Γράμματα που δεν έλαβες… Ψυχή μου…

Κανένα σχόλιο

Της Νεφέλης Ευαγγέλου

Δέκα τέσσερις Δεκέμβρη, σήμερα.

Είτε με το νέο ή με το παλιό ημερολόγιο, είμαστε μέσα στο χειμώνα.

"Sponsored links"

Δυνατός αέρας, διασκορπούσε τη βροχή με δύναμη , κτυπώντας τα πρόσωπά μας με αισθητό μαστίγωμα. Είχαν μελανιάσει τα δάχτυλά μου και όσοι ήταν, εκείνη την ώρα, δίπλα στο μνήμα που είχε ανοιχτεί για εκταφή, τουρτούριζαν. Ο νεαρός «ξέθαβε» τοποθετώντας απομεινάρια ενός ανθρώπου, που κάποτε έζησε, ένοιωσε, πρόσφερε, πόνεσε και έφυγε , όπως ένας – ένας φεύγει.

Δεν υπάρχει σε κουφάρι κανένα μυστικό. Κανένα σημάδι των βασάνων που προκάλεσαν το θάνατο. Κανένα ίχνος της αρρώστιας που ταλαιπώρησε για χρόνια ένα ανθρώπινο οργανισμό και μία ψυχή που ξεστόμισε δύο – τρεις φορές: «Αυτή η ιστορία, πρέπει  να τελειώσει…» Δεν το ήθελα να τελειώσει. Δεν ευχήθηκα ποτέ «να ξεκουραστείς». Γνώριζα, πως ούτε και ‘συ το εννοούσες, όταν – σε στιγμές μεγάλης οδύνης – το πρόφερες. «’Ο, τι είναι να γίνει, θα γίνει», έλεγες συχνά, πριν ακόμη καταπέσεις. Όσο ήσουν καλά, μιλούσαμε πολύ για τον θάνατο. Για το μετά. Για το τι θα πάθαινε, πώς θα ένοιωθε, όποιος έμενε πίσω. Υπήρχαν διαφορές στην αντιμετώπισή του μα, τελικά δεχόμασταν το κενό της απουσίας σαν κατάρα, ειδικά στην ηλικία που διανύαμε.

Για να παρηγοριόμαστε , δίναμε υποσχέσεις. Ακουμπούσαμε σε μεταφυσικές δοξασίες και ορίζοντες που δεν ήμασταν βέβαιοι καν, γιατί τις αποδέχονταν κάποιοι, ανεπιφύλακτα. Πίστευαν πως κάτι γίνεται, εκεί πέρα, στις σφαίρες του άγνωστου και του ανεξήγητου!..

Με απομάκρυνε από τις σκέψεις ο γδούπος του μεταλλικού κουτιού, που καταχώνιασαν τα οστέινα κατάλοιπά σου.

Πέρα από τους δύο ανιψιούς σου, δίπλα μου, στεκόταν η καλή γυναίκα που φρόντιζε καθημερινά το μνήμα, για λίγο καιρό. Έμελλε να είναι η προ-τελευταία κατοικία σου, αφού ατύχησες και στην ταφή. Δεν σε δέχτηκε ο οικογενειακός σας τάφος μα, ούτε και ο δικός μας. Τοποθετήθηκες εκεί που δεν το περίμενα και ίσως να μη το φαντάστηκες και συ. Όμως, δεν υπάρχει λόγος να λυπάμαι. Τα μεταλλικά κουτιά τεσσάρων αδελφών, δεν περιέχουν παρά ελάχιστα δείγματα της ύπαρξής τους. Η προσωπική τους ιστορία – όπως επέτρεψαν να γίνει γνωστή – σίγουρα δεν περικλείεται σ’ αυτά τα ψυχρά αντικείμενα. Αν δεν γράφονταν τα ονόματα στον τάφο και αν δεν υπήρχε το σπασμένο ισχίο από πτώση, ή ο θρουλισμένος σπόνδυλος, κανείς δεν θα μπορούσε εύκολα να διακρίνει τα δικά σου μέλη. Μέσα, μοιάζουν πολύ οι άνθρωποι. Το περίβλημά τους τούς κατηγοριοποιεί και τους χαρακτηρίζει και, όταν αυτό καταστραφεί, δεν υπάρχει κάτι άλλο από τη μνήμη, με αγάπη, να συντηρεί τον όποιο «μύθο» τους.

Αυτή σε κράτησε ζωντανό στη ζωή μου και η λαχτάρα  μου να αποζητώ μηνύματα, σημεία, που περιμένω από σένα. Τώρα, πιστεύω, θέλω να πιστεύω, πως – κάποιες φορές – κάνεις σινιάλο εδώ κάτω, για να με προειδοποιήσεις ή να με προστατέψεις από κάτι…

Θυμάσαι τους κώδικές μας;

Είχαμε διαλέξει, σαν σημάδια επικοινωνίας, κάποια πράγματα και τρόπους, που δεν θα σκέπτονταν άλλοι να τα αποδεχτούν και να τα ερμηνεύουν, όπως εμείς. Ήταν κάτι ολότελα ασυνήθιστο και προσωπικό. Σε κάποιες στιγμές, όταν περίσσευε το συναίσθημα και η τρυφερότητα ξεχείλιζε ανάμεσά μας, παρασυρόμασταν σε εκδηλώσεις που μας γοήτευαν! Τις προσδιορίζαμε ως κάτι ιδιαίτερο για ‘μας. Θεωρούσαμε πως αντιπροσώπευαν και θα συμβόλιζαν – στο μέλλον – μορφή επαφής, όταν ο ένας από τους δύο θα έφευγε πρώτος.

Ένα μικρούτσικο, εύθραυστο, μωβ λουλουδάκι ονομάζεται, «μη με λησμόνει». Έτσι το γνωρίζαμε εμείς. Το συναντούσαμε πολύ σπάνια, σε αγρούς και λιβάδια. Έτσι ευαίσθητο που είναι – και αν υπήρχε – θα είχε καταστραφεί από πατημασιές ή θα το έκρυβαν θάμνοι και αγριολούλουδα…

"Sponsored links"

Αυτό το μικροσκοπικό ανθάκι, με το γλυκό, θλιμμένο χρώμα διαλέξαμε, σαν απάντηση στα ερωτήματα, που θα απευθύναμε ο ένας στον άλλο. Οι ανεμώνες, οι μαργαρίτες και τα άλλα αγριολούλουδα των λιβαδιών σκεπάζουν τη γη, προκαλώντας συνωστισμό πολλές φορές στη βλάστησή της. Το «μη με λησμόνει» ήταν πάρα πολύ δύσκολο να αποκαλυφτεί.

Ένα άλλο είδος, ίσως και πιο σπάνιο από το λουλουδάκι μας, ήταν τα λευκά περιστέρια. Παραδεχόσουν, πως λερώνουν εύκολα – όπου βρεθούν και σταθούν – αλλά πιστεύαμε και οι δύο, πως, αυτό το πουλί της ειρήνης, έχει ιδιαίτερα χαρίσματα. Παρακολουθούσαμε τα τελευταία χρόνια της ζωής σου, πώς έκτιζαν τις φωλιές τους, πώς μεγάλωναν τα μικρά τους και πώς ανταπέδιδαν το καλό που γινόταν σ’ αυτά. Διέθεταν μνήμη και αναγνώριζαν τους καλούς, που τα τάιζαν και τα πότιζαν. Επιλέξαμε το λευκό περιστέρι σαν σύνδεσμό μας.

Σπάνιες απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις, που θα έθετε ο γήινος στον «αποδημήσαντα».

Μέσα στην κακοκαιρία, έψαλλε ο παπάς με διάθεση καλή, κάτω από την μεγάλη, μαύρη ομπρέλα, που κρατούσε ο ένας ανιψιός σου. Εκτίμησε την προσφορά μου και σεβάστηκε απόλυτα την ψυχική κατάστασή μου.

Στον ενταφιασμό, σε κατέβασαν ακέραιο – εξωτερικά – ντυμένο, με ανθρώπινη όψη. Σε μιαν  άκρη του μνήματος, υπήρχε, σε κούτα ειδική, ό, τι δεν μπόρεσε ο χρόνος να αποτελειώσει από τον ένα αδελφό σου. Τώρα, σε έβγαζαν σαν ένα «τίποτα». Ένοιωσα πιο αιχμηρό, πιο βαθύ, τον πόνο, γιατί προηγήθηκαν πέντε χρόνια γεμάτα, μεστά από θλίψη, μοναξιά και γνώση.

Ποιοι ήμασταν, πως πορευτήκαμε, πού ήμασταν σε λάθος πορεία. Η κρίση για τα λάθη και ο θρήνος που δεν μπόρεσα να βοηθήσω – όσο έπρεπε – για να τα αποφύγουμε.

Καταλάγιασε ο θυμός, η πικρία γι’ αυτά – μέσα στην ώρα – και ομολογώ πως νοιώθω, τώρα πια, την ανάγκη να γαληνέψω, χωρίς να πάψω να σε ανακαλύπτω και μέσα από την απουσία σου. Η μνήμη πολύ – πολύ δυνατή και τα αισθήματα – ασίγαστα – κρατούν άσβηστο το φως που μου χάρισες, φεύγοντας. Της αλήθειας! Βλέπω, πως δεν είναι τόσο πικρή, όσο νόμιζα… Μετά από δύο ώρες, τέσσερα κουτιά είχαν καταχωνιαστεί στην – οριστικά – τελευταία κατοικία, στο εκκλησάκι του Αη – Νικόλα, πάνω σε μικρό λόφο κτισμένο. Το καμπαναριό είχε φιλοτεχνήσει ο παππούς σου και η καμπάνα ήταν δική του δωρεά, όπως και κάποιος εκκλησιαστικός εξοπλισμός.

Έφερε την χήρα τού ενός αδελφού ο γιος τού μεγαλύτερου, που έφυγε μετά από ‘σας. Έφυγε τελευταίος, σαν να ήθελε να προσφέρει την προστασία του, όπως συνήθιζε να κάνει, μέχρι το τέλος. Άφησε ένα πίσω του, να ‘ ζει. Τον νεώτερο.

Πιο πέρα, κάτω στην ισιάδα, βρίσκονται τα ερείπια ενός μεγάλου αρχοντόσπιτου, που έμοιαζε με στρατώνα. Γι’ αυτό, είπες, το βομβάρδισαν οι γερμανοί και μαζί και άλλα, βέβαια. Είχε μέχρι και ελαιοτριβείο στον τεράστιο εξωτερικό χώρο.

Ήταν το σπίτι των παππούδων σας και μένατε εκεί, στην γερμανική κατοχή. Αναστηλώθηκε ξανά και ξανά αλλά κάποτε ρήμαξε…

Κατέληξες εκεί που με οδήγησες αρραβωνιασμένη, πρώτη φορά, για να μου δείξεις το μισογκρεμισμένο, τότε, σπίτι, το εκκλησάκι του παππού Νικόλα, που σήμερα είναι πιο καινούριο και λίγο μεγαλύτερο. Βλέπει κάποιος από ‘κει τον κάμπο που απλώνεται τριγύρω, κάτω και, στην άκρη του ορίζοντα, κομμάτι μπλε της θάλασσα. Αυτή η τοποθεσία ανήκει σε χωριό, κοντά στην πόλη…

Έτσι , τελείωσε το μαρτύριο της εκταφής και της μεταφοράς μεταλλικών κουτιών, στον τάφο που έφτιαξες για την αδελφή σου. Από αύριο, θα συνεχίσω να ανεβαίνω στο σπίτι της μητέρας μου που χρειάζεται πολλή βοήθεια αφού είναι άρρωστη, αλλά τα έχει τετρακόσια. Θα επικοινωνώ με την «μοναδική», σταθερή φίλη που δεν με ξέχασε ποτέ, από τον καιρό της δοκιμασίες, χωρίς να υποτιμώ άλλες σημαντικές, γλυκειές παρουσίες, επίσης…

Να είσαι καλά όπου, όπως και να είσαι.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις