ΔΙΗΓΗΜΑ: Τα ματωμένα ποιήματα

Κανένα σχόλιο

Της Ροδάνθης Κουμή

Η Δάφνη την μέρα που έφευγε για το Λονδίνο άφησε ένα ποίημα στο παμπρίζ του αυτοκινήτου του Αλέξανδρου:

“Την ποίηση της σκέψης μου για σένα θα απαγγείλω.Μα δε σε βρίσκω πουθενά.

"Sponsored links"

Χάθηκες στις σκιές του χρόνου και των ξεθωριασμένων αναμνήσεων.

Μα ακόμη κρατούν,μισοσβησμένα κάρβουνα τα χνώτα τους.

Σε έχασα τόσο καιρό και πόσο πονάει ο χαμός σου!

Που βρίσκεται το πάθος που άγγιξε μια αιώνια στιγμή τα κορμιά μας;

Που βρίσκονται τα όνειρα ;

Κοιτάζω το φεγγάρι  βλέπω να σαλεύουμε μαζί  το νήμα της ζωής!

Συγχώρησε με που δεν θέλω πια να το κοιτάζω άλλο.

Φοβάμαι μην χάσω ετούτη εδώ την οπτασία..Φοβάμαι μήπως όλα αυτά καλέ μου είναι ψέμα”.

Η Δάφνη στάθηκε τυχερή στο Λονδίνο.Γνώρισε τον Νίκο και αμέσως ανακάλυψαν πως είχαν να μοιραστούν πολλά.Εκείνη έγραφε ποίηση,εκείνος σενάρια.Έγιναν οι καλύτεροι φίλοι .Ο Νίκος ήταν εκείνος που παρότρυνε την Δάφνη να γράφει.Η Δάφνη ήταν εκείνη που δεν άφηνε τον Νίκο να φύγει από τα όνειρα του.

"Sponsored links"

 «Γράφε Δάφνη,έτσι θα μπεις στα στενά της λογοτεχνίας».

«Μα δεν είμαι λογοτέχνης Νίκο.Ούτε καν θεωρώ ποίηση αυτά που γράφω.Ίσως είναι στιχουργικές παράνοιες μόνο».

«Δεν νομίζω να ναι παράνοιες.Αλλά και παράνοιες να είναι,είναι τα διαμάντια της.Προσπάθησε να βρεις ένα εκδότη εδώ στο Λονδίνο.Στην Ελλάδα  δεν εκτιμάτε  η ποίηση ,μα εδώ ίσως τα καταφέρεις.Αν κοιτάξεις γύρω σου όλα μιλούν στο Λονδίνο με ποίηση.Θυμήσου τον Σαίξπηρ!».

«Μα είναι δυνατόν να με βάζεις εμένα με τον Σαίξπηρ;».

«Γιατί όχι Δάφνη;Αν πιστέψεις στον εαυτό σου ίσως τον ξεπεράσεις».

«Καλά που είναι τα όνειρα Νίκο».

Ένα πρωινό ο Νίκος πήρε την πιο ανέλπιστη είδηση.Είχε κάνει πολλά βιογραφικά και ένα από αυτά χτύπησε σε μια πόρτα που άνοιξε..Του ανατέθηκε το σενάριο,μικρού μήκους ταινίας και με την στήριξη της Δάφνης το έγραψαν μαζί.Το θέμα δεν χρειάστηκε και πολύ να το βρουν,καθώς ο ένας από τους δυο,το είχε ζήσει.Μια ανεκπλήρωτη αγάπη.Μια αγάπη που έφτασε στα όρια αλλά λύγισε κάτω από τους συμβιβασμούς και τα πρέπει των άλλων.

«Εξιλεώνεσαι μου φαίνεται με αυτό το θέμα.Σαν να χρειάζεσαι να αναπαράγεις στην εβδόμη τέχνη,την ζωή σου Δάφνη.Μήπως να αλλάξουμε ρόλους;Na γίνω εγώ ποιητής και εσύ σεναριογράφος;».

«Δεν το βλέπω  έτσι αλλά και έτσι να ναι, πόσες αγάπες δεν έχουν χαθεί στο κόσμο;Όλοι έχουμε ανάγκη να βγάλουμε από μέσα μας την οποία ευαισθησία έχουμε.Αν έχουμε πληγωθεί και από μια σχέση ακόμα καλύτερα.Τότε θα υμνήσουμε νομίζω τον πόνο ,θα τον μοιραστούμε και θα ξέρουμε πως δεν είμαστε μόνοι.Το βρίσκω θαυμάσια ιδέα Νίκο».

«Γιατί όχι λοιπόν;Καλή η ιδέα σου αλλά να δούμε και τι θα πει η εταιρεία.Ίσως της φανεί θέμα ξεπερασμένο»

«Δεν νομίζω!Εδώ στο Λονδίνο ψοφάνε για τέτοια.Αρκεί μόνο να παρατηρήσεις τους ανθρώπους.Ο ρομαντισμός είναι λες και φυτεύτηκε από τα σπλάχνα ακόμα της μάνας του»

«Δάφνη μου κάνεις μια χάρη;»

«Ότι θες Νίκο».

«Κοίτα τι θα κάνεις με τα ποιήματα.Καιρός να δούνε και λίγο φως.Δεν συμφωνείς;»

Ο Αλέξανδρος είχε τελειώσει την δουλειά του και κάθισε να ξεκουραστεί στο γραφείο του.Έκανε τον απολογισμό του και είδε πως δεν πήγε άσχημα.Πούλησε αρκετά κοσμήματα. Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε την εφημερίδα.Προσπερνούσε τις ειδήσεις χωρίς να δίνει και πολύ σημασία.Σε μια μικρή στήλη στην εφημερίδα διάβασε με μεγάλη έκπληξη:

«Η Δάφνη Ιωάννου,παρουσιάζει την πρώτη της ποιητική συλλογή στο πολιτιστικό κέντρο της πόλης.Την πέμπτη 11 Ιανουαρίου.Θα απαγγείλουν ποιήματα οι εξής:.Ώρα έναρξης της παρουσίασης, επτάμιση το απόγευμα».Ο Αλέξανδρος κρατούσε με τρεμάμενα χέρια την εφημερίδα.Μια απερίγραπτη αγωνία άρχισε να του καίει τα σωθικά..Κοίταξε το ρολόι του και η ώρα ήταν έξι και μισή.Ανασηκώθηκε πέταξε την εφημερίδα κάτω και έκλεισε με φόρα την πόρτα του καταστήματος του.Σήμερα ήταν! Μπήκε στο αυτοκίνητο του διασχίζοντας κατά μήκος την πόλη.Θα πήγαινε,θα χωνόταν κάπου μέσα στο κόσμο μόνο και μόνο να την δει.Αυτό του αρκούσε!Τα ποιήματα της θα ήταν σίγουρα σμαράγδια που θα σμίλευε η καρδιά του σε έργα τέχνης.Ήξερε πως η Δάφνη έγραφε ποιήματα ,αλλά δεν ήξερε ούτε φανταζόταν ποτέ, που μπορούσε να φτάσει.Όπως ήξερε ότι,όταν έγραφε εκείνη  έπρεπε να έχει κάποιο δυνατό ερέθισμα για να το κάνει.Πάρκαρε σε ένα απόμερο σημείο μακριά από τον χώρο της παρουσίαση μπήκε από τους τελευταίους.Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και εκείνη μιλούσε για το έργο της στους δημοσιογράφους.Την ρώτησαν πολλά,μα όταν έφτασαν στην πιο κρίσιμη ερώτηση εκείνη απάντησε με θάρρος.

«Κυρία Δάφνη Ιωάννου ποια είναι η πηγή του έργου σας;».

«Μα ο  έρωτας!Εκείνος είναι  που καλλιεργεί τον πόνο.Και δυστυχώς ή ευτυχώς αυτός ο πόνος σε άλλους δημιουργεί και σε άλλους καταστρέφει.Σε εμένα λειτούργησε ως δημιουργία».

Ο Αλέξανδρος πάγωσε!Έφυγε με την καρδιά του να αιμοραγεί.Αγόρασε στην έξοδο την ποιητική συλλογή και φρόντισε να μην γίνει αντιληπτός από την Δάφνη.Όταν μπήκε  στο αυτοκίνητο άνοιξε το την πρώτη σελίδα του βιβλίου και διάβασε:

“Κάποτε  τα δέντρα θα ανθίσουν
Κάποτε ο ουρανός θα γίνει πιο γαλάζιος
Κάποτε τα αστέρια θα πέσουν στην γη σαν ευχές!
Κάποτε τα ρόδα θα μυρίσουν!
Μα μόνο για τους ανεκπλήρωτους έρωτες.
Τους έρωτες που θάφτηκαν στο χρόνο και δεν ξεχάστηκαν.
Θα σηκωθούν από την σκόνη τους,άρχοντοι των αρχόντων.
Θα ανοίξουν τις λαχτάρες ,τις αγωνίες της καρδιάς.
Θα ξαναζήσουν τα συναισθήματα.
Θα ανασάνουν τις πληγές”.

Τα μάτια του είχαν μαζέψει τόσα δάκρυα που  αφήνοντας να τρέξουν πότισαν το βιβλίο.

“Κάποτε τα δέντρα θα ανθίσουν”

«Και όμως δεν άνθισαν ακόμα και εκείνος συνέχισε την ζωή του χωρίς καμιά ανατροπή.Χωρίς την υπέρβαση που θα τον έκανε ευτυχισμένο.Εκείνη τόλμησε.Εγώ δείλιασα»,σκεφτόταν.Tου έκανε εντύπωση πόσο όμορφη ήταν.Ο χρόνος του είχε αφήσει ένα απαλό ξεθώριασμα στην μνήμη του.Τα καστανά της μαλλιά στόλιζαν τους υπέροχους ώμους της ,τα γαλάζια της μάτια πιο έντονα από ποτέ.Το σώμα της λεπτό και αέρινο.Εκείνος είχε αλλάξει.Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει πολύ νωρίτερα για την ηλικία του.Ρυτίδες χαράκωναν τα πράσινα του μάτια.Ρυτίδες που γεννήθηκαν από ένα δάκρυ,μια νοσταλγία,κούραση και αδιαφορία για τον εαυτό του.Δεν υπήρχε εκείνος.Είχε πεθάνει από καιρό μέσα του.

Κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του και χάθηκε στις σκέψεις του.Διάβασε όλα τα ποιήματα της Δάφνης και ήταν σαν να διάβαζε την σχέση του μαζί της λεπτό προς λεπτό,μέρα με την μέρα.Μια ερωτική περιπέτεια που τον  αφορούσε.Δεν ήθελε να πάει πουθενά.Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι του.Όλα τον έπνιγαν,όλα τον ενοχλούσαν. Όταν πια στέρεψε και το τελευταίο δάκρυ από τα μάτια του σηκώθηκε από το παγκάκι.Πήρε το αυτοκίνητο του και γύριζε σαν χαμένος στην πόλη.Η βραδιά ήταν απαλή  και ένα βασιλικό φεγγάρι δέσποζε στον ουρανό.Η μυρωδιά της νύκτας είχε κάτι μεθυστικό από γιασεμί.Όχι δεν θα πήγαινε σπίτι ακόμα.Πήρε την γυναίκα του τηλέφωνο.Προφασίστηκε πως έχει δουλειά με ένα πελάτη και θα αργήσει.Έπρεπε να κερδίσει χρόνο.Η Δάφνη είχε ξαπλώσει στην σκέψη του και ήθελε το χάϊδεμα του.Αγόρασε μερικές μπύρες από ένα περίπτερο και στην πρώτη παραλία που βρήκε άραξε το αυτοκίνητο του.Η μουσική των REM έπαιζε δυνατά στο ραδιόφωνο τόσο όσο να του ξεκινήσει το ταξίδι του έρωτα του.Everybody hurts ,όλοι πονάνε κάποια στιγμή!Και αυτός πονούσε και σπάραζε η ψυχή του.Μα πιο πολύ πονούσε γιατί δεν έκανε ποτέ το παραμικρό να κρατήσει την Δάφνη!Έχασε τον μοναδικό έρωτα.Έχασε την μοναδική ευκαιρία στην ζωή του να ζήσει το μεγάλο, το ανυπέρβλητο!Πως να κρατηθεί και από πού!Όλα του φάνταζαν τόσο μακρινά και τόσο κοντά.

Όταν η μπύρα κατάφερε να θολώσει λίγο την σκέψη,η καρδιά άρχισε να χτυπάει δυνατά καθώς άγγιζε το σώμα της.Οχι δεν ήταν εκεί η Δάφνη,ήταν το ταξίδι του Αλέξανδρου στο σώμα της Δάφνης.Ήταν δυο γυμνά σώματα το ένα δίπλα στο άλλο.Ήταν τα γαλάζια μάτια της που τον κoίταζαν και του έλεγαν εκείνο το «Σε αγαπώ» το γεμάτο!Τα λιωμένα από φιλιά ροδοκόκκινα χείλη της και η ανάσα της η καυτή που μύριζε κανέλα.Ήρθαν ξανά και ξανά εκείνες οι στιγμές ,οι μοναδικές που σμίγαν τα κορμιά τους.Ο έρωτας αυτός ήταν θεϊκός…Δεν ήταν απλή  επιθυμία αρσενικού,θυληκού.Ήταν επιτακτική ανάγκη να αγγίξουν το αίσθημα της τελειότητας.Έσμιγαν σαν τα θεριά έτοιμα να κατασπαράξουν το ένα το άλλο και τελείωναν με δάκρυα στα μάτια φτάνοντας στο μεγαλείο του θαύματος που λέγεται αθανασία!

«Αυτή είναι η αθανασία του ανθρώπου.Ο έρωτας.Τίποτε δεν πεθαίνει.Πεθαίνουν μόνο οι δειλοί και οι  ανήμποροι να τον γευτούν.

Αχ Δάφνη μου εγώ δεν είμαι ποιητής ,δεν είμαι αντάξιος σου είμαι ένας ανάπηρος.

Η καρδιά μου λύγισε στους κανόνες των άλλων.Σε έχασα μάτια μου και χάθηκε όλος ο κόσμος.Ψυχή μου πόσο μου λείπεις»!

Είχε μπλεχτεί βαθιά  στα δίχτυα της μάνας και της Φωτεινής ανίκανος να αντιδράσει.

Είχε κρατήσει μέχρι αργά η παρουσίαση και μαζί με τον Νίκο το γιορτάσανε ένα αγαπημένο της ροκάδικο που υπήρχε στην γειτονιά της.

«Δεν σου το είπα ότι θα γίνεις διάσημη;»

«Τι διάσημη Νίκο ας είσαι καλά εσύ που είχες γνωριμίες στην πόλη μου.Αλλιώς στην βιτρίνα του εκδοτικού θα βρισκόταν ακόμα η συλλογή μου».

«Έλα μην λες υπερβολές.Ελληνίδα είσαι έχεις υποχρέωση να σε γνωρίσουν και οι Έλληνες και πόσο μάλλον και  στον τόπο που γεννήθηκες».

«Τι να πω καλύτερα θα ένιωθα στο Λονδίνο.Αλλά από την άλλη καλά που ήρθαμε γιατί μου έχει λείψει ο ήλιος,οι γονείς μου και ο κήπος με τα τριαντάφυλλα ».

«Οπότε… σταμάτα να γκρινιάζεις και απόλαυσε αυτές τις λίγες μέρες που θα μείνεις στην πατρίδα».

«Νίκο πάμε σπίτι;Κουράστηκα και χρειάζομαι ύπνο».

Η Δάφνη δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ.Έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι,άνοιξε το ραδιόφωνο στον αγαπημένο της σταθμό και χάθηκε στις σκέψεις της.Η μουσική βούτηξε μέσα της και της ανέσυρε πολύτιμες εικόνες και εμπειρίες.Το ποτό,της χαλάρωσε τις αισθήσεις και με τους τόνους των metallica και του nothing else matters πήγε κατευθείαν στο τοπίο που είχε φτιάξει στο μυαλό της όταν ήταν με τον Αλέξανδρο.Ένα τοπίο ξεκάθαρο,με χρώματα αγάπης και έρωτα.Ένα τοπίο όπου χωρούσε εκείνος ,εκείνη και ο ανεξάντλητος πόθος του ενός για τον άλλον.Όλη η συλλογή βγήκε από εκείνη την αγάπη και οι πιο δυνατοί στίχοι από την απώλεια της.Η Δάφνη έκλαψε καθώς άνοιξε το σεντούκι της καρδιάς της.Είδε μέσα εκεί όλα τα πολύτιμα που της είχε διδάξει ο Αλέξανδρος.Τον έρωτα χωρίς περιορισμούς,το πάθος που δεν τελειώνει…Όλα συνηγορούσαν εκείνη τη στιγμή ώστε άρπαξε το στυλό και πάνω σε ένα χαρτί έγραψε:

Τα μάτια σου τα πράσινα,
ψυχή δική μου είναι
Μα χάθηκαν στην μοναξιά,
Μια μέρα του Απρίλη!

Δεν ήξερε ποιό συναίσθημα ήταν ποιό έντονο.Η Νοσταλγία για τον Αλέξανδρο ή η χαρά της που εκδόθηκαν στην πατρίδα της τα ποιήματα της;

Το ήξερε πως ο Αλέξανδρος είχε φτιάξει την ζωή του.Μια φίλη της,φρόντισε να την ενημερώσει λίγο πριν φύγει για το Λονδίνο.

«Δάφνη πρέπει να ξέρεις.Μόνο έτσι θα τον ξεχάσεις και θα προχωρήσεις παρακάτω.Εκείνος επέλεξε».

«Μου είναι δύσκολο Δανάη. Η καρδιά δεν γνωρίζει κανόνες.Η καρδιά γνωρίζει μόνο εκείνον που την κάνει να χτυπάει δυνατά.Ακόμα και αν ξανάφτιαξε την ζωή του,που είναι το πιο σκληρό για εμένα γιατί πεθαίνει και η τελευταία ελπίδα μέσα μου,εγώ δεν θα πάψω να τον αγαπώ.Κάτι παραπάνω από την ίδια την ζωή,με δένει μαζί του.Κάτι παραπάνω από κάρμα,μοίρα ή όπως αλλιώς το λένε.Κοιτάζω πολλές φορές τον ουρανό,το φεγγάρι,την θάλασσα και βλέπω μόνο το δικό του πρόσωπο.Και η δική μου η καρδιά δεν κάνει λάθος Δανάη.Κάτι ξέρει παραπάνω από εμένα».

«Θα ξεχάσεις είμαι σίγουρη.Αυτά τα λες τώρα που είναι νωπός ο πόνος.Θα έρθει καιρός που θα επουλωθούν οι πληγές και η μοναξιά θα πέσει βαριά στα χνώτα σου.Θα αγαπήσεις ξανά ,να το θυμάσαι».

«Δεν διαφωνώ,γιατί ξέρω πως αυτό θα συμβεί κάποτε.Όμως θα είναι αδύνατον να ξανανιώσω ότι ένιωσα μαζί του με κάποιον άλλον.Σαν να κλειδώθηκε η καρδιά μου μέσα σε ένα συρτάρι μαζί με την δική του».

Η Δάφνη δεν τον ξέχασε…

Η Φωτεινή πήγαινε και ερχόταν εκείνο το βράδυ.Δεν την είχε συνηθίσει ο Αλέξανδρος  να βγαίνει με τους πελάτες τους.Αλλά αν τύχαινε καμιά φορά πάντα την έπαιρνε μαζί του.Στις τέσσερις τα ξημερώματα μπήκε μέσα ο Αλέξανδρος κατάκοπος.Λες και τον κυνηγούσαν,έτσι έδειχνε.Ανάσα λαχανιασμένη ,πρησμένα μάτια και ένα πρόσωπο τσαλακωμένο.Η Φωτεινή έπεσε στην αγκαλιά του αλλά έμεινε έκπληκτη όταν τον ένιωσε να την απωθεί από πάνω του.

«Που ήσουν τόσες ώρες;Ανησύχησα ».

«Δεν έχω τίποτα φωτεινή,καλά είμαι»

«Δεν νομίζω να είσαι καλά.Εσύ φαίνεσαι σαν να γέρασες απότομα.Συνέβη κάτι;»

«Αφού σου είπα ,ήμουν με ένα πελάτη.Ήπιαμε λίγο παραπάνω για αυτό είμαι έτσι».

«Μα εσύ δεν πίνεις ποτέ.Και έπειτα ποιος ήταν αυτός ο πελάτης που δεν τον ξέρω εγώ»;

«Φωτεινή σε παρακαλώ είμαι πολύ κουρασμένος και έχω να ξυπνήσω πρωί.Άσε τις ερωτήσεις και τα λέμε αύριο.Σε παρακαλώ».

«Καλά όπως θες.Αλλά αύριο θα μιλήσουμε.Δεν με έχεις συνηθίσει να σε βλέπω έτσι.Σαν να γύρισες από κηδεία και όχι από ξεφάντωμα μοιάζεις»

Ο Αλέξανδρος δεν είπε τίποτε άλλο.Πήγε και χώθηκε στην κρεβατοκάμαρα του και ένιωθε τόσο πολύ άσχημα με τον εαυτό του που έκλεισε αμέσως το φως για να μην δει η φωτεινή τα δάκρυα που επέμεναν και γύρισε πλευρό.Όταν πια τον είχε πάρει ο ύπνος ψέλλισε το όνομα Δάφνη…

Δεν είχε ξεχάσει ο Αλέξανδρος και η φωτεινή κατάλαβε…

Η πεθερά της ήταν η πρώτη που της μίλησε για την Δάφνη:

«Πάει πέρασε αυτό φωτεινή μου μην το σκέφτεσαι κοριτσάκι μου.Μια ποιήτρια ήταν, ή έλεγε πως ήταν.Μιας φτωχογειτονιάς παιδί  που ούτε άξιζε να ασχοληθεί ο γιος μου μαζί της.Ήθελε και να την παντρευτεί τρομάρα του.Αλλά εγώ δεν τον άφησα.Άκου να πάρει αυτήν την ξεπεσμένη.Που κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο,φορούσε τρύπια παντελόνια για να είναι λέει τάχατες στο κλίμα του Ροκ.Εγώ δεν ξέρω από τέτοια κοπέλα μου…της είπα μια μέρα.Ροκ και αναρχικούς στο σπίτι μου δεν θέλω.Κοίτα να απομακρυνθείς όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από εμάς,το καλό που σου θέλω.Αυτά της είπα Φωτεινή μου,πίεσα  τον Αλέξανδρο αρκετά και χώρισαν.Ξέρεις τι σκαρφίστηκα για να το καταφέρω;Ένα βράδυ που γύρισε ο Αλέξανδρος από την δουλειά,ξάπλωσα στο κρεβάτι και βογκούσα από τους πόνους.Ενοείται πως δεν είχα τίποτε αλλά ο γιος μου σαν με είδε έτσι τρελάθηκε».

«Τι έχεις μάνα με ρωτάει;»

«Το κεφάλι μου γιε μου πάει να σπάσει.Φώναξε το γιατρό μας»

«Πάω μάνα αμέσως πάω».

«Ο γιατρός Φωτεινή ήταν ενημερωμένος και αλίμονο και έκανε διαφορετικά γιατί είχα πολλά να βγάλω στην φόρα για την γούνα του».

« Αλέξανδρε η μητέρα σου πέρασε μια μικρή εγκεφαλική κρίση.Άφησε την να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί.Προς το παρόν της έδωσα ένα ηρεμιστικό ,δεν νομίζω να διατρέχει κίνδυνος να διακομισθεί στο νοσοκομείο.Άυριο θα σου πω τα υπόλοιπα».

Η φωτεινή άκουγε και ξανάκουγε και δεν πίστευε στα αυτιά της.Τόσο πανούργα πεθερά είχε;Τόσο δόλος στημένος σε βάρος του άντρα της; Αυτό ήταν κάτι που ξεπερνούσε και εκείνη ακόμα.Εντάξει είχε ονειρευτεί το γάμο της από αμοιβαίο έρωτα όχι από συμφέρον και παραίτηση.

Ένα την ενοχλούσε μόνο,πως ότι κοίταξε πάνω της η πεθερά της δεν ήταν τα νιάτα της και η ομορφιά της,αλλά οι φουσκωμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί της κληρονομιά από τους γονείς της.

Ο Αλέξανδρος είχε διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα ποιήματα της Δάφνης και μάτωνε η καρδιά του.Ήταν σίγουρος πως όλη αυτή η συλλογή γράφτηκε από τα δάκρυα της για εκείνον.Ήθελε  να τρέξει να την βρει να της πει όλα όσα δεν τόλμησε της πει τα χρόνια που έζησαν μαζί.Έξι χρόνια ήταν πολλά για να δέσει την ψυχή του μαζί της.Έξι χρόνια ήταν αρκετά για να καταλάβει πως η αγάπη δεν είναι τροφή που την χωνεύεις αμέσως…Είναι μια γεύση γλυκιά,σαν της σοκολάτας που θες να την απολαμβάνεις σιγά σιγά και να μην τελειώσει ποτέ.

Αποφάσισε μετά από ώρα να πάει να την βρει.Ήξερε το πατρικό της,ήξερε τα παλιά στέκια της κάπου θα την έβρισκε.

Εκείνο το μοιραίο πρωί δεν πήγε στην δουλειά.Αποχαιρέτισε την φωτεινή σαν να μην συμβαίνει τίποτα και έφυγε…Ένα φορτηγό που περνούσε με πράσινο και ένα αυτοκίνητο που πέρασε με κόκκινο συγκρούστηκαν.Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου λίγα μέτρα από το σπίτι της Δάφνης.Η Δάφνη ήταν έξω στο κήπο ,άκουσε τον εκκωφαντικό θόρυβο της σύγκρουσης και έτρεξε να δει τι είχε συμβεί.

Πολύς κόσμος συγκεντρωμένος στο σημείο δεν της άφησε περιθώριο να πλησιάσει.

Μια φωνή άκουσε από δίπλα της να λέει:

«Ο Αλέξανδρος δεν είναι αυτός; ».

Η Δάφνη ένιωσε να παραλύει ακούγοντας το όνομα αυτό.Σαν τρελή παραμέρισε όλους που ήταν εκεί και πλησίασε το αυτοκίνητο.Κοίταξε μέσα και το πρώτο που είδε ήταν ένα βιβλίο μες τα αίματα.Εκείνη την ώρα οι διασώστες έπαιρναν τον οδηγό.

Κοίταξε το βιβλίο,κοίταξε τους διασώστες και είδε στα μάτια τους την απάντηση που γύρευε.

«Δεν ζει…Κρίμα νέος άνθρωπος»,ακούστηκε να λέει κάποιος.

«Μα που πήγαινε με τόση ταχύτητα μέσα στην πόλη»,κάποιος άλλος.

Δεν άντεξε αλλά σχόλια.Ήθελε από κάπου να κρατηθεί.Έσβησε αυτόματα ο ήλιος και η ανάσα της.Δεν θυμάται τίποτε άλλο.

Όταν ξύπνησε, ο Νίκος της κρατούσε το χέρι.

«Δάφνη ευτυχώς τρόμαξα».

«Νίκο πως ήρθες εδώ;»

«Σε έπαιρνα τηλέφωνο,δεν το σήκωνες πήρα τους γονείς σου και έμαθα.Λυπάμαι πολύ για αυτό που έμαθα».

«Εγώ λυπάμαι που δεν πρόλαβα να του πω πόσο τον αγαπούσα».

«Είμαι σίγουρος πως το ήξερε».

«Το ήξερε.Σε εμένα ερχόταν!»

«Πως είσαι σίγουρη;».

«Το βιβλίο μου Νίκο…γεμάτο αίματα…και ένα τριαντάφυλλο που του χα δώσει κάποτε από το κήπο μας βρέθηκε στο αυτοκίνητο…Όλα τελείωσαν Νίκο…όλα…»

«Τίποτε δεν τελειώνει Δάφνη μου».

«Οι τύψεις;Τελειώνουν οι τύψεις;»

«Γιατί το λες αυτό κοπέλα μου;»

«Γιατί εγώ θα ζω και θα ξέρω πόσο τον αγάπησα,ενώ εκείνος θα είναι νεκρός και δεν θα μάθει ποτέ ».

«Δεν το ξέρεις αυτό Δάφνη μου.Σήκω να πάμε σπίτι .Θα είμαι εγώ δίπλα σου.Θα γυρίσουμε μαζί στο Λονδίνο».

« Μαζί Νίκο!Μαζί!Φέρε μου ένα στυλό και ένα χαρτί σε παρακαλώ»:

“Ο πόνος θανάτου είναι βαρύς,
Ίσκιος ασάλευτος αιώνων.
Που να είσαι τώρα;Σε ζητώ…
Γίνηκες άνεμος θαρρώ και εγώ πια
δεν θα ξεχάσω…
Θα σε αγαπώ παντοτινά,
ακόμα
και στα αστέρια”

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ροδάνθη Κουμή
Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις
τι παίζει τώρα στον kritifm1015

No upcoming events for today