Η Σπιναλόγκα την περίοδο της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας – Μαρτυρίες για τη λειτουργία του Λεπροκομείου και καλλιτεχνικοί αντικατοπτρισμοί (Μέρος Β’)

Κανένα σχόλιο

Του Δημήτρη Δαμασκηνού, ιστορικού και συγγραφέα

Συγκλονίζουν οι περιγραφές των λεπρών για την εγκατάλειψη των λεπρών στην τύχη τους αυτά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Λεπροκομείου.  Ο Νικόλαος Τσουρής, για παράδειγμα, ο οποίος πέθανε το 1971, κατέθεσε τη μαρτυρία του για τη μεταγωγή του το 1904 και την εγκατάσταση των πρώτων λεπρών στη Σπιναλόγκα λέγοντας τα εξής:

 «…Το Νοέμβριο του 1904 έφτασαν μ’ ένα καΐκι οι άρρωστοι από το Ρέθυμνο. Πρώτος πάτησε το πόδι του στο νησί ο Γιάννης Καπαϊδώνης. Ακολούθησαν άλλα ιστιοφόρα και σε λίγες μέρες συγκεντρώθηκαν οι άρρωστοι από τέσσερα μισκίνια. Λίγο καιρό πρωτύτερα είχαν στείλει ένα γιατρό στην Πλάκα με μια ομάδα καταδίκων, που είχαν δεχθεί να υπηρετήσουν φύλακες στη Σπιναλόγκα. Οι τελευταίοι Τούρκοι κάτοικοι εγκατέλειψαν αμέσως το νησί, αλλά έμενε το ζήτημα της αποζημίωσής τους. Για να μειώσουν το ποσό της αποζημίωσης, οι υπεύθυνοι διέταξαν τους αρρώστους να διαλέξουν τα σπίτια που τους βόλευαν και να καταστρέψουν τα υπόλοιπα, χρησιμοποιώντας την ξυλεία από τα ταβάνια και τα πατώματα για θέρμανση. Έτσι, η εκτιμητική επιτροπή δε βρήκε παρά μόνο ερείπια και η αποζημίωση ήταν ελάχιστη.

"Sponsored links"

Οι λεπροί της Σπιναλόγκας σε φωτογραφία του 1927. Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε το 1933 στο περιοδικό του M. Καταπότη, «Μύσων», που κυκλοφορούσε στη Σητεία.

Έτσι έγιναν τα πράγματα. Οι άρρωστοι διάλεξαν μικρά χαμόσπιτα, συνηθισμένοι καθώς ήταν στη μιζέρια των μισκινιών κι άρχισαν να καταστρέφουν τα μεγάλα σπίτια των πασάδων, που ήταν όλα φτιαγμένα από ξύλο πολυτελείας απ’ την Ανατολή. Τα ωραία διώροφα αρχοντικά έχασκαν χωρίς στέγη, χωρίς πόρτες, ούτε παράθυρα, ενώ στις παράγκες του κεντρικού δρόμου είχαν μαζευτεί σαν τα μυρμήγκια 250 περίπου άτομα, 250 άτομα σε μια πόλη τουλάχιστον 4.000 κατοίκων.

Δεν νοιάζονταν για μας, μας έλεγαν τρωγλοδύτες[1], λες και ήμασταν ακόμη στα μισκίνια.

Έξω από τα τείχη, εκεί όπου βρισκόταν το παλιό τουρκικό τελωνείο, είχαν εγκατασταθεί οι φύλακες. Είχαν φτιάξει κάτι σαν παντοπωλείο για τους ίδιους και για να πουλάνε στους αρρώστους. Περιττό να πω πως ό,τι αγόραζαν οι άρρωστοι είχε υπερβολική τιμή και σπάνια το σωστό βάρος. Έτσι κι αλλιώς έλεγχος δεν μπορούσε να γίνει, δεν είχες το δικαίωμα να βγεις από τα τείχη και να ελέγξεις το ζύγισμα.

Κάποια βράδια οι φύλακες έκαναν περιπολία στο εσωτερικό και αλίμονο σε όποιον δεν είχε κλειστεί στο σπίτι του μετά τη συσκότιση. Η κατάσταση έγινε με τον καιρό αφόρητη, οι φύλακες υποκαθιστούσαν το νόμο μέχρι τη μέρα που οι άρρωστοι ξεσηκώθηκαν και επιχείρησαν έξοδο.

Ευτυχώς, μερικοί διατήρησαν την ψυχραιμία τους και κατάφεραν να συγκρατήσουν τους πιο θερμόαιμους, που είχαν ήδη τραυματίσει ελαφρά ένα φύλακα, αφού προηγουμένως το τσούρμο των φυλάκων είχε χτυπήσει σοβαρά ένα δικό μας, που λεγόταν Μαλαγαρδής και πέθανε την επομένη. Άλλοι άρρωστοι, οι πιο νέοι, πολιόρκησαν το τελωνείο και την αποθήκη.

Ήθελαν  να τους βάλουν φωτιά.

Οι πιο ψύχραιμοι τους σταμάτησαν και διαπραγματεύτηκαν με τις αρχές της περιοχής, που έσπευσαν να αποτρέψουν την καταστροφή. Αφού μας υποσχέθηκαν ότι θα φύγουν οι φύλακες και ο διευθυντής, όλος ο κόσμος έκανε πίσω. Μετά απ’ αυτό μπορούσαμε να κυκλοφορούμε ελεύθεροι στο νησί και να ανοίξουμε δικό μας καφενείο και μαγαζιά»[2].

Μία από τις πρώτες γνωστές φωτογραφίες που είχαν βγάλει οι λεπροί στην Σπιναλόγκα στα τέλη της δεκαετίας του 1910 ή τις αρχές του 1920, λίγα χρόνια μετά τη λειτουργία του λεπροκομείου. Ορισμένοι έχουν εμφανή τα σημάδια της ασθένειας που αποτέλεσε “στίγμα” για δεκαετίες. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ οι πρώτοι λεπροί εξορίστηκαν την Σπιναλόγκα, το μικρό νησάκι έξω από τον Άγιο Νικόλαο στις 13 Οκτωβρίου του 1904. Οι ασθενείς ήταν 251, 148 άνδρες και 103 γυναίκες. Τις πρώτες φωτογραφίες λεπρών πρωτοδημοσίευσε το 1930 το ιστορικό περιοδικό “Μύσων” που εξέδιδε ο ΜιχάληςΚαταπότης, γιατρός και πολιτικός από τη Σητεία[3].

 Πολλές είναι, επίσης, οι λογοτεχνικές συνθέσειςπου άντλησαν το θέμα τους από το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει, όμως, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1922-1940) το εξαιρετικά δυνατό έργο του Θέμου Κορνάρου Σπιναλόγκα advitamπου, όπως σημείωσεο Φάνης Καμπάνης, “είναι ένα βιβλίο αγάπης για τον άνθρωπο και τη ζωή και παράλληλα ένα άλλο κατηγορώ για τον σύγχρονο πολιτισμό”.

Στο έργο τούτο ο Κορνάρος δίνει με αδρές πινελιές τη φρικτή εικόνα της διαβίωσης των λεπρών. Και στις 77 σελίδες του ο αναγνώστης παρακολουθεί με δέος τη μακάβρια λειτουργία της αποσύνθεσης του ανθρώπινου σώματος, τις αγωνίες της υποψίας, το δράμα της απομόνωσης, τη λαχτάρα για τη ζωή, τον ανεπιθύμητο θάνατο, που τα έχει πάρει όλα και αφήνει μόνο μια γλώσσα, να κουνιέται σπασμωδικά, για να επικοινωνήσει, για μια ύστατη στιγμή, με τη ζωή και να πει το τελευταίο της ευχαριστώ. Πρόκειται για σελίδες γεμάτες σπαραγμό που αναδείχνουν τον συγγραφέα τους έναν από τους ικανότερους ρεαλιστές πεζογράφους της γενιάς του[4]“.

"Sponsored links"

Λογοτεχνικά η Σπιναλόγκα υπήρξε ένα βήμα παραπέρα από τα προηγούμενα έργα του Θέμου Κορνάρου. Σ’ αυτήν την νατουραλιστική αφήγηση του για τον “βράχο των λεπρών” που πλησίασε τα όρια των αριστουργηματικών κειμένων του Ντοστογιέφσκι, ο συγγραφέας περιέγραψε τη ζωή των λεπρών στον ξερόβραχο, που βασανίζονταν από την αρρώστια τους, συνταράσσοντας την ελληνική κοινή γνώμη.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του Θέμου Κορνάρου Σπιναλόγκα · “ad vitam”, έκδοση Θ. Γκωγκώνη, Αθήνα 1933.
Θέμου Κορνάρου, Σπιναλόγκα · “ad vitam” Με την ακόλουθη αφιέρωση στον ψευδότιτλο της 3ης σελ.: Τούτο το βιβλίο δεν το χαρίζω. Το πετάω μ’ οργή κατάμουτρα στον άθρωπο που στέκεται στο… γκρεμό της Ακρόπολης και βρίζει τη Ζωή με τα λόγια: «Βαρέθηκα τη ζωή!…». Εκδόσεις Άτλας, Αθήνα 1956. 

Ο Θέμος Κορνάρος (1906-1970) γεννήθηκε στη Σίββα της Μεσσαράς στην Κρήτη. Λόγω της φτώχειας της οικογένειάς του μπήκε από μικρός στη βιοπάλη και ταξίδεψε ανά την Ελλάδα ασκώντας διάφορα χειρωνακτικά επαγγέλματα. Όταν έφτασε στην πρωτεύουσα προσπάθησε να παρακολουθήσει μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, δεν τα κατάφερε όμως γιατί παράλληλα δούλευε εργάτης στο χτίσιμο του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κωστή Μπαστιά και μέσω αυτού με τον Φώτο Πολίτη, που δέχτηκε με ενθουσιώδεις κριτικές τα πεζογραφήματά του Το Άγιον Όρος και Σπιναλόγκα (1933)[5].

Από την αφήγηση, τους διαλόγους και τις περιγραφές γίνεται σαφές στον αναγνώστη πως ο Κορνάρος είχε ζήσει στο νησί, για ποιον όμως λόγο; Κατά τη γνώμη του Λεωνίδα Χρηστάκη ο συγγραφέας είχε κλειστεί εκεί στα δώδεκά του χρόνια περίπου για πενήντα μέρες:

“Το γραπτό για την Σπιναλόγκα –πάντα κατά την γνώμη μου αποτελεί ανάμνηση μιας παιδικής του “αταξίας” όταν, για λόγους ομορφιάς (ο Θέμος ήταν κατάξανθος με μεταξωτές μπούκλες) στα δώδεκά του χρόνια τον φιλούσε παράφορα στο στόμα μια νεαρή λεπρή, ενώ τα χείλια της ήσαν μελανιασμένα. Πιθανώς αυτό ήταν μια από τις αιτίες που κλείστηκε στο νοσοκομείο της Σπιναλόγκας, ώσπου να διαπιστωθεί ότι ήταν υγιής και να τον βγάλουν από το κολαστήριο[6]“.

Χρόνια αργότερα ο Κορνάρος περιέγραψε τη ζωή των λεπρών στον ξερόβραχο σμιλεύοντας φιγούρες “που θα τις ζήλευε ο Ιερώνυμος Μπος[7]στην προσπάθειά του να δώσει μία σειρά από σκληρές εικόνες της Σπιναλόγκας.

Oι λεπροί στην Σπιναλόγκα εκτός απ’ την αρρώστια τους βασανίζονται και από την απανθρωπιά του κράτους και των εκπροσώπων του, αυτό για τον Κορνάρο είναι σαφές, όπως φαίνεται στο κεφάλαιο XI, όπου περιγράφει τη Σπιναλόγκα σα… νοσοκομείο, ένα είδος σανατόριο. “Ο φαρμακοποιός μας, υποθέτω, θα ‘ναι ωραίος άνθρωπος[8], σημειώνει με αρκετή δόση ειρωνείας, γιατί δεν τον έχει δει ποτέ, τον γιατρό, όμως, τον είδε δυο φορές μέσα σε πέντε μήνες κι ήταν χαρακτηριστικά αδιάφορος για την υγεία και, συνεπώς, τη ζωή των αρρώστων, αφού συστηματικά τους άφηνε να κάνουν οι ίδιοι τη διάγνωση της όποιας αρρώστιας είχαν… Στη συνέχεια κάνει λόγο για το “υδραγωγείο” του νησιού, προσπαθώντας να το περιγράψει:

“Ολόκληρο το νησί είναι ένας βράχος μαύρος, από γρανιτόπετρα. Απότομος μάλιστα βράχος. Καμιά πρασινάδα δεν μπορεί να φανεί απάνω. Χώμα υπάρχει λιγοστό, μόνο στις χαραμάδες του βράχου. Το σχήμα του είναι το ίδιο σαμάρι. Στη βάση, γύρω γύρω, είναι σκαμμένη μια πέτρα πελώρια. Αγκαλιάζει σχεδόν το νησί. Αυτό είναι το υδραγωγείο. Πιο πάνω, κάμποσα μέτρα, στην πλαγιά τη δυτική, είναι χτισμένα κλιμακωτά σπιτάκια. Καμιά εκατονπενηνταριά σπιτάκια. Στην κορφή του βράχου είναι το νεκροταφείο της Σπιναλόγκας.

Μα μια στιγμή. Για το θάψιμο έχω να πω δυο λόγια:

Σακαταμένοι, ανήμποροι, όπως είμαστε, ανίκανοι για βαριά δουλειά, δεν μπορούμε να σκάβουμε βαθύ το μνήμα. Πως να τονε πελεκήσουμε το γρανίτη με μισά χέρια; Σκάβουμε, το λοιπόν, δυο τρεις πόντους όπως όπως και βάζουμε τον πεθαμένο. Ίσια ίσια η πλάτη του κρύβεται. Κατρακυλούμε και μια μεγάλη πέτρα στην κοιλιά κι αυτό είναι “ταφή” στο νησί μας.

Το “υδραγωγείο” γεμίζει το χειμώνα με βρόχινο νερό και κρατάει όλο το χρόνο. Μα καθώς πέφτει η βροχή, ξεπλένει τους μισολειωμένους πεθαμένους, κατρακυλά στις πλαγιές, παρασέρνει τ’ αποπατήματα όλου του χρόνου, σκουπίζει τις αυλές και τα σοκάκια και φτάνει στο υδραγωγείο. Στις νεροδόχες έχουμε βάλει θυμάρια για να… καθαρίζεται το νερό!

Το λίπασμα, η κοπριά δηλαδή, που ‘μποδίζεται απ’ τo θυμάρι είναι πολλές οκάδες. Σ’ εκείνο το σημείο μονάχα του νησιού μας βλασταίνει πράσινο-πράσινο χορταράκι. Κι όταν το ‘δε το χορταράκι ο υπουργός της Υγιεινής, ο Δοξιάδης, τις προάλλες που μας ήρθε, θα ‘πε από μέσα του: “Καρπερή! Εύφορη γης, παχιά γης η Σπιναλόγκα!”.

Υδραγωγείο είναι, μπρε! Αυτό είναι το νερό που πίνουμε. Κι έχει δίκιο ο γιατρός να “υποθέτει” πως απ’ αυτό θα προέρχεται η λυσοντεριά[9]. Κι ακόμα πολύ σωστά το ‘γραφε στην αναφορά του, που μας τη διάβασε πριν τηνε στείλει στο υπουργείο πως: “… το υδραγωγείον χρήζει ποιας τινός επισκευής προς πρόληψιν… εισόδου εν αυτώ δυσωνύμων ουσιών…”.

Σ’ όλα έχει δίκιο ο γιατρός. Μόνο που θα ‘πρεπε να γράψει τα ονόματα των… “δυσωνύμων ουσιών”: μισολειωμένοι πεθαμένοι, κοπριά, σκατά, πράσινες και κίτρινες ύλες που στάζουνε ολοχρονίς απ’ τα λεπρά κορμιά! Γιατί αυτή είν’ η αλήθεια. Αυτές τις ακαθαρσίες, διαλυμένες μέσα σε… σχετική αναλογία νερού, πίνουνε οι λεπροί και παρηγορούνται πως είναι νερό.

Στο μεταξύ με το ιώδιο κάτι γίνεται. “Εξωτερική χρήσις”. Έχει το λόγο του αυτό! Το κακό πρέπει να εντοπιστεί στ’ άντερα. Να μην απλωθεί κι όξω η λυσοντεριά!…[10]

Σπάνια φωτογραφία από κινηματογραφικό στιγμιότυπο μικρής ταινίας για τη Σπιναλόγκα του 1927.
Σπάνια φωτογραφία από κινηματογραφικό στιγμιότυπο μικρής ταινίας για τη Σπιναλόγκα του 1927.

Για την ιστορία ας αναφερθεί πως η Σπιναλόγκα λειτούργησε ως Λεπροκομείο μέχρι το 1958, οπότε με αφορμή την προβολή της ταινίας Σπιναλόγκα: Το νησί της σιωπής (1958)/Theislandofsilence[11]που σκηνοθέτησε η ΛίλαΚουρκουλάκουτο Λεπροκομείο έκλεισε οριστικά (είχε στο μεταξύ βρεθεί και η θεραπεία) και οι εναπομείναντες πρώην λεπροί μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα.

Διαβάστε επίσης:

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1]τρωγλοδύτης θηλ. τρωγλοδύτισσα: 1. αυτός που ζει σε σπηλιές. 2. σε σχήμα υπερβολής, αυτός που ζει σε μικρή, άθλια κατοικία. [λόγ. εν. < ελνστ. πληθ. Τρωγλοδῦται (αρχ. Τρωγοδῦται) όν. αιθιοπικού λαού· λόγ. τρωγλοδύτ(ης) -ισσα].

[2]GrivelJulien, Η νόσος του Χάνσεν στην Ελλάδα και την Κρήτη κατά τον εικοστό αιώνα – Ψυχοκοινωνιολογικές επιπτώσεις. Μετάφραση-επιμέλεια έκδοσης: Πάρις Ασανάκης. Έκδοση Κοινοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Ελούντας. Ελούντα 2002, σελ. 56.

[3]Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], Συγκλονιστικά ντοκουμέντα. Βρέθηκαν αυθεντικές φωτογραφίες λεπρών από τη Σπιναλόγκα [φωτό], iefimerida.gr, 30/01/2013.

[4]Φάνης Καμπάνης, Θέμος Κορνάρος, περιοδικό “Κριτικά Φύλλα”, τεύχος 1, Ιανουάριος 1971.

[5]Το πεζογραφικό του έργο είναι στρατευμένο, έχει τη μορφή ντοκουμέντου καταγγελίας, κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής και της άμεσης καταγραφής προσωπικών βιωμάτων του συγγραφέα με έντονα πολεμικό ύφος.

[6]Λεωνίδας Χρηστάκης,  Θέμος Κορνάρος. Συγγραφέας με αγωνιστική παρουσία που τον εξαφάνισαν, Σειρά: Έλληνες αγνοημένοι 4, εκδόσεις Σπηλιώτη, Δεκέμβριος 2003.

[7]Μπάμπης Δερμιτζάκης, Δύο μυθιστορήματα γεμάτα σκληρές μαρτυρίες για τη ζωή πάνω στο νησί, http://www.lexima.gr, 02/12/2010.

[8]Γαλάτεια Καζαντζάκη-Θέμος Κορνάρος, Το νησί των σημαδεμένων Σπιναλόγκα, ο.π.,  σελ. 72.

[9]λυσοντεριάη: δυσεντερία.

[10]Γαλάτεια Καζαντζάκη-Θέμος Κορνάρος, Το νησί των σημαδεμένων Σπιναλόγκα, ο.π.,  σελ. 75-76.

[11]Η ταινία,διάρκειας 65 λεπτών,είναι ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, μια μελέτη που αναβιώνει τη ζωή στον τόπο εξορίας των λεπρών, στη Σπιναλόγκα. Παρακολουθούμε ερωτικές και συναισθηματικές περιπέτειες, ιδεολογικές και συναισθηματικές συγκρούσεις με ήρωες ασθενείς, γιατρούς αλλά και ντόπιους.

 

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις