Από στρατιωτικό ημερολόγιο εν καιρώ εμφυλίου πολέμου (μέρος β΄)

Κανένα σχόλιο

Γράφει ο (λοχίας τότε) Κανάκης Ι. Γερωνυμάκης, Συγγραφέας, ΛαογράφοςΣτις 24/4 είχαμε Πάσχα και σουβλίσαμε 35 αρνιά.

Στις 5-5 μου δώσανε  από το ΚΕΠ (Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού) φύλλο πορείας για το 102 Σ.Π.Π. (Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού) που έδρευε στην Καστοριά. Έκανα 3 μέρες στο 936 Κ.Δ.Σ. (Κέντρο Διερχομένων Στρατιωτών) και μετά έφυγα με το «ΑΝΔΡΕΙΑΣ» στη Θεσσαλονίκη. Εκεί βρήκα τον ξάδελφό μου Ανδρέα Καγιαδάκη και τον χωριανό μου Γιάννη Χιωτάκη. Το έσκασε ο Γιάννης από τη μονάδα του, ο Ανδρέας από τη σχολή του και εγώ παρεβίασα το φύλλο πορείας μου και γυρίζαμε τρεις μέρες στη Θεσσαλονίκη.

Στις 10-5 εφύγαμε σιδηροδρομικώς για τη Βέροια. Από Βέροια προς Κοζάνη εκινηθήκαμε μεγάλη φάλαγγα 200 αυτοκίνητα, διότι οι αντάρτες εκαθιστούσανε λίαν επικίνδυνη τη μετακίνηση. Ακόμα και τα πολιτικά αυτοκίνητα δεν τολμούσανε να μπούνε στο δρόμο και κολούσανε και αυτά στις στρατιωτικές φάλαγγες. Έμεινα στο 941 Κ.Δ.Σ. στην Κοζάνη και την επόμενη με άλλη μεγάλη φάλαγγα πήγαμε στην Καστοριά στις 11-5. Πριν μπούμε στην Καστοριά άκουσα κανονιές και ερώτησα αν πρόκειται περί σκοποβολής μα τότε έμαθα πόσο κοντά μας είναι οι αντάρτες. Ήτανε στρατιωτικός νόμος και δεν μαθαίναμε τι γίνεται. Την πρώτη μέρα, την πρώτη ώρα που έφτασα στο γραφείο κινήσεως του συντάγματος άκουσα μια συζήτηση από δυο συνάδελφους, που μέχρι τότε μου ήτανε άγνωστοι. Μου έκανε εντύπωση και θα την γράψω εδώ:

"Sponsored links"

«Εκρατούσανε οι αντάρτες ένα στρατηγικό ύψωμα. Ο στρατός επιχείρησε πολλές φορές να το πάρει μα δεν κατάφερε. Ένα βράδυ επήγε μια διμοιρία ακάλυπτη και όταν ο σκοπός αντάρτης τους αντιλήφθηκε και εφώναξε «αλτ»! αυτοί του είπανε: «εμείς είμαστε, συναγωνιστή, έχομε την πληροφορία ότι θα χτυπήσουνε οι φασίστες και μας στείλανε για ενίσχυση». Ο σκοπός τους πίστεψε, άνοιξε την πύλη, μα αυτοί τον σφάξανε και μετά μπήκανε στα αμπριά και βρήκανε στον ύπνο και τους άλλους και τους σφάξανε όλους. Τότε υπήρχε «Κλιμάκιο Βαλκανικής Ερεύνης» και παρακολουθούσε την εξέλιξη του πολέμου και ήρθε ένας Άγγλος αξιωματικός για να κάνει αυτοψία, όπου εφώναζε ότι αυτά τα πράματα αντίκεινται στους διεθνείς κανονισμούς του πολέμου. Στις αποθήκες τους όμως είχανε τελευταίου τύπου όπλα αγγλικής κατασκευής που ακόμα δεν τα είχε ο στρατός και εδιηγήθηκε μετά ο λοχίας που συνόδευε τον αξιωματικό του Κλιμακίου, ότι σκέφτηκε να τον καρφώσει με την ξιφολόγχη του. Είδε ότι αυτοί δίνουνε όπλα και στους αντάρτες (που δεν θα έπρεπε) γιατί του έκανε εντύπωση που σφαχτήκαμε; Χειρότερα κάνανε και οι αντάρτες γιατί τους είχανε φανατισμένους. Και στον τόπο μας εσκοτώσανε δικούς τους ανθρώπους οι αντάρτες επειδή δεν ήτανε κομμουνιστές, μα και στον Γράμμο όταν καθόμαστε σε μια πλαγιά σε μια ανάπαυλα της μάχης, ένα στρατιώτης που ήτανε από τα μέρη εκείνα, μας έδειξε ένα χωριουδάκι και μας είπε ότι πριν δύο βράδια, δύο αδέλφια, ένας ΜΑΥ και ένας αντάρτης εβρεθήκανε στο πατρικό τους σπίτι. Άμα επλαγιάσανε, ο αντάρτες επήγε και έσφαξε τον ΜΑΥ αδελφό του και μετά έφυγε πάλι στο βουνό.

Στις 12-5 με τοποθέτησαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως συγγενών των ανταρτών, σ’ ένα μικρό οροπεδιάκι πιο πάνω από την Καστοριά.

Στις 6-6 με πήγανε στην Γ’ Πυροβολαρχία στη Μεσοποταμιά, ένα Κεφαλοχώρι δυτικά της Καστοριάς. Εκεί είμαστε στο βεληνεκές των αντάρτικων πυροβόλων και κάναμε βαθιά αμπριά και τα σκεπάζαμε με χοντρούς κορμούς από λεύκες. Πρώτα μια σειρά κορμούς μετά ένα στρώμα χώμα, μετά άλλη σειρά κορμούς σταυρωτά και πάλι χώμα και πάλι κορμούς, όπου η στέγη άντεχε και βόμβα μικρού διαμετρήματος.

Ένα βράδυ ένας στρατιώτης, ο Δανέζης, εκοιμότανε πάνω στο αμπρί. Τη νύχτα μας ρίξανε μια εικοσαριά οβίδες οι αντάρτες και η πρώτη έπεσε κοντά στον Δανέζη. Αυτός με ένα πήδημα βρέθηκε στο άμπρι μέσα. Η δεύτερη έπεσε στα ρούχα που κοιμότανε ο Δανέζης και του τα διέλυσε. Την επόμενη πήγε  με το σλιπάκι στη διαχείριση και πήρε καινούργια στολή και κουβέρτες. Ακόμη και το πηλήκιο του είχε καταστραφεί.

Όταν θα εκπυρσοκροτήσει το εχθρικό κανόνι, από τότε που θα ακουστεί η εκπυρσοκρότηση μέχρι να έρθει η οβίδα περνούνε αρκετά δευτερόλεπτα και προλαβαίνει κανείς να πέσει όπου νομίζει ότι κινδυνεύει λιγότερο. Κάποτε όμως ερχόμενος από Καστοριά εσταμάτησε το ¾ για να κατέβω, όμως ο θόρυβος της μηχανής δε μ’ άφησε να ακούσω ούτε την εκπυρσοκρότηση, ούτε το σφύριγμα της οβίδας που ήρθε και έσκασε πολύ κοντά, μα ευτυχώς δε με πετύχανε τα θραύσματα της οβίδας.

Η πυροβολαρχία μας είχε 4 εικοσπεντάλιμπρα κανόνια. Τα κάθε 2 λέγαμε ότι αποτελούσανε ένα ουλαμό. Ο ένας ουλαμός τη μια μέρα και ο άλλος την άλλη πηγαίναμε από την Αγ. Κυριακή για να χτυπούμε το Μάλι Μάδι. Ένα πυροβολείο των ανταρτών μας είχε γίνει στενός κορσές μα ήτανε καλά καμουφλαρισμένο και επήγε ένας λοχαγός μας και κρύφτηκε σε κατάλληλη θέση και μετά εδιατάξαν ένα τίγκο (τεθωρακισμένο αυτοκινητάκι) και προχώρησε προς τα εκεί και το είδανε και του ρίξανε 2-3 βολές με άμεση σκόπευση και αυτό απεσύρθη αφού δεν το πετύχανε, μα εντοπίστηκε το πυροβολείο και την άλλη μέρα το εξουδετερώσανε. Κάπου – κάπου για παρενόχληση εστέλναμε 15-20 οβίδες στους αντάρτες, πριν από τις γενικές επιχειρήσεις, όπου και εκείνοι μας εφέρονταν ανάλογα.

Στις 5-7 άρχισαν επιχειρήσεις στο ΚαιμακΤσαλάν. Εμείς επήγαμε και είχαμε έδρα την Βέςβη, εχτυπούσαμε όμως και από την Κέλη και την Μελίτη. Κάποια φορά οι αντάρτες κατεβήκανε και πήρανε 70 πρόβατα. Ήτανε βράδυ και είχαμε πάρει συσσίτιο μα δεν είχαμε αρχίσει το φαΐ όταν ακούσαμε το παράγγελμα: «Στις θέσεις σας. Εκρηκτική 119 γέμισμα τρίτον. Σημείο σκοπεύσεως το γωνιόμετρο. Γωνία θέσεως διεύθυνση κλπ αρχίσατε πυρ!» Ο στόχος ήτανε κινούμενος και όπως άλλαζε κατεύθυνση το κανόνι μας, μου αναποδογύρισε τις καραβάνες μου και χύθηκε το φαΐ μου όπου έμεινα δίχως. Είχαμε πατάτες γιαχνί και κρέμα. 7-7 μετακινηθήκαμε εις Μελίτη. Είχαμε νεκρούς εκατέρωθεν σ’ αυτές τις μάχες και πήρε λάφυρα ο στρατός.

Στις 10-6 επήγαμε στην Αμμούδα του Γράμμου. Στις 21-6 επήγαμε 2 κανόνια (ένας ουλαμός) στην Αναράχη που είχανε φανεί αντάρτες. Δεν είδαμε τίποτα, ούτε δεν ρίξαμε κανονιά. Όμως όταν πηγαίναμε, λίγο μετά το Αμύνταιο μας αποσυνδέθηκε το βλητοφόρο και το κανόνι, χωρίς να το πάρομε χαμπάρι και ευτυχώς μας φώναξε ένας βοσκός και γυρίσαμε και το πήραμε. Ενώ όταν γυρίζαμε είχανε ξεκουφώσει οι αντάρτες τον άσφαλτο και είχανε βάλει από κάτω μια νάρκη «πτελερμάιν» εκεί που θα περνούσε η ρόδα. Ευτυχώς πριν περάσομε εμείς την ανακάλυψαν οι ναρκαλιευτές και την εξουδετέρωσαν.

Στις 14-7 ο λοχαγός Επιτείδιος μου είπε ότι με πέρασε η ημερήσια διαταγή και με κάνανε δεκανέα. Στις 29-7 μετακινούμαστε προς τη Χελώνα. Την 1-8 μας διέταξαν να έχομε 120 πλήρες βολές στο κάθε κανόνι διότι την επόμενη 2-8 η ώρα 6π.μ. αρχίζομε γενικές επιχειρήσεις.

"Sponsored links"

Στις 2-8 η ώρα 5.40 ο αξιωματικός βολής Καλαμπούρας μας είπε να συντονίσομε τα ρολόγια μας και αυτός πάνω από μια κλούβα μας εφώναζε: «Σε 20 λεπτά, σε 10 λεπτά, σε 20 δευτερόλεπτα. Αρχίσατε πυρ!! 40 κανόνια βαριά, πεδινά και ορειβατικά ερίξαμε 5.000 βλήμματα σε μισή ώρα. Ο στόχος ήταν να καταλάβομε τη Χελώνα για να μην επικοινωνεί το συγκρότημα του Γράμμου με αυτό του Βίτσι, όπου εκαταλάβαμε και τη Χελώνα και άλλα υψώματα.

Στις 3-8 ένα «Ντακότα» έριξε 5 βόμβες από λάθος στην Τούχουλη όπου ο Λοχαγός μας είχε παρατηρητήριο. Ευτυχώς δεν τον σκότωσε. Το βράδυ φεύγομε για τους Σπανούδες του Γράμμου. Στις 5 αρχίσει μεγάλη μάχη, παίρνομε το Τσάρνο και άλλα υψώματα. Το Τσάρνο ήτανε στρατηγικό και περιμέναμε ότι θα επιχειρήσουνε να το ανακαταλάβουνε και ήμαστε όλη τη νύχτα σε θέση μάχης. Εκείνο το βράδυ, άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε ραγδαία, από πλευράς καιρικών συνθηκών, μα και από τον πόλεμο, κανονιές, πυροβολισμούς, όλμους, πυροβόλα, τουρτούρες, φωτοβολίδες και δημιουργούσανε εικόνες που μόνο στον κινηματογράφο μπορεί να τις δεις. Την επόμενη 6-8 ήτανε πεντακάθαρος ο ουρανός και ο ήλιος έλαμπε μα στην κορυφή του Γράμμου, ήτανε δυνατό κρύο. Βάλαμε τις χλαίνες μας και ανάψαμε φωτιές για να ζεσταθούμε.

7-8 φεύγομε η ώρα 10 για τη Βυσινιά, περίχωρο της Καστοριάς. Τη νύχτα μας πήρανε το Τσάρνο. 8-8 μεγάλες μάχες. 9-8 παίρνομε πολλά υψώματα. 11-8 πηγαίνομε στο ύψωμα Μπικοβίκ νύχτα. 12-8 παίρνομε το Βατοχώρι και άλλα υψώματα. Την ίδια μέρα πάμε στον Πολυάνεμο κοντά στα αλβανικά σύνορα. Πριν αποσυνδέσομε μας υποδέχονται με βροχή από οβίδες. Στο ύψωμα 1130 εσκοτώθηκε ο ταγματάρχης μας Κωνστνατάτος Νικηφόρος από βλήμα όλμου στο παρατηρητήριο. 13-8 η 41 Ταξιαρχία πέρασε από το αλβανικό έδαφος για να καλύπτει την 42 Ταξιαρχία που πέρασε και αυτή για να χτυπήσει τους αντάρτες από τα νώτα τους. Επειδή παραβιάσαμε το αλβανικό έδαφος μας ρίξανε 80 βολές από την Αλβανία από βαρύ πυροβολικό. Ευτυχώς δεν σκοτώθηκε ούτε τραυματίστηκε κανείς. Μια οβίδα που έπεσε κοντά μου δεν εξεράγη. Δεν απαντήσαμε αμέσως μα στις 14-8, άμα τελείωσε η μάχη εκείνη, τους ρίξαμε 250 βολές σε ένα αλβανικό χωριό. Και την επομένη 15-8 μας έριξε μια εφημερίδα ένα αεροπλάνο δεμένη με φαρδιά κόκκινη κορδέλα για να τη βρούμα εύκολα. Με κόκκινο μολύβι είχανε κάνει πλαίσια σε ένα αρθρίδιο: «Ο Εμβέρ Χότζα οραματίζεται ότι ελληνικό πυροβολικό βάλει εναντίον των παραμεθόριων χωριών του». Εμείς που ρίξαμε τις 250 βολές ξέραμε ότι δεν ήτανε οραματισμός.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις