O Πωλ Λαφάργκ μας υπενθυμίζει την βαθιά ανάγκη διεκδίκησης για το “Δικαίωμα στην Τεμπελιά”

Κανένα σχόλιο

Του Μανώλη Πιμπλή

Οι πρώτες φράσεις του Πολ Λαφάργκ στο περίφημο βιβλίο του «Το δικαίωμα στην τεμπελιά» θα μπορούσαν να ξενίσουν τον σημερινό αναγνώστη: «Μια παράξενη τρέλα έχει πιάσει τις εργατικές τάξεις των χωρών όπου επικρατεί ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Μια τρέλα που επιφέρει ατομικές και κοινωνικές δυστυχίες, οι οποίες ταλαιπωρούν εδώ και δύο αιώνες την άμοιρη την ανθρωπότητα. Αυτή η τρέλα είναι η αγάπη για την εργασία, το φονικό πάθος για την εργασία, που φτάνει μέχρι την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του».

Και θα μπορούσαν να ξενίσουν γιατί είμαστε συνηθισμένοι σε μαρξιστικές αναλύσεις εστιασμένες στην πλευρά των εργοδοτών. Οταν η συζήτηση σήμερα στρέφεται στις εργασιακές συνθήκες του 19ου αιώνα, το μυαλό πηγαίνει σε συνθήκες εκμετάλλευσης εργοδοτών προς εργαζομένους οι οποίοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να δουλεύουν πάρα πολλές ώρες ημερησίως για ένα κομμάτι ψωμί. Αυτό δεν το αναιρεί ο Λαφάργκ, γαμπρός άλλωστε του Μαρξ – ως γνωστόν είχε παντρευτεί τη δεύτερη κόρη του, Λόρα. Κοιτάζει όμως τα πράγματα και από την πλευρά της εργατικής τάξης που είχε τις δικές της αυταπάτες. Στη θέση του μάλιστα αυτή, ότι δηλαδή οι εργάτες της εποχής είχαν ένα είδος μανίας με την εργασία, επιμένει σε όλο το βιβλίο.

"Sponsored links"

Ενα δεύτερο στοιχείο που θα μπορούσε να ξενίσει, είναι ότι παρά τον τίτλο του βιβλίου, το μεγαλύτερο μέρος του έχει να κάνει με την περιγραφή των δομών της οικονομίας της εποχής και όχι ακριβώς με το ατομικό δικαίωμα στο καθισιό, όπως θα περίμενε κανείς. Ολα αυτά χρειάζονται κάποιες εξηγήσεις.

Ο Λαφάργκ έζησε και πέθανε στην προκομμουνιστική εποχή, εν πάση περιπτώσει πριν από τη Ρωσική Επανάσταση. Για την ακρίβεια δεν πέθανε αλλά αυτοκτόνησε το 1911, μαζί με τη Λόρα, λίγο πριν κλείσουν τα εβδομήντα τους χρόνια, προκειμένου να μη ζήσουν τη φθορά των γηρατειών (τα περιγράφει ωραία και ο Αρης Μαραγκόπουλος στο πρόσφατο βιβλίο του «Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού», εκδ. Τόπος). Στην εποχή τους, τα δύο βασικά ρεύματα της Αριστεράς ήταν ο σοσιαλισμός και ο αναρχισμός. Παρότι στο βιβλίο αυτό φλερτάρει με τον αναρχισμό, ο Πολ Λαφάργκ δεν ήταν αναρχικός. Ηταν σοσιαλιστής, άλλοτε επαναστάτης, άλλοτε κοινοβουλευτικός, ανάλογα με το τι διακυβευόταν κάθε περίοδο. Ηταν μάλιστα διανοούμενος με σημαντική και αυτόνομη σκέψη, η οποία ξεχάστηκε για χρόνια, κυρίως γιατί το δικό του ρεύμα του γκεσντισμού (από το όνομα του ιδρυτή του, Ζιλ Γκεσντ) ηττήθηκε μετά τον θάνατό του δύο φορές: μία με την απόσχιση των κομμουνιστών το 1920 και άλλη μία με την επικράτηση στο Σοσιαλιστικό Κόμμα της πλευράς Ζορές, που θεωρήθηκε αναθεωρητική και λιγότερο αριστερή. Ωστόσο τις τελευταίες δεκαετίες επανέρχεται στην επιφάνεια, ίσως γιατί εκφράζει μια πιο αριστερή σοσιαλιστική σκέψη από τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, σκέψη που μιλάει για πάλη των τάξεων και αρνείται τη συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, επτά – οκτώ τίτλοι του κυκλοφορούν και στα ελληνικά ενώ «Το δικαίωμα στην τεμπελιά» έχει κυκλοφορήσει τις τελευταίες δεκαετίες σε τουλάχιστον οκτώ εκδόσεις, από τις οποίες η πιο πρόσφατη πριν από δύο εβδομάδες, από τις εκδ. Μεταίχμιο, σε ωραία μετάφραση Γιάννη Καυκιά. Αυτό το ενδιαφέρον για τον Λαφάργκ, πέρα από το γεγονός της συγγένειάς του με τον ίδιο τον Μαρξ, έχει να κάνει οπωσδήποτε με την πρωτότυπη γραφή και σκέψη του και με την ιδιαίτερη ματιά του στα πράγματα, ματιά ιδιαίτερα βαθιά και με σημαντικό γνωστικό υπόβαθρο.

Η προσεκτική ανάγνωση του βιβλίου του Πολ Λαφάργκ δείχνει ότι η εποχή που γράφτηκε, περίπου το 1880, έχει αρκετές και αρκετά εντυπωσιακές αναλογίες με το σήμερα. Με πρώτη την ίδια την αξία της εργασίας που για εκείνον, δεν είναι πραγματικά σημαντική. Οπως και σήμερα που παρακολουθούμε φαινόμενα έντασης της εργασίας και τονισμού της μεγάλης σημασίας της εντατικοποίησής της παντού – για «τη Γαλλία που ξυπνάει νωρίς», προφανώς για να δουλέψει περισσότερο, μιλούσε προ ετών ένας σημερινός ιδεολογικός αντίπαλος του Λαφάργκ, ο Σαρκοζί, ενώ διαρκής είναι στις μέρες μας ο λόγος για αύξηση της παραγωγικότητας, ως μόνου μέσου βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και ξεπεράσματος της ύφεσης – έτσι και τότε «παπάδες, οικονομολόγοι και ηθικολόγοι» – δεν σωζόμαστε από τους οικονομολόγους – είχαν καταφέρει να καθαγιάσουν την εργασία πείθοντας για την απόλυτη αναγκαιότητά της. Ετσι, κατά τον Λαφάργκ τουλάχιστον, οι εργάτες στα εργοστάσια όχι μόνο δεν αντιδρούσαν σε ωράρια ακόμα και 14ωρης εργασίας, αλλά συναινούσαν στο να δουλεύουν και οι γυναίκες τους (ακόμα και «γκαστρωμένες ή με το μωρό στο βυζί στα ορυχεία») όπως και τα δεκάχρονα παιδιά τους, κάτι που ποτέ δεν είχε ξαναγίνει σε τέτοια έκταση.

Βέβαια όσο πιο πολύ δουλεύεις σε μία και μόνη εργασία τόσο περισσότερο εξαρτάσαι από αυτήν. Ενας αγγλικανός ιερωμένος, ο σεβασμιότατος Τάουνσεντ, είχε πει κάτι που σήμερα μόνο σαν αστείο ακούγεται, αλλά αυτός καθώς φαίνεται το εννοούσε: «Εργαστείτε, εργαστείτε νύχτα και μέρα· δουλεύοντας αυξάνετε τη δυστυχία σας, και η δυστυχία σας μας απαλλάσσει από την ανάγκη να σας επιβάλουμε την εργασία χρησιμοποιώντας την έννομη βία. Η επιβολή της εργασίας διά του νόμου είναι πολύ οδυνηρή, απαιτεί υπερβολική χρήση βίας και κάνει πολύ θόρυβο». Αλλά η κατακλείδα είναι όλα τα λεφτά: «Η πείνα, αντιθέτως, δεν είναι μόνο ένα ειρηνικό, σιωπηλό, διαρκές μέσο πίεσης, αλλά και το πιο φυσικό κίνητρο της εργασίας και της τεχνογνωσίας και, ως τέτοιο, προκαλεί τις πιο φιλόπονες προσπάθειες». Και για όποιον δεν κατάλαβε, αναλαμβάνει να το επεξηγήσει ο ίδιος ο Λαφάργκ: «Εργαστείτε, εργαστείτε προλετάριοι, για να αυξήσετε τον κοινωνικό πλούτο και τις ατομικές σας δυστυχίες, εργαστείτε, εργαστείτε για να γίνετε φτωχότεροι και να έχετε έτσι περισσότερους λόγους να εργαστείτε και να δυστυχείτε. Αυτός είναι ο αμείλικτος νόμος της καπιταλιστικής παραγωγής».

Αντίπατρος

Ενα άλλο σημείο στο οποίο το βιβλίο του Λαφάργκ είναι απολύτως επίκαιρο, είναι σε σχέση με τη χρήση των μηχανών. Ο συγγραφέας παραθέτει ένα απόσπασμα του Αντίπατρου, έλληνα ποιητή της εποχής του Κικέρωνα, ο οποίος χαιρετίζει την επινόηση του νερόμυλου λέγοντας ότι αυτό θα απελευθερώσει τις δούλες από το άλεσμα των σιτηρών. Και σχολιάζει ότι, αλίμονο, η εποχή της απελευθέρωσης από τη σκληρή εργασία δεν ήρθε ποτέ. Ούτε τον 19ο αιώνα όταν μηχανοποιήθηκε η παραγωγή. Δεν επεκτείνεται ο χρόνος ανάπαυσης του εργάτη και η παραγωγικότητα της μηχανής, αντί να απελευθερώνει τον εργάτη, τον φτωχαίνει. Αυτό είναι μια απόλυτα επίκαιρη συζήτηση διεθνώς, καθώς μπαίνουμε στη φάση της ευρύτατης χρήσης της ρομποτικής. Ο Λαφάργκ, αν ζούσε, είναι βέβαιο ότι θα πρότεινε αυτό που πρότεινε και τότε: εργασία μέχρι τρεις ώρες, η εργασία να γίνει «ένα ευχάριστο καρύκευμα της τεμπελιάς».

Στην προηγούμενη φάση από τη βιομηχανική εποχή, οι τεχνίτες δούλευαν λιγότερο, λέει, καθώς είχαν πολλές θρησκευτικές αργίες. Οι αστοί που έκαναν τη βιομηχανική επανάσταση ήθελαν κατάργηση των αργιών και ακόμη και ο Ναπολέων απειλούσε με κατάργηση και της αργίας της Κυριακής!

Πλάτων και Κικέρων

"Sponsored links"

«Ε, όχι και μαγαζάτορας!»

Ο Λαφάργκ παραθέτει και αρκετά κείμενα αρχαίων συγγραφέων, αλλά και απόσπασμα από την Επί του Ορους Ομιλία του Χριστού, που υμνούν το δικαίωμα στην τεμπελιά. Και λέει ότι είναι ντροπή για το γαλλικό προλεταριάτο που μετά το 1848 δέχθηκε ως επαναστατική κατάκτηση τον περιορισμό της εργασίας στις 12 ώρες την ημέρα και διακήρυξε ως επαναστατική αρχή το δικαίωμα στην εργασία. «Μόνο δούλοι θα ήταν ικανοί να δεχθούν παρόμοιο εξευτελισμό» διακηρύσσει. «Θα χρειάζονταν είκοσι χρόνια καπιταλιστικού πολιτισμού για να διανοηθεί ένας Ελληνας της ένδοξης εποχής μια τέτοια ατίμωση»!

Στο παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου, ο Πολ Λαφάργκ παραθέτει αποσπάσματα αρχαίων κειμένων που στηρίζουν τη θεωρία του. Θυμίζει πως οι πολίτες της αρχαίας Αθήνας έπαιρναν από το κρατικό ταμείο κάποια χρήματα για να μη δουλεύουν και να ασχολούνται με τις υποθέσεις της πόλης. Στην «Πολιτεία» του ο Πλάτων λέει: «Η φύση δεν έπλασε κανέναν τσαγκάρη ούτε σιδερά· παρόμοια επαγγέλματα εξευτελίζουν τους ανθρώπους που τα ασκούν, τους υποβιβάζουν στην κατάσταση των χυδαίων μισθοφόρων και των ανώνυμων αθλίων, που γι’ αυτό ακριβώς στερούνται τα πολιτικά τους δικαιώματα. Οσο για τους εμπόρους, που είναι μαθημένοι στο ψέμα και στην απάτη, θα τους ανεχόμαστε στην Πολιτεία μόνο ως αναγκαίο κακό. Ο πολίτης που θα εξευτελίζεται ασκώντας το επάγγελμα του μαγαζάτορα θα τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους και, σε περίπτωση υποτροπής, η ποινή θα διπλασιάζεται»!

Περίπου τα ίδια έλεγε και ο Κικέρων: «Τι το ευγενές μπορεί να προκύψει από ένα μαγαζί; Και τι έντιμο μπορεί να δώσει το εμπόριο; Οι έμποροι δεν μπορούν να βγάλουν κέρδος χωρίς να πουν ψέματα και υπάρχει κάτι αισχρότερο από το ψέμα; Πρέπει λοιπόν να θεωρούμε αξιοκατάκριτο και ποταπό το επάγγελμα όλων εκείνων που πωλούν τον μόχθο και την τέχνη τους. Διότι όποιος δίνει την εργασία του με αντάλλαγμα το χρήμα πουλιέται ο ίδιος και υποβιβάζεται στην κατηγορία των δούλων».

Κρίση σαν σήμερα

Σφίξιμο του ζωναριού, μεγάλωμα της κοιλιάς

Η εποχή του Λαφάργκ ήταν, όπως και τώρα, μια εποχή οικονομικής κρίσης. Λόγω του τότε οικονομικού μοντέλου, η υπερεργασία οδηγούσε σε υπερπαραγωγή αλλά χωρίς ιδιωτική κατανάλωση, καθώς μόνοι καταναλωτές ήταν οι αστοί ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων. Η εγκράτεια (πέραν, βέβαια, της ανέχειας) της εργατικής τάξης ήταν παροιμιώδης. Και όπως χαρακτηριστικά λέει ο συγγραφέας, το σφίξιμο του ζωναριού των εργατών οδηγούσε σε μεγάλωμα της κοιλιάς των αστών. Για να αποφύγουν την κρίση της υπερπαραγωγής προϊόντων που έμεναν στα ράφια, οι επιχειρήσεις έφτιαχναν προϊόντα κακής ποιότητας για να χαλάνε γρήγορα (για «εποχή της νοθείας», κατά το «εποχή του λίθου», μιλάει ο Λαφάργκ), ενώ αναζητούσαν νέες αγορές και ήθελαν να ντύσουν με το ζόρι τους γυμνούς Πολυνήσιους αλλά και τους Αφρικανούς: «Εκατομμύρια μαύροι κώλοι γυμνοί σαν το ξυρισμένο πρόσωπο του Ζιραρντέν (σ.σ. γάλλος πολιτικός της εποχής) περιμένουν τα βαμβακερά υφάσματα για να μάθουν να είναι σεμνοί» λέει! Και προσθέτει ότι οι εργοστασιάρχες της Ευρώπης παρακολουθούσαν με αγωνία τις ανακαλύψεις του Λίβινγκστον, του Στάνλεϊ και των άλλων εξερευνητών, για να βρουν νέες αγορές. Στο μεταξύ αφαιρούσαν εργατικό δυναμικό μετατρέποντάς το σε υπηρετικό προσωπικό: οι υπηρέτες των αστών εκείνη την εποχή ήταν περισσότεροι σε αριθμό από τους ανθρακωρύχους και τους μεταλλωρύχους μαζί. Τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν γλίτωσε τον κόσμο από την οικονομική ύφεση. Και δεν υπήρχε καν καλή ποιότητα ζωής, αφού τα μνημειώδη φαγοπότια που περιγράφουν ο Ραμπελέ και ο Θερβάντες είχαν εξαλειφθεί παντελώς.

Ο Λαφάργκ στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου, σε ένα πραγματικό κρεσέντο προτάσεων αλλαγής τρόπου ζωής, λέει ότι αντί να επιβάλλεται, η εργασία πρέπει να απαγορευτεί και ότι όλοι πρέπει να παίρνουν ένα καθημερινό χαρτζιλίκι για να κάθονται. Αυτό, πιστεύει ότι θα έφερνε κοινωνική ειρήνη και θα έλυνε τα προβλήματα των οικονομικών κρίσεων.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτό το τελευταίο, το διαβάζει κανείς σήμερα και ως πρόταση πολύ συντηρητικών πολιτικών γιατί όλοι φοβούνται πως η εκτίναξη της ανεργίας που θα φέρει η ρομποτική θα οδηγήσει σε κοινωνικές επαναστάσεις.

«Αν η εργατική τάξη ξερίζωνε από την καρδιά της τη διαστροφή που την εκφυλίζει και όρθωνε την τρομερή της δύναμη, όχι για να διεκδικήσει τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που δεν είναι παρά τα δικαιώματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, όχι το Δικαίωμα στην Εργασία, που δεν είναι παρά το δικαίωμα στη φτώχεια και στη δυστυχία, αλλά για να σφυρηλατήσει έναν σιδερένιο νόμο, που θα απαγορεύει στον κάθε άνθρωπο να εργάζεται περισσότερο από τρεις ώρες την ημέρα, η Γη, αυτή η αρχαία Γη, θα αγαλλίαζε και θα ένιωθε να σκιρτά μέσα της ένας καινούργιος κόσμος» λέει.

Paul Lafargue

Το δικαίωμα στην τεμπελιά
Μτφ. Γιάννης Καυκιάς,
εκδ. Μεταίχμιο, 2017,  σελ. 96
Τιμή: 8,80 ευρώ

tanea.gr

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις