Η Μπλε ποδιά

Κανένα σχόλιο

Της Νεφέλης Ευαγγέλου

Δεν ξέρω πώς καθιερώθηκε η μαύρη ποδιά, με το άσπρο γιακαδάκι, για τις μαθήτριες γυμνασίου και λυκείου.

Το καλό, με το ομοιόμορφο ντύσιμο ήταν πως, με πρώτη ματιά,

"Sponsored links"

οι μαθήτριες ξεχώριζαν μόνο από τα φυσικά τους χαρίσματα. Καμία μαύρη ποδιά δεν κατάφερνε να τα σκιάσει.

Όμως, σε κάποια κορίτσια, η ποδιά αυτή, μπορούσε να δείχνει καλοραμμένη, καινούργια, πιο πλούσια, ενώ σε άλλα, πιο φθαρμένη και παλιά. Θα την είχαν κληρονομήσει από μεγαλύτερη αδελφή, ίσως. Μπορεί και να την είχαν, βάλε-πλύνε και ξεθώριαζε εύκολα.

Τα πλουσιοκόριτσα τις είχαν διπλές.

Κάποιος θέλησε να διώξει τη μαυρίλα από τις έφηβες και καθιερώθηκε –επί τέλους- μπλε ποδιά για τον χειμώνα και γαλάζια για το καλοκαίρι. Ευχάριστη η αλλαγή αλλά και κάπως δαπανηρή. Δεν είχαν πολλές την ευχέρεια να ράψουν δύο νέες ποδιές για μία σχολική χρονιά.

Η Θάλεια, απόκτησε την ποδιά της πρόσφατα και την πρόσεχε πώς και πώς. Θα μπορούσε άνετα, να την έχει την επόμενη χρονιά, έτσι, όπως την φρόντιζε. Η εγκύκλιος όριζε καθαρά το μαθητικό ένδυμα. Ποδιά μπλε!

Μελαγχόλησε η Θάλεια και λυπήθηκε πιο πολύ η μητέρα της. Καταλάβαινε, πως, η κόρη της, που δεν συνήθιζε να ζητά κάτι, πάνω από τις δυνάμεις τους, θα υπέφερε για δύο λόγους. Και οι δύο ήταν σοβαροί. Ο ένας ήταν αυτός που όριζε η εγκύκλιος, ο άλλος εκείνος που δεν επέτρεπε περιθώρια για την απόκτηση της πολυπόθητης ποδιάς. Όσο και αν εστρίμωχναν τα έξοδα, η ποδιά δεν έβγαινε μπροστά.

Σε βαθύ συλλογισμό μάννα και κόρη, που δεν ήθελαν να το μάθει και ο πατέρας. Ήταν ικανός να πουλήσει ακόμη και την κατσίκούλα, για να ευχαριστήσει τη μοναχοκόρη του. Τη Θάλειά του, που είχε και το όνομα της μάννας του. Αν το άκουγε, θα στενοχωριόταν πολύ.

«Ο καλός Θεός δεν ξεχνά τους ανθρώπους, που Τον αγαπούν», συνήθιζε να λέει η γυναίκα του. Αυτός, όμως, πίστευε πως, ο Θεός, έχει πολλή δουλειά με τους ανθρώπους, για να τους ευχαριστεί όλους έτσι, όπως ήθελαν. Ήξερε, γιατί το πίστευε.

Στα εννέα χρόνια του, τον πήρε μαζί του, ο πατέρας, στο χωράφι, για να του πει δύο λόγια, μόνο. Τα τελευταία, τα άκουσε λίγο αργότερα. «Μανωλιό, πρέπει μάθεις να κερδίζεις το ψωμί σου, με τον κόπο σου».

"Sponsored links"

Άνοιξε η πόρτα του σπιτιού του, για στερνή φορά και έφυγε μέσα από την  αγκαλιά της μάννας του, χωρίς να την αποχαιρετήσει. Τόσο πικραμένος ένοιωθε. Ίσως, να διάβηκε το κατώφλι αυτό, μετά από χρόνια, στον θάνατο των γονιών του. Δεν τους συγχώρεσε μέσα του. Τον ένα, γιατί-ουσιαστικά- τον έδιωξε, την άλλη, γιατί δεν διεκδίκησε με σθένος το παιδί της. Το ξένο σπίτι, είναι ξένο. Μόνο αν νοιώσει πως περισσεύει αγάπη για ένα παιδί, όπως είναι ο ίδιος, μπορεί να το υπολογίσει σαν δικό του, κάποτε-κάποιος.

Φτωχοί άνθρωποι ήταν μα, πάνω από τους μισούς ήταν φτωχοί στα χωριά τότε. Δεν είχε ικανό τον πατέρα του, να απαρνηθεί παιδί του, ολότελα και –πιο πολύ- όταν το παιδί αυτό είναι το τέταρτο από τα πέντε… Δεν κατάφερε –δύο βραδιές- να κλείσει μάτι, ο Μανωλιός, στο παλιό ντιβάνι, με λακούβα στη μέση, που δεν άφηνε να στριφογυρίζει στον ύπνο. Την τρίτη μέρα, άυπνος, περίλυπος, περπατώντας με παντόφλες παλιές και τα δάχτυλα έξω –αναμάσχαλα το μπογαλάκι του- ξεκίνησε για την γειτονιά του πατρικού σπιτιού. Πληγώθηκαν τα πόδια από τις μυτερές πέτρες του χωματόδρομου, όμως, είδε τον πατέρα του και αναθάρρησε. Μεροκάματο έκανε, σε ξένο χωράφι. Μόλις αντίκρυσε το παιδί, άφησε την τσάπα και το κλαδευτήρι χάμω και δεν δίστασε να δείξει θυμό. «Για ‘ντα ‘ρθες Μανωλιό; Δεν τά ‘παμέ;»

«Θέλω να είμαι με τους γονέους και τ’ αδέρφια μου», απάντησε, κλαίγοντας, ο μικρός.

Έσπασε ο πατέρας και σκούπισε, με την ανάστροφη της παλάμης, τα μάτια του. «Γύρισε, Μανωλιό, στο μπάρμπα σου. Άμα μεγαλώσεις,

θα καταλάβεις. Για το καλό σου είναι, ό,τι έκαμα. Θα είσαι πιο καλιά, εκεί».

Του έδωσε –για το δρόμο- το νερό που είχε, το λίγο ψωμί που απόμεινε και έκρυψε τον λυγμό, πριν φανερωθεί.

Εννέα χρονών παιδί, με γνώσεις τρίτης δημοτικού. Κατάφερε να πάρει το απολυτήριο της έκτης. Για την εποχή του, στο χωριό, περνούσε για «γραμματιζούμενος». Ένα όρκο έκανε. Ένα τάμα, ήταν ο σκοπός της ζωής του. Να προκόψει. Να γίνει, μια μέρα, κύριος του εαυτού του…

Είχαν –όπως φαίνεται- σοβαρούς λόγους, να μην θέλουν να στεναχωρέσουν τον κύριο Μανώλη, η γυναίκα και η κόρη του.

Η κυρία Δέσποινα –γυναίκα έξυπνη, δυναμική και φιλότιμη- δεν άργησε να ‘βρει την λύση. Θα δούλευε στα χωράφια, λίγο πιο πέρα από το σπίτι τους. Ζητούσαν εργάτες ή κάποιους που ήξεραν από αγροτικές δουλειές και ήθελαν να κάνουν μερικά μεροκάματα. Την ξεχώρισαν αμέσως, χωρίς δεύτερη συζήτηση. Πήρε και την κόρη της, μαζί. Δέχτηκε με χαρά το κορίτσι. Έτσι , θα ξαλάφρωνε τη μητέρα λίγο, αλλά θα ένοιωθε πως, δουλεύοντας, συνέβαλε και εκείνη, στην συλλογική προσπάθεια της οικογένειας, για δική της ικανοποίηση! Λίγα μεροκάματα, από δύο γυναίκες, με μία να αμείβεται –στην ουσία- δεν φαινόταν σαν κάτι υπερβολικό, για την πραγματοποίηση ενός κοριτσίστικου ονείρου. Στο κάτω-κάτω, το απαιτούσε η εγκύκλιος, να υλοποιηθεί. Ύστερα, τι χρειαζόταν για το ζωντάνεμα του; Λίγες πήχεις ύφασμα, έφταναν για το λεπτό, μέτριο στο ύψος, σώμα της Θάλειας.

Κρεμάστηκε, μετά το ράψιμο, καθαρή, καλοσιδερωμένη, με κολλαριστό το άσπρο γιακαδάκι και έμοιαζε με φόρεμα περιπάτου. Σκεπάστηκε, ολόκληρη η ποδιά, με διάφανο κάλυμμα και τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση, στο δωμάτιο του κοριτσιού. Την καμάρωνε συνέχεια και χαιρόταν πολύ, πάρα πολύ. Δεν την ήθελε μέσα στην ντουλάπα της. Την ήθελε ατσαλάκωτη, φρέσκια, μέχρι την στιγμή που θα την φορούσε, την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς. Έγινε, όπως την φανταζόταν. Με φαρδύ ποδόγυρο και σφιχτή στη μέση. Θα φορούσε και μια φαρδιά ζώνη, να φαίνεται πιο κομψη!

Είδε την ποδιά ο πατέρας, του άρεσε, χάρηκε και αυτός μόνο, που σκέφτηκε πως χρειάστηκε να δουλέψει και η κόρη του. Ήθελε να δουλέψει μα, όχι στα χωράφια. Η Θάλεια, έπρεπε να καθίσει σε γραφείο. Έξυπνη κοπέλα, καλή μαθήτρια, ικανή σε ότι έκανε, όμως, ο κύριος Μανώλης, ονειρευόταν καλύτερη ζωή για τη μοναχοκόρη του. Δεν του πήγε και καλά, που δούλεψαν μάννα και κόρη, σε ξένο βιος για μια ποδιά. Πάλι, ο σκοπός ήταν ιερός και το παιδί του, δεν ήταν εννέα χρόνων, αλλά δεκαέξι.

Τελικά, η μπλε ποδιά, έγινε ένας μικρός σταθμός στην ζωή της Θάλειας, προσφέροντας μεγάλη χαρά, ξυπνώντας πολλά συναισθήματα για τους γονείς, τον εαυτό της και τη ζωή. Ταυτόχρονα, την ωρίμασε – σε μία στιγμή- διαπιστώνοντας πως, το κάθε τι στη ζωή των ανθρώπων- έχει ένα τίμημα. Προϋποθέτει κάτι η κατάκτηση αυτού του τιμήματος και είναι η ανεξαρτησία. Απορρέει από μία πηγή μοναδική, της εργασίας. Από εκεί, μόνο. Έτσι τη δίδαξαν οι καλοσυνάτοι, εργατικοί, υπερήφανοι και βαθιά πονεμένοι γονείς της. Ο πατέρας στάθηκε τυχερός, γιατί συνάντησε τη μητέρα της Θάλειας, εκείνη –η κόρη- γιατί ήρθε στον κόσμο από τέτοιους υπέροχους γονείς. Αυτοί, με τη σειρά τους, ευτύχησαν γιατί το παιδί τους ήταν το καλύτερο δώρο του Θεού.

Έξυπνο, συνετό, νοικοκυρεμένο και αφοσιωμένο μέχρι αυτοθυσίας στους γονείς του. Χαιρόταν πολύ, ακόμη και με ένα λουλουδάκι, αλλά αυτή πρόσφερε, ό,τι μπορούσε, σ’ εκείνους που την τίμησαν με κάθε τρόπο. Όμως, κάθε χαρά αναπάντεχη και, με κάποιο κόπο αν ζωντανέψει, έχει ιδιαίτερη σημασία. Αυτός που τη βιώνει, δεν τη ξεχνά, ποτέ. Η μπλε ποδιά μοιάζει ακόμη, σχεδόν, καινούργια και φυλάγεται καλά και στην καρδιά μιας γυναίκας, τώρα πια, η ιστορία της…

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις