O Μακεδονικός Αγώνας

Κανένα σχόλιο

Μετά την εξέγερση του 1841, ακολούθησαν εξεγέρσεις το 1854 και το 1878, όταν έγινε οργανωμένο κίνημα υπό τον Λεωνίδα Βούλγαρη, με την προσωρινή κυβέρνηση της επαρχίας Ελιμείας και με πρόεδρο τον Κοντεβάρο. Ο ιστορικός Κόκκινος γράφει ότι η γεωγραφική θέση και η αδυναμία παροχής βοήθειας από την υπόλοιπη Ελλάδα έδωσαν στις εξεγέρσεις των Ελλήνων της Μακεδονίας χαρακτήρα αυτοθυσίας.

Ο Κων. Βακαλόπουλος έκανε μία γενική κατανομή των περιοχών των χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας στα μέσα του 19ου αιώνα, σε τρεις γεωγραφικές ζώνες: τη βόρεια, την κεντρική και τη νότια. Έλαβε υπόψη τη γλωσσική διαστρωμάτωση τους και την εθνολογική σύνθεσή τους. Γράφει ότι η βόρεια ζώνη άρχιζε από τις οροσειρές Σάρ-Σκάρδου και Ρίλας και επεκτεινόταν στον νότο ως τη γραμμή Αχρίδας, βόρεια του Μοναστηρίου και προς τα ανατολικά επεκτεινόταν, περνώντας από τη Στρωμνίτσα, μέρχρι το Μελένικο και το Νευροκόπι. Ήταν κυρίως περιοχές που βρίσκονταν στα βόρεια γειτονικά κράτη.

Στη γεωγραφική αυτή περιφέρεια κατοικούσαν σλαβόφωνοι πληθυσμοί, οι οποίοι από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, ταυτίστηκαν ουσιαστικά με τη βουλγαρική εθνική κίνηση και προσχώρησαν, στα 1870, και τυπικά στους κόλπους της Εξαρχίας. Οι κάτοικοι αυτοί μιλούσαν ένα γλωσσικό ιδίωμα που συγγένευε σημαντικά με τη βουλγαρική γλώσσα. Η νότια ζώνη εκτεινόταν από τα θεσσαλικά σύνορα προς τα βόρεια της γραμμής Πίνδου-Καστοριάς και προς την κατεύθυνση βόρεια της Βέροιας και της Θεσσαλονίκης ως τις Σέρρες και τη Δράμα. Η ζώνη αυτή περιελάμβανε ελληνόφωνους κυρίως πληθυσμούς με ελληνική εθνική συνείδηση.

"Sponsored links"

Ιδιόμορφη, ωστόσο, τόσο ως προς τη γλωσσική διαστρωμάτωση, όσο και ως προς την εθνολογική σύσταση του χριστιανικού πληθυσμού, παρέμεινε η κατάσταση στη μεσαία γεωγραφική ζώνη της Μακεδονίας. Σύμφωνα με προξενικές εκθέσεις της εποχής εκείνης, η ζώνη αυτή οριζόταν στα βόρεια από μια νοητή ευθεία, που κατευθυνόταν από τη λίμνη της Αχρίδας στο Κρούσοβο, στα νότια του Περλεπέ, στα βόρεια του Μοναστηρίου ως τον Νέστο και περιελάμβανε τις πόλεις Στρωμνίτσα, Πετρίτσι, Μελένικο και Νευροκόπι. Στα νότια η μεσαία ζώνη άρχιζε από τον Γράμμο, κάλυπτε το μισό της γεωγραφικής έκτασης του καζά (επαρχίας) της Καστοριάς, Πτολεμαϊδας, κατευθυνόταν έπειτα στα νότια της Φλώρινας και της Έδεσσας, των Γιαννιτσών και στη συνέχεια στα βόρεια της Κοζάνης, της Θεσσαλονίκης, της Ζίχνης Σερρών και της Δράμας. Οι κάτοικοι της ζώνης αυτής υπήρξαν κυρίως σλαβόφωνοι, ελληνόφωνοι, βλαχόφωνοι και αλβανόφωνοι και στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους, ακόμη και μετά το 1870, διατήρησαν την ελληνική συνείδησή τους, όπως προκύπτει από τους σκληρούς αγώνες τους για την κατοχή των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών. Στη ζώνη αυτή το σλαβικό ιδίωμα περιείχε βουλγαρικές, βλάχικες και ελληνικές λέξεις.

Ο ελληνοβουλγαρικός ανταγωνισμός για την επικράτηση στη Μακεδονία, κυρίως στη μεσαία ή κεντρική ζώνη, κινήθηκε πάνω σε δύο άξονες: την Εκκλησία και τη γλώσσα. Πάνω σε αυτούς τους δύο άξονες προσπαθούσαν οι Βούλγαροι να τεκμηριώσουν και να «εδραιώσουν» την εθνική ταυτότητα στις σλαβόφωνες μάζες. Οι Βούλγαροι, μέχρι το 1850, γενικά δεν είχαν αναπτύξει εθνικιστικές κινήσεις. Μετά το 1870, όταν ιδρύθηκε αυθαίρετα με σουλτανικό φιρμάνι ανεξάρτητη Βουλγαρική Εκκλησία, γνωστή ως Εξαρχία –παρά το γεγονός ότι η Βουλγαρία ανήκε στη δικαιοδοσία του Οικοουμενικού Πατριαρχείου–, τότε τα πράγματα άλλαξαν. Άρχισε να επιδιώκεται η δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας», όπως εκείνη του Στέφανου Ντουσάν τον 14ο αιώνα.

Όπως γράφει ο Β. Σφυρόερας, το Οικουμενικο Πατριαρχείο, το 1872, κατηγόρησε τους Βούλγαρους για «εθνοφυλετισμό» και κήρυξε τη Βουλγαρική Εκκλησία σχισματική. Οι χριστιανοί της Μακεδονίας χωρίστηκαν σε «πατριαρχικούς» και σε «εξαρχικούς» και οι ορισμοί αυτοί σήμαιναν, αντίστοιχα, τους Έλληνες και τους Βούλγαρους. Η εθνικιστική βουλγαρική κίνηση άρχισε να εκδηλώνεται περί το 1890, και το 1893 ιδρύθηκε το επαναστατικό βουλγαρικό κομιτάτο Ι.Μ.R.O. (Internal Macedonian Revolutionary Organization, Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση). Το κομιτάτο, το οποίο είχε ως κύριο σύνθημά του «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες», απέβλεπε στην αυτονομία της Μακεδονίας, που αργότερα, όταν οι διεθνείς εξελίξεις θα το επέτρεπαν, θα ενσωματωνόταν στο βουλγαρικό κράτος.

Πράκτορες της Βουλγαρίας όργωναν τη Μακεδονία και με όλα τα δυνατά μέσα προσπαθούσαν να προσελκύουν χωριά με το μέρος μιας ανεξάρτητης Μακεδονίας. Ως προς το θέμα της θρησκείας πρότειναν τη βουλγαρική Εχαρχία, η οποία δεν θα τους απομυζούσε με φόρους, όπως το Πατριαρχείο. Ως προς το θέμα της γλώσσας, πρότειναν δικά τους σχολεία, η φοίτηση στα οποία θα ήταν δωρεάν. Τους μισθούς των δασκάλων τους πλήρωνε η Βουλγαρία. Όπου τα μέσα αυτά δεν επαρκούσαν, μετέρχονταν φυσικά τη βία.

Τον Μάρτιο του 1878 με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου κατακυρώθηκε το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Τότε έγινε και τρίτη επανάσταση των Μακεδόνων, που διαμαρτύρονταν έτσι κατά της συνθήκης αυτής.
Στις 13 Ιουλίου του 1878 η συνθήκη του Βερολίνου διόρθωσε τα πράγματα. Το 1897 η Ελλάδα νικήθηκε στον πόλεμο με την Τουρκία. Αυτό δραστηριοποίησε πάλι τους Βούλγαρους, οι οποίοι κατάφεραν να προσεταιρισθούν ένα μεγάλο μέρος του σλαβόφωνου πληθυσμού της βόρειας ζώνης. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τις Σέρρες και το Μελένικο ως τη Δράμα, όπου ένοπλα σώματα Βουλγάρων στράφηκαν κυρίως εναντίον ιερέων και προκρίτων που υπάγονταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με σκοπό τον εκφοβισμό των κατοίκων. Έτσι, τους δόθηκε η δυνατότητα να πραγματοποιήσουν μια «επανάσταση», γνωστή σήμερα ως «Ίλιντεν». Μια σημαντική λογοτεχνική ματιά στα γεγονότα του Μακεδονικού Αγώνα ρίχνουν τα μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα «Η Λίμνη των Γιαννιτσών», «Τα μυστικά του βάλτου», κ.ά.

Η εξέγερση του «Ίλιντεν»

Το 1904 το επαναστατικό βουλγαρικό κομιτάτο Ι.Μ.R.O. οργάνωσε μια εξέγερση κυρίως στο βορειοδυτικό και δυτικό μακεδονικό χώρο, στην οποία, τελικά, συμμετείχε και το εξαρχικό στοιχείο, όπως γράφει ο Κ. Βακαλόπουλος. Διακηρύχτηκε ότι επρόκειτο για μια επανάσταση εναντίον των Τούρκων προκειμένου να δημιουργηθεί μακεδονικό κράτος. Πολλοί, απηυδισμένοι από τους Τούρκους, Γραικομάνοι –δηλαδή σλαβόφωνοι Έλληνες– και λοιποί Έλληνες συμμετείχαν στην εξέγερση αυτή, η οποία τελικά απέτυχε και αιματοκύλισε για άλλη μια φορά τη Δυτική Μακεδονία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μία διευκρίνιση: οι Βούλγαροι, όταν έλεγαν κάποιν «Γραικομάνο» εννοούσαν, υρβιστικά, ή ήθελαν να αφήσουν να εννοηθεί ότι επρόκειτο για βουλγαρικής καταγωγής κάτοικο της Μακεδονίας, σλαβόφωνο, που είχε ελληνική συνείδηση, δηλαδή για κάποιον προδότη. Δεν μπορούσαν, δήθεν, να διανοηθούν σλαβόφωνο, ο οποίος δεν θα ήταν Βούλγαρος. Χωρίς να σκέφτονται τους βλαχόφωνους ή τουρκόφωνους, που ήταν Έλληνες.
Οι εξεγερμένοι ηττήθηκαν και πολλές ελληνικές κοινότητες και κωμοπόλεις της Δυτικής και Βόρειας Μακεδονίας, μεταξύ των οποίων και το Κρούσοβο, καταστράφηκαν. Παράλληλα, όμως, διαφάνηκε ο κίνδυνός να χαθεί η Μακεδονίας, γεγονός που οδήγησε τον Ελληνισμό σε γενική κινητοποίηση. Οι οπλαρχηγοί των Βουλγάρων ήταν ξενόφερτοι στη Δυτική Μακεδονία και ενισχύονταν οικονομικά από τη Βουλγαρία και από αλλού. Οι μακεδονομάχοι της Δ. Μακεδονίας τρέφονταν από τους χωριάτες, γιατί ήσαν «πραγματικά» ντόπιοι, δηλαδή Έλληνες κάτοικοι της Μακεδονίας, αυτόχθονες «προ αμνημονεύτων χρόνων».

Οι Βούλγαροι επέβαλαν την ιδέα ότι «ντόπιος» σημαίνει «βουλγαρικής καταγωγής» (ο χαρακτηρισμοίς «ντόπιοι» υπάρχει ακόμα). Ή ότι γναθολογικά, διέφεραν οι «ντόπιοι» και κανένας άλλος δεν μπορούσε να προφέρει π.χ. το «κόζζα κόζα, δέρμα προβάτου», γνωστό «σύνθημα» στις «βίγλες». Σαν να ήσαν οι Έλληνες της Μακεδονίας φιλοξενούμενοι! Η Ελλάδα, ακολουθούσε μια φρόνιμη εξωτερική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, διότι ο Όθωνας πιεζόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, Αγγλία κ.λπ., που έλεγαν ότι κάθε κίνηση της Ελλάδας εναντίον της Τουρκίας θεωρούνταν κίνηση εχθρική εναντίον τους, και είναι γνωστό, όλοι είχαν πικρό παράπονο, ότι δεν τους βοηθούσε. Τους συμβούλευε μόνο «να μη δημιουργούν προβλήματα»

"Sponsored links"

Επιλογή κειμένων:
Άννα Κωνσταντουδάκη – Αγγελάκη

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις