύση, αλλά πήρε άλλη μια προσβλητική απόρριψη.

Μόνο να εκπλαγεί μπορεί κανείς σήμερα με αυτές τις τόσο πλούσιες παροχές και τις συνακόλουθες ψευδαισθήσεις για μια συναινετική λύση για τις κατοχικές υποθήκες. Αλλά ήταν το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται ο Ρίχτερ: Ένας εκβιαστής δεν παρέχει τέτοιες εισροές, αλλά ασκεί μαζική πίεση. Ωστόσο, αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει για τις ενέργειες του Έλληνα επικεφαλής ερευνητή. Αυτός και η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκαν σαν ικέτες, που ήθελαν να απλώσουν το χέρι στους εταίρους του ΝΑΤΟ που έδρευαν στη Βόννη. Μια τέτοια αντιστροφή των γεγονότων είναι απαράδεκτη.

Φυσικά αυτό το γνωρίζει και ο Ρίχτερ και γι’ αυτό χρησιμοποιεί την υπόθεση Μέρτεν ως κεντρική «απόδειξη» για τον ισχυρισμό του. Όταν ο Τούσης έδωσε τα ελληνικά αρχεία έρευνας στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης το 1956, ο Μέρτεν έμενε ακόμα ανενόχλητος στο Δυτικό Βερολίνο. Μετά την αποτυχία της πρότασής του, ο Τούσης προειδοποίησε τον διαπραγματευτήεταίρο του από τη Βόννη ότι εκ νέου η έρευνα για τα εγκλήματα πολέμουθα συνεχιζόταν από τον Απρίλιο του 1957. Εφόσον η σύλληψη του Μέρτεν ήταν καθαρή σύμπτωση, θα μπορούσε να ισχύσει από τον Απρίλιο του 1957 και για άλλους εγκληματίες πολέμου, ο αριθμός των οποίων υπερέβαινε τους 500. Δεύτερον, το δάνειο αναπτυξιακής βοήθειας ύψους 200 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων που χορηγήθηκε το 1958 ήταν κανονικό δάνειο με τους όρους αποπληρωμής που συνήθιζαν στις διακρατικές σχέσεις και με επιτόκιο 6%.

Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία σχέση με την Υπόθεση Μέρτεν: το έναυσμα για το ελληνικό αίτημα με σκοπό μια πιο γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια και με βάση τα αρνητικά αποτελέσματα της γερμανικής κατοχικής κυριαρχίας, είχε πυροδοτηθεί με την αφορμή ενός δανείου που είχε δοθεί δύο χρόνια πριν στη Γιουγκοσλαβία, το οποίο στην πραγματικότητα θεωρείτο ως συγκεκαλυμμένη πολεμική αποζημίωση. Εξίσου παραπλανητική είναι η τρίτη εικασία του Ρίχτερ σχετικά αφενός με τη σχέση μεταξύ των διαπραγματεύσεωνπου εκκρεμούσαν για μια διεθνή συμφωνία για την αποζημίωση των Ελλήνων που υπήρξαν θύματα των Ναζί, αφετέρου με την αποφυλάκιση του Μέρτεν.

Ακόμη κι εδώ −αλλά και στη γενική αμνηστία που δόθηκε στο παρελθόν από το κοινοβούλιο− επρόκειτο για μια απατηλή παροχή που προκάλεσε εκ νέου απογοήτευση: οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν τον Μάιο του 1959 και συνεχίστηκαν μετά την προσωρινή αποτυχία τους το 1960 ήταν ένα σκληρό πόκερ, το οποίο εγκατέλειψαν την τελευταία στιγμή οι πραγματογνώμονες του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Οικονομικών.[45] Ως αποτέλεσμα, οι αποζημιώσεις που αποδόθηκαν στους Έλληνες θύματα των Ναζί ήταν πολύ χαμηλότερες από το επίπεδο των συμφωνιών που παράλληλα κλείστηκαν με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. [46]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]Και μάλιστα μέχρι την επίσημη παραίτηση του Τσολάκογλου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1942, τη διαχείριση.

[2]Σύγκρ. για παράδειγμα Fleischer, ImKreuzschattenderMächte (όπως στην υποσημείωση 7), σ.189Φ.

[3]Σύγκρ. Konstantin Loulos, Politische, wirtschaftliche und soziale Aspekte der Kollaboration in Griechenland 1941–1944, στο: Werner Röhr (βελτιωμένηέκδοση), Okkupation und Kollaboration (1938–1945). Beiträge zu Konzeption und Praxis der Kollaboration in der deutschen Okkupationspolitik (Europa unterm Hakenkreuz, Ergänzungsband 1), Berlin / Heidelberg 1994, σ.397–414, εδώσ.404κ.ε.

[4]Heinz A. Richter, Griechenland 1942–1943 (όπωςστηνυποσημείωση 18).

[5]Στοίδιο, σ. 9-25.

[6]Konstantinos Logothetopoulos, Hier ist die Wahrheit, στοίδιο, σ. 65–162 (τηλεομοιότυποτηςελληνικήςπρωτότυπηςέκδοσης, σ. 163–315; εδώσ. 106Φ.)

[7]Στοίδιο, σ. 93κ.ε.

[8]Richter, GriechenlandIII (όπωςστηνυποσημείωση 17), σ. 167κ.ε.; Richter, Logothetopoulos-Edition (όπωςστηνυποσημείωση 18), σ.24Φ.; Richter, DieBesatzungsanleihe ( όπωςστηνυποσημείωση 18).

[9]Hagen Fleischer /Karl Heinz Roth / Christoph Schminck-Gustavus, Die Opfer und nicht die Täter sollen in der Bringschuld sein? Zur Medienkampagne gegen die griechischen Reparationsansprüche aus dem Zweiten Weltkrieg, στο: Zeitschrift für Geschichtswissenschaft,64 (2016), H.4, σ.379-388. Γιατηνοπτικήγωνίατου Richter σύγκρ. Στοίδιο, Hellas und Zypern in meinem Leben. Erinnerungen eines Zeithistorikers, Wiesbaden 2017, σ.154–157.

[10]Logothetopoulos, Hier ist die Wahrheit, στο: Richter, Logothetopoulos-Edition (όπωςστηνυποσημείωση 18), σ. 148κ.ε.

[11]Logothetopoulos, Hier ist die Wahrheit, στοίδιο, σ.150κ.ε.τηλεομοιότυποτηςελληνικήςπρωτότυπηςέκδοσης, Originals σ. 296f. [σ.128κ.ε.]

[12]Στο ίδιο, σ.53; στο τηλεομοιότυπο της ελληνικής πρωτότυπης έκδοσης, σ. 296Φ. [σ.134Φ].

[13]Richter, Logothetopoulos-Edition (όπως στην υποσημείωση 18), σ.24Φ.; Richter,DieBesatzungsanleihe(όπως στην υποσημείωση 18), σ.239Φ.

[14]Στο ίδιο, σ. 239. Ο Richter αναφέρει δύο διαφορετικά ποσά (3000 και 4000 χρυσές λίρες αντίστοιχα), διότι ο Λογοθετόπουλος στη γραπτή απολογία του, είχε χωρίσει λανθασμένα το ποσόν στις τρεις συνεργαζόμενες κυβερνήσεις, αφαιρώντας 1000 χρυσές λίρες, γεγονός που σύμφωνα με το δικαστήριο ήταν αντίθετο προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο.

[15]Ο Λογοθετόπουλος καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια ποινή φυλάκισης και συνελήφθη μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία. Το 1951 του απονεμήθηκε χάρη από τον βασιλιά Παύλο και αφέθηκε ελεύθερος.

[16]Μέχρι την ολοκλήρωση του χειρογράφου, δεν κατάφερα να φτάσω στην ετυμηγορία. Οι δικαστικές πράξεις και τα πρωτόκολλα δεν φαίνονται να είναι αρχειοθετημένα ή χαμένα.

[17]Το γεγονός αυτό το γνώριζαν, όμως, οι οικονομικοί εμπειρογνώμονες της γερμανικής κατοχικής διοίκησης. Για τον λόγο αυτόν, στις τελικές εκθέσεις που υπέβαλαν τον Απρίλιο του 1945, απέφυγαν να μετατρέψουν το κόστος κατοχής που επιβλήθηκε στην Ελλάδα σε χρυσό, λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθωρισμό. Αντί αυτού, οι εκτιμήσεις τους βασίστηκαν στις εκτιμήσεις των φορέων των κατοχικών δυνάμεων και έτσι υπολόγισαν ένα μηνιαίο ποσό σε μάρκα, όπως έκανε αργότερα και το ελληνικό δικαστήριο κατά των κυβερνήσεων συνεργασίας. Σύγκρ. Oberregierungsrat Dr. S. Nestler, Das Finanzwesen einschließlich der Besatzungskosten in Griechenland während der deutschen Besatzungszeit 1941–1944, 2.April 1945. Politisches Archiv des Auswärtigen Amts, R 27320, fol.70–255. Der für das Goldpfund-Problem entscheidende Abschnitt VII: Reichsverschuldung gegenüber Griechenland, ist abgedrucktστο: Roth / Rübner, Reparationsschuld (όπωςστηνυποσημείωση 83), έγγρ. 24.

[18]Εκτός αυτού, αμφισβητείτο από την οπτική γωνία του διεθνούς δικαίου, εάν μετά από έναν επιθετικό πόλεμο μπορούσαν ποτέ να απαιτήσουν έξοδα στρατευμάτων κατοχής. Από τη ψήφιση του Συμφώνου Briand-Kellogg ή αλλιώς Σύμφωνο των Παρισίων το 1928, δεν ήταν επιθυμητή ως προς το διεθνές δίκαιο, η διεξαγωγή επιθετικών πολέμων. Η Γερμανία είχε επίσης επικυρώσει αυτή τη συνθήκη.

[19]Στην έκθεση Nestler (βλ. υποσημείωση 191), τα έξοδα στρατευμάτων κατοχής που κατέβαλε η Ελλάδα προς τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής αποδείχθηκαν σημαντικά χαμηλότερα.

[20]Σύγκρ. εδώ Roth /Rübner, Reparationsschuld (όπως στην υποσημείωση 83), σ.29Φ., σ.33Φ. και σ.43Φ. Οι εκτιμήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ακόμη υψηλότερες, σύγκρ. στο ίδιο, έγγρ. 100.

[21]Paul Hahn, Die griechische Währung und währungspolitische Maßnahmen während der Besatzungszeit 1941–1944, Συνημμένο 5: Abschließende Übersicht über den Einsatz von Reichsgold in Griechenland. Politisches Archiv des Auswärtigen Amts, Berlin, R 27320, δημοσιευμένοστο Roth / Rübner, Reparationsschuld (όπωςστηνυποσημείωση83), έγγρ.23.Γιαπερισσότερεςλεπτομέρειεςστο Roth /Rübner, Reparationsschuld (όπωςστηνυποσημείωση 83), σ.31 καισ.40.

[22]Richter, Griechenland II (όπωςστηνυποσημείωση 17), σ.95κ.ε.; Richter, Griechenland III (όπωςστηνυποσημείωση 17), σ.177κ.ε.

[23]Heinz A. Richter, Sühnung von Kriegsverbrechen (όπωςστηνυποσημείωση 18).

[24]Σύγκρ. εδώκαισταεπόμενα Hagen Fleischer, Griechenland, στο: Wolfgang Benz (εκδ.), Dimensionen des Völkermords. Die Zahl der jüdischen Opfer des Nationalsozialismus. München 1991, σ.241–274; Roth /Rübner, Reparationsschuld (όπωςστηνυποσημείωση 83), σ.37Φ.

[25]Την ίδια στιγμή, οι Εβραίοι που ζούσαν στις περιοχές που προσαρτήθηκαν από τη Βουλγαρία – περίπου 6.000 – απελάθηκαν στην Treblinka της Πολωνίας και δολοφονήθηκαν.

[26]Σύγκρ. εδώκαισταεπόμενα Hagen Fleischer, «Endlösung» der Kriegsverbrecherfrage. Die verhinderte Ahndung deutscher Kriegsverbrechen in Griechenland, στο: Norbert Frei (εκδ.), Transnationale Vergangenheitspolitik. Der Umgang mit deutschen Kriegsverbrechern in Europa nach dem Zweiten Weltkrieg, Göttingen 2006, σ.474–535; HagenFleischer / DespinaKonstantinakou, Adcalendasgraecas? (όπωςστηνυποσημείωση 83), σ. 375–457.

[27]Αυτό έγινε μετά την έγκριση της γενικής αμνηστίας όλων των εγκλημάτων πολέμου, με νομοσχέδιο που κατατέθηκε από την κυβέρνηση της ΕΡΕ.

[28]Ήταν μια συντονισμένη πρωτοβουλία έντεκα χωρών της Δυτικής Ευρώπης, οι λεγόμενοι Μικροί Σύμμαχοι του συνασπισμού κατά του Hitler, οι οποίες είχαν επίσης ενταχθεί στην Ελλάδα.

[29]MichaelMolho, Inmemoriam. HommageauxVictimesJuivesdesNazisenGrèce, Thessaloniki 1948; MichaelMolho /ΙσραηλιτικήΚοινότηταΘεσσαλονίκης (εκδ.), InMemoriamgewidmetdemAndenkenderjüdischenOpferdesNationalsozialismusinGriechenland,Essen 1981.

[30]Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (όπωςστηνυποσημείωση 6), σ.235κ.ε.

[31]Wolfgang Breyer, Dr. Max Merten – ein Militärbeamter der deutschen Wehrmacht im Spannungsfeld zwischen Legende und Wahrheit, Διδ. διατριβή Mannheim 2003; Olga Lazaridou, Von der Krise zur Normalität. Die deutsch-griechischen Beziehungen unter besonderer Berücksichtigung der politischen und wirtschaftlichen Grundlagen (1949–1958), Διατριβή Bonn1992; Susanne-Sophia Spiliotis, Der Fall Merten, Athen 1959: Ein Kriegsverbrecherprozess im Spannungsfeld von Wiedergutmachungs- und Wirtschaftspolitik, πτυχιακήεργασία, München 1991.

[32]Για παράδειγμα η Susanne-SophiaSpiliotis αποδίδει στον Μέρτεν μια ενεργή συμμετοχή, λόγω των «κατόπιν εντολής του» υπογραφών στα διατάγματα της γκετοποίησης και απαλλοτρίωσης, κάτι που ο Ρίχτερ απέρριψε κατηγορηματικά. Σύγκρ. Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.193.

[33]Richter, GriechenlandII(όπως στην υποσημείωση 17), σ.95; Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.191Φ. Εδώ ο Ρίχτερ επιχειρηματολογεί με βάση τη διαταγή αναστολής ποινικής δίωξης, του εισαγγελέα του Βερολίνου.

[34]Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.96.

[35]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.194. Εδώ, ο Ρίχτερ αναφέρει αρχικά μια δήλωση του Merten, αλλά στη συνέχεια τείνει να ταυτιστεί με αυτήν, προσθέτοντας: «Δυστυχώς, δεν υπάρχουν στοιχεία από κάποια τρίτη πλευρά, που να επιβεβαιώνουν αυτή την ιστορία».

[36]Richter, GriechenlandII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.96.

[37]Στο ίδιο.

[38]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.210, κατά λέξη όμοιο, στο: Richter, DerFallMerten (όπως στην υποσημείωση 18), σ.464.

[39]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.178Φ.

[40]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.209. Παράλληλα ο Ρίχτερ έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο Μέρτεν αθωώθηκε σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες έγιναν λάθος εκτιμήσεις από τις δικαστικές αρχές −για παράδειγμα, η κατηγορία ορισμένων μαρτύρων ότι ο Μέρτεν συμμετείχε στη μετακίνηση των ατόμων που εκτελούσαν καταναγκαστικά έργα και ήταν υπεύθυνος για φόνους ομήρων και μαζικούς πυροβολισμούς.

[41]Richter, GriechenlandIII (όπως στην υποσημείωση 17), σ.193.

[42]Στο ίδιο, σ. 209.

[43]Στο ίδιο, σ. 210.

[44]Σύγκρ. εδώκαιπαρακάτωFleischer / Konstantopoulou, Adcalendasgraecas? (όπως στην υποσημείωση 83); Roth /Rübner, Reparationsschuld (όπως στην υποσημείωση 83), σ.128κ.ε.

[45]Roth/Rübner, Reparationsschuld(όπως στην υποσημείωση 83), σ.129κ.ε.

[46]Οι δυτικοευρωπαίοι και οι σκανδιναβοί δικαιούχοι έλαβαν ένα εφάπαξ ποσό της τάξης των 5.000 γερμανικών μάρκων κατά μέσο όρο, ενώ οι Έλληνες-θύματα των Ναζί έπρεπε να δηλώσουν ικανοποιημένοι με λίγο κάτω από 1.200 γερμανικά μάρκα. Σύγκρ., σ. 109, σ.132 και σ.162.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live
διαφημίσεις