Σπάνια ραδιοφωνικά ντοκουμέντα από το Βουκουρέστι της πολιτικής προσφυγιάς: Ο Λουντέμης αφηγείται στιγμιότυπα της ζωής του Παναΐτ Ιστράτι!

Κανένα σχόλιο

του Δημήτρη Δαμασκηνού,

φιλολόγου-ιστορικού & συγγραφέα

Είναι γνωστό πως το 1956, έπειτα από πολλές διαμαρτυρίες και πιέσεις ο λογοτέχνης, αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης Μενέλαος Λουντέμης απολύθηκε από τον Άη Στράτη όπου βρισκόταν εκτοπισμένος. Είχε προηγηθεί, ωστόσο, η δίκη[1] για τη συλλογή διηγημάτων Βουρκωμένες μέρες[2] και η απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, με αποτέλεσμα το κλίμα στην αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα των δωσιλόγων γι’ αυτόν να ήταν βαρύ.

"Sponsored links"

Δεν ήταν επομένως έκπληξη το γεγονός πως λίγο καιρό αργότερα η τότε ελληνική κυβέρνηση κι ενώ ο συγγραφέας βρισκόταν στο εξωτερικό, με αφορμή την ομιλία του στα εγκαίνια του μνημείου στο πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ (βρισκόταν τότε στο έδαφος της ΛΔΓ[3]), όπου θύματα υπήρξαν και Έλληνες[4], του αφαίρεσε εντελώς αυθαίρετα την ελληνική ιθαγένεια στερώντας του παράλληλα και τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Ελλάδα[5].

Παναΐτ Ιστράτι (Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α./Μ.Ι.Ε.Τ.)
Ο Μενέλαος Λουντέμης φωτογραφημένος στο γραφείο του την ώρα που δουλεύει τα κείμενά του.

Ο Μενέλαος Λουντέμης πικραμένος αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Ρουμανία, κάνοντας πολλά ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο. Αλλά η βάση του ήταν το Βουκουρέστι.

Η επίσκεψη του το 1958 και 1959 στην τότε ΕΣΣΔ συνοδεύτηκε από την έκδοση τεσσάρων έργων του στα ρωσικά το 1958, 1959, 1960 και 1961.

Η περίοδος, άλλωστε, της πολιτικής προσφυγιάς ήταν δημιουργική για τον συγγραφέα, αφού όχι μόνο η ΕΣΣΔ[6], μα και στις υπόλοιπες “σοσιαλιστικές χώρες” εκτίμησαν το λογοτεχνικό του έργο, με αποτέλεσμα έργα του να μεταφραστούν και να κυκλοφορήσουν στην Αλβανία, στη Βουλγαρία, στη Λαϊκή Κίνα, στην Τσεχοσλοβακία, την πρώην ΛΔΓ, τέλος στην Πολωνία. Ιδιαίτερα, όμως, στη Ρουμανία ο συγγραφέας υπήρξε πολύ αγαπητός. Πολλά μάλιστα από τα έργα του έχουν γραφεί κατά την περίοδο που έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στο Βουκουρέστι και φυσικά έχουν μεταφραστεί στα Ρουμανικά[7].

Μια σπάνια φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης (πρώτος καθισμένος από αριστερά) σε μια “ελληνική βραδιά” στο Βουκουρέστι. Όρθιος πάνω του με το ζιβάγκο και το μαύρο σακάκι στέκεται ο γιος του Αιμίλιου Βεάκη, ο Γιάννης, διακεκριμένος σκηνοθέτης στη Ρουμανία . Ο Γιάννης Βεάκης υπήρξε επίσης ο μεταφραστής στα Ρουμανικά του μυθιστορήματος “Το ρολόγι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα” που κυκλοφόρησε στο Βουκουρέστι το 1962 με μεγάλη επιτυχία.

Ο Μενέλαος Λουντέμης στο Βουκουρέστι έγινε η ψυχή της ελληνικής κοινότητας των εξόριστων λογοτεχνών. Με τις εκπομπές του στο ελληνικό πρόγραμμα της Ρουμανικής Ραδιοφωνίας συνέβαλε στην καλλιέργεια της κοινότητας των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα πολιτιστικά θέματα και συνεπώς στην κατανόηση και αλληλογνωριμία του πολιτισμού των δύο λαών της Βαλκανικής, πολύ περισσότερο που είχε ακροατές και στην Ελλάδα

Μια τέτοια εκπομπή αποτέλεσε και την αφορμή για το παρακάτω άρθρο: τιμώντας ο Μενέλαος Λουντέμης τη μνήμη του Παναΐτ Ιστράτι[9] το 1974, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννησή του στις 10 Αυγούστου 1884, παρουσίασε δύο-τρία στιγμιότυπα της ζωής του διάσημου συγγραφέα προσεγγίζοντας την ανθρώπινη πλευρά του, έτσι όπως την συγκράτησαν στη μνήμη τους ο Κώστας Βάρναλης και ο Οσκάρ Λεμνάρου.

Στην εκπομπή αυτή που έχει διάρκεια 11.57′ λεπτών, ο ακροατής έχει την σπάνια ευκαιρία ν’ ακούσει τον ίδιο τον μεγάλο Έλληνα λογοτέχνη, τον Μενέλη μας, όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά οι φίλοι του, να διαβάζει το κείμενο που συνέταξε. Ας σημειωθεί σ’ αυτό το σημείο πως το μοναδικό αυτό ηχητικό ντοκουμέντο μου το εμπιστεύτηκε η Anca Chisalita, την οποία ευχαριστώ από καρδιάς[10].

Μια αδημοσίευτη έως τώρα φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης σε εκδρομή στο Σίμπιου της Ρουμανίας κοιτάζει από ψηλά την πόλη. Ακριβώς δίπλα του διακρίνεται η Dorina Anton-Talaz με μια φίλη της.

ΤΟ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΞΗΣ:

Τον Ιστράτι δεν τον γνώρισα προσωπικά ούτε όταν βρισκόταν στο ζενίθ[11] της δόξας του ούτε στο μούχρωμα[12] και στην πτώση του. Το έργο του, όμως, δεν μπορεί ποτέ να βαδίζει πάντα παράλληλα με τον συγγραφέα. Ο συγγραφέας, άξιος ή ανάξιος, κάποτε φεύγει απ’ τη ζωή. Το άξιο έργο, όμως, μένει. Να ο λόγος που οι κριτικοί και οι γραμματολόγοι προτιμούν να μιλούν για τα έργα παρά για τους συγγραφείς και πολύ περισσότερο για τους ανθρώπους. Νομίζω πως αυτό αποτελεί μια μικρή αδικία και κάτι σαν παράλειψη, γιατί δεν υπάρχει σχεδόν αναγνώστης που να μη θέλει να μάθει κάτι για τον συγγραφέα της προτίμησής του, κάτι για τον άνθρωπο. Να ο λόγος που σαν μου ζητήθηκε να τιμήσω και ‘γω με τον τρόπο μου την ενενηκοστή επέτειο από τη γέννηση του Ιστράτι αποφάσισα να μιλήσω για τον άνθρωπο. Αλλά μην έχοντας προσωπικές εμπειρίες κατέφυγα σε δυο ανθρώπους που τον γνώρισαν. Ο ένας ήταν Έλληνας, ο μεγάλος μας ποιητής και αγαπημένος μου δάσκαλος Κώστας Βάρναλης και ο άλλος Ρουμάνος, ο φίλος και συμπολίτης του Οσκάρ Λεμνάρου.

"Sponsored links"

Ας αρχίσουμε λοιπόν (σ.σ. με) τον Βάρναλη. Χρόνια τον πολιορκούσα:

-Έλα πες μου, δάσκαλε, τι είπατε, πού πήγατε, σε τι ταβερνάκια απαγκιάσατε[13] με τον Ιστράτι; Πες μου που ξέρεις… Μπορεί καμιά μέρα να βρεθώ στην Μπραΐλα και θα ‘ναι ντροπή να μην ξέρω να πω στον τελευταίο που θα ζει, στον τελευταίο που θα πίνει στ’ όνομά του… να μην ξέρω να πω ένα λάθος του, κάποιο κάμωμά του.

-Έ, καλά, είπε ο δάσκαλος και ακούμπησε στον αγκώνα του. Ας μη σε παραπονέσω. Λοιπόν άκου. Θα ήταν γύρω στο 1930, μπορεί και πιο νωρίς, ας είναι…[14].

Μια μέρα -δεν είχε πέσει ακόμη στον τόπο η πανούκλα του φασισμού- είχε έρθει μ’ ένα φαγωμένο βαπόρι στον Πειραιά και μας γύρεψε. Παραμερίσαμε τους χωροφύλακες και πήγαμε να τον αγκαλιάσουμε. Ερχόταν και από πού δεν ερχόταν… Ερχόταν από παντού, απ’ όλη τη φτώχεια του κόσμου. Ήταν η εποχή που δεν τον είχαν ακόμη τρομάξει. Μην τρομάζεις ποτέ χτικιάρη[15] άνθρωπο! 

-Ήταν αληθινά φυματικός[16], δάσκαλε;    

-Ναι, από μικρό παιδί. Λοιπόν μας μήνυσε απ’ το βαπόρι να πάμε να τον πάρουμε. Είχε τρομάξει μη χαθεί. Δεν ξέρω…

Βρήκε εκεί στο μουράγιο κάποιον καλόβολο[17] ναύτη και τον έστειλε πάνω να μας βρει και ‘μεις κατεβήκαμε. Παραμέρισε εκείνος τους χωροφύλακες και ήρθε και έπεσε στην αγκαλιά μας. Ε, δεν ήταν εκεί η παλληκαριά του. Η παλληκαριά του ήταν ότι όντας γεννημένος φοβητσιάρης -οι χτικιάρηδες είναι πάντα φοβητσιάρηδες- μπόρεσε να νικήσει όλα τα εμπόδια, λόγχες, (σ.σ. τον βάκιλο του) κοχ[18], πουλημένο τύπο, πληρωμένα γιουχαΐσματα[19] και ανέβηκε στην Αθήνα να μιλήσει σ’ ένα ακροατήριο που οι μισοί ήταν χαφιέδες[20]. Χμ… Μη βλέπετε ‘σεις σήμερα∙ σήμερα είναι εύκολα. Σήμερα χύνεται στους δρόμους το κινητό κάστρο της νεολαίας, μια λάβα φωναχτή και σκουπίζει απ’ το δρόμο σου τα σκουλήκια και περνάς και κατόπι σε ζώνει και σ’ ανεβάζει όπου θέλεις, στον ουρανό! Τότες -τί να τα θυμόμαστε- τότες ήμασταν όσοι ήμασταν… Αρκετοί για να γιομίσουμε ένα βαγόνι.

Μα δεν είναι αυτό ‘κείνο που θέλω να σου πω. Βλέπεις όλο το κλωθωγυρνώ[21] κι όλο τ’ αφήνω. Το ξεχνώ, ντρέπομαι, δεν ξέρω… Κείνο που απ’ όλα κράτησα, κείνο που θυμούμαι πιο πολύ απ’ αυτόν τον άνθρωπο που κατόπι καμπούριασε, αποκαρδιώθηκε κι έπεσε, είναι κάτι άλλο… Είναι μια νύχτα της προπολεμικής Αθήνας:

-Κώστα μου, μου λέει, Κωστή μου, διες με, θέλω απόψε να ξεκόψουμε απ’ όλους, και απ’ τον Νίκο το Βέη[22] και απ’ τον Άγγελο τον Σικελιανό κι απ’ τον Ρήγα Γκόλφη κι απ’ τον Δημοσθένη τον Βουτυρά και να πάμε κάπου μαζί σε κάποιαν άλλη Αθήνα πιο χαμηλή… όχι στα διάφορα κιτ-κατ (σ.σ. kit-cat clubs[23]) που πάνε οι μανταμίτσες και πίνουνε τη λεμονάδα τους με το σταροκάλαμο…[24] Όχι! Πάμε κάτω-κάτω, εκεί που διασκεδάζουν ‘κείνοι που δεν έχουν πια καρδιά για διασκέδαση.

Κατάλαβα! Του ‘πιασα το μπράτσο, ήταν μόνο κόκκαλο. Θυμήθηκα… Εκεί στην οδό της παλιάς Αθηνάς ήταν κάτι βουλιαγμένα υπόγεια, όπου λίμναζαν[25] τα πλάσματα που την είχαν πια κατέβει πια όλη τη σκάλα. Μας είχε αρπάξει ακόμα απ’ το κεφαλόσκαλο η μπόχα[26], η μυρωδιά της ανθρώπινης διάλυσης…

Κάτσαμε σ’ ένα τραπεζάκι. Κείνος ήταν μουντός[27], έπασχε, έβηχε.

Ξαφνικά ξεκίνησε να ‘ρχεται κατά πάνω μας μια γυναίκα… Είχε ξεκινήσει πριν από πενήντα χρόνια να ‘ρθει αλλά σκόνταψε στη λάσπη κι έπεσε. Ήταν σε μια ηλικία που οι γυναίκες πια είναι ολότελα μόνες παντού. Είχε κάτι ταλαιπωρημένα, μαδημένα μαλλιά, ένα κουρασμένο πρόσωπο. Ζύγωσε[28] υποτακτικά.

-Έλα, της λέει, ορίστε, κυρία μου, τιμήστε το τραπέζι μας.

Η ναυαγισμένη γυναίκα ένιωσε ένα πρωτόγονο σεισμό. Μα τί ήταν αυτός; Άγγελος; Κάνας ξεστρατημένος άγγελος ή κάνας αγιάτρευτος τρελός;

-Ορίστε, της λέει, τιμήστε μας. Η γυναίκα κάθισε. Εκείνος της ζήτησε την άδεια.

-Θέλω, της λέει, θα μου αφήσεις να κάνω τόκα[29] με σένα, μα με τον τρόπο που ξέρω εγώ.

Άπλωσε το κοκαλιασμένο χέρι του, τόσο φαγωμένος ήταν. Στην αρχή κείνη ‘τρόμαξε, ύστερα γλύκανε… έκλεισε τα μάτια, έσκυψε. Το κόκκαλο περπάτησε, έφτασε στο φαγωμένο κρανίο και τη χάιδεψε εκεί που κάποτε οι άντρες χαϊδεύουν τις γυναίκες.

-Ευχαριστώ, της λέει, ευχαριστώ. Αυτό ήθελα! Μπορείς τώρα, αν θέλεις, να πάς στην παρέα σου.

Η γυναίκα ξεμάκρυνε ανάμεσα σ’ έναν ίλιγγο. Κείνος κάλεσε το γκαρσόνι, πλήρωσε, κατόπι έβγαλε ένα κατοστάρικο.

-Διες, λέει στο γκαρσόνι, δώσε αυτό στην κυρία που ήταν στη συντροφιά μας και πες της πως την ευχαριστούμε πολύ για την τιμή που μας έκανε… Ναι, παιδί μου, στην κυρία! Πάμε, Κώστα.

Ο δάσκαλος γέμισε, ήπιαμε. Ύστερα τον ρωτώ:

-Πες μου παρακάτω, δάσκαλε… ύστερα, τί γίνηκε;

-Τίποτα∙ την άλλη μέρα χωρίσαμε. Τον άρπαξαν και τον μπαρκάρισαν[30] με το ζόρι. Πού πήγε δεν ξέρω. Σε λίγο έμαθα πως τον είδαν στη Μαρσίλια. Εγώ απόμεινα πίσω του ο μικρός.

Αλλά μήπως είναι (σ.σ. μόνο) ο Βάρναλης που μίλησε γι’ αυτόν; Αργότερα σαν βρέθηκα στη Βραΐλα μου μίλησαν γι’ αυτόν κι ο Δημοσθένης ο Μποτέζ[31] και ο Μίχου Ντραγκομίρ[32] που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια κι οι δυο. Αλλά είπαμε δεν είναι μόνο αυτοί. Εδώ στους δρόμους αν περπατάς, αν τύχει κι ακούσουν τ’ όνομά σου, τον τόπο σου, τη δουλειά σου… Έχ, λένε, γνώρισα κι εγώ κάποτε έναν τέτοιο…

-Πώς σας λένε, κύριε; λέω στον συνομιλητή μου.

-Λεμνάρου! Οσκάρ Λεμνάρου[33]! Ήμασταν φίλοι. Γεννηθήκαμε κι οι δυο στον ίδιο τόπο. Εγώ χώρεσα στον τόπο μου. Κείνος δε χώρεσε σε κανέναν τόπο.

Δημοσθένης Μποτέζ (Demostene Botez, 29 Ιουλίου 1893-17 Μαρτίου 1973).
Μίχου Ντραγκομίρ (Mihu Dragomir, 24 Απριλίου 1919-9 Απριλίου 1964)
Οσκάρ Λεμνάρου (Oscar Lemnaru, 1 Φεβρουαρίου του 1907-17 του Μάη, 1968)

-Τι σόι άνθρωπος ήτανε, κύριε Λεμνάρου; Πες μου πιο πολλά…

-Πώς να σου το πω… Για συγγραφέας μια φορά ήταν μεγάλος, μα για άνθρωπος ήταν λιγάκι, όπως το λέμε εμείς, φράιερ (fraieri[34]), δηλαδή μωροπίστευτος. Τον ξεγελούσε ο πρώτος κατεργάρης[35]. Άκου και να δεις… Μια μέρα τον αντάμωσα τυχαία στον δρόμο.

-Άιντε, μου λέει, Λεμνάρου, πάμε ως την Κάψα (σ.σ. Cafe Capsa[36]) να πάρουμε από ένα ρόμι (σ.σ. και) να φάμε εεε… κρυώνω.

Το Cafe Capsa στο Βουκουρέστι γύρω στα 1900

Πήγαμε. Δεν τον άφησα, φίλε μου, ούτε ένα λεπτό. Πετάχτηκα ν’ αγοράσω μόνο τσιγάρα. Εεε… σαν γύρισα τον βρήκα απελπισμένον.

-Τί τρέχει, Παναΐτ, του λέω;

-Φίλε μου, Οσκάρ, μου αποκρίνεται, δεν μπορώ πια να πλερώσω το ρόμι σου. Ήρτε ένας, μου είπε πως θέλει να βγάλει τον αδελφό του απ’ τη φυλακή και του ‘δωσα όλα μου, όλα μου τα λεφτά. Είχα πληρωθεί πριν λίγο απ’ τον εκδότη μου για την Κυραλίνα[37].

Παναΐτ Ιστράτι, Κυρά Κυραλίνα, μετάφραση Αιμίλιου Χουρμούζιου, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 1998.     Στον πρόλογο αυτής της έκδοσης ανάμεσα στ’ άλλα ο Ρομαίν Ρολλάν σημείωνε: “Είν’ ένας διηγηματογράφος Ανατολίτης που μαγεύεται και συγκινείται από τις ίδιες του τις διηγήσεις, και τόσο συχνά συνεπαίρνεται απ’ αυτές, που μιας κι άρχισε την ιστορία, κανένας, ούτ’ ο ίδιος, δεν ξέρει αν θα κρατήσει μιαν ώρα ή χίλιες και μια νύχτες. Το διηγηματογραφικό του genie είναι σε τέτοιον βαθμό ασυγκράτητο, που στο γράμμα που έγραψε την παραμονή της αυτοκτονίας του, δυό φορές αφήνει στη μέση τα απελπισμένα παράπονά του για να διηγηθεί δυο χιουμοριστικές ιστορίες της περασμένης του ζωής. Τον κατάφερα να καταπιαστεί να γράψει ένα μέρος από τις αφηγήσεις του αυτές κι αρχίνησε ένα έργο πολύ μεγάλο”.

-Το βλέπεις, συνεχίζει ο Λεμνάρου, ήταν fraieri… Όλοι οι εκδότες του τον γελούσαν, τον γδύνανε, του ‘τρωγαν τα ποσοστά του. Πολλές φορές του κάναμε έρανο. Θα μπορούσε να ‘ναι ο πλουσιότερος συγγραφέας της Ευρώπης. Κάθε λίγο μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο:

-Λεμνάρου, μου ‘λεγε, τί λες; Πάμε μια βόλτα κατά τον Μπραΐλα; Μα σάματι[38] θα μου πεις, χωρούσε εκεί; Κείνος πουθενά δε χωρούσε. Άμα δεν είχε αφορμή να φύγει από έναν τόπο, έφτιαχνε μόνος του αφορμές. Μια φορά στην Αλεξάνδρεια… αλλά καλύτερα να στο πω απ’ την αρχή.

Μια μέρα χωρίς να ‘χει συστάσεις, γνωριμιές, χρήματα μπαίνει σ’ ένα βαπόρι και κατεβαίνει στην Αλεξάνδρεια. Πώς να ζήσει; Θυμήθηκε τότε την παλιά του τέχνη…  Zograf… σουβατζής[39], απ’ αυτό πήρε και τ’ όνομα Αντριάν Ζογκράφι (Adrien Zograffi). Χτυπάει μια πόρτα που ‘δε να γράφει γκρέκικο όνομα:

-Θέλετε zograf; τους λέει.

Ο νοικοκύρης τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε:

-Είσαι της δουλειάς, άνθρωπέ μου; τον ρωτά.

-Πώς! Γεννημένος γι’ αυτή τη δουλειά! αποκρίνεται ο δικός μας.

-Από πού ξεκίνησες άνθρωπε; τον ξαναρωτά.

-Εεε… απ’ τη Βραΐλα και βάλε.

Ενθουσιάστηκε ο Ρωμιός.

-Έχω αδελφό εκεί, του λέει. Κόπιασε μέσα.

Έγιναν φίλοι. Μα βαριόταν να μένει άνεργος. Ντρεπόταν. Και μια μέρα άρχισε να σοβαντίζει τις κάμαρες του νοικοκύρη. Το σπίτι ήταν μεγάλο. Στο τέλος είχε βαρεθεί και για να περνάει η ώρα του απάγγελνε Άμλετ[40].

Κάποια στιγμή όμως στάθηκε σα μάρμαρο.

-Άραγε, λέει από μέσα του, να ξέρει κανείς σ’ αυτήν την πόλη ποιός έγραψε τον Άμλετ;

Και μια και δυο κατεβαίνει απ’ τις σκαλωσιές και πιάνει τον πρώτο διαβάτη.

-Για στάσου εκεί, του λέει. Μήπως ξέρεις εσύ ποιός έγραψε τον Άμλετ;

Ο διαβάτης τρόμαξε.

-Όχι, κύριε, του λέει, στ’ ορκίζομαι, δεν το ‘κανα εγώ… και το ‘βαλε στα πόδια.

Παραπέρα σταματά άλλον. Το ίδιο. Ακούει ο νοικοκύρης του σπιτιού τα καυγαδίσματα και βγαίνει απ’ το παράθυρο.

-Τί τρέχει, μπρε Παναγιωτάκη; του λέει.

-Αφεντικό, λέει ο Ιστράτι αηδιασμένος, μήπως ξέρεις εσύ ποιός έγραψε τον Άμλετ;

-Τί μας νοιάζει, μπρε παιδί μου εμάς; Ψωμί μας γύρεψε ο άνθρωπος ή φαΐ; του λέει ο αθώος νοικοκύρης.

-Έτσι; Ε τότες φεύγω, λέει ο Ιστράτι φουρκισμένος[41]. Δε μένω ούτε μισό λεπτό σ’ έναν τόπο που δεν ξέρουν ποιός έγραψε τον Άμλετ.

Μια ακόμα σπάνια φωτογραφία: Ο Μενέλαος Λουντέμης (τέταρτος από αριστερά) ανάμεσα σε φίλους του στο Βουκουρέστι. Δεύτερη από αριστερά διακρίνεται η μεταφράστρια πολλών έργων του στα Ρουμανικά Dorina Anton-Talaz.

Αυτά είναι όσα είπε στο ρουμανικό ραδιόφωνο ο Μενέλαος Λουντέμης για τον Παναΐτ Ιστράτι το 1974 με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από τη γέννησή του.

Σ’ αυτό το σημείο νομίζουμε ό τι είναι χρήσιμο για τον αναγνώστη να γίνουν δύο παρατηρήσεις, ώστε να τοποθετήσει τα γεγονότα στο ιστορικό-κοινωνικό τους πλαίσιο και τα λογοτεχνικά τους συμφραζόμενα, ώστε να κατανοήσει πληρέστερα τη γνώμη του Μενέλαου Λουντέμη για τον μεγάλο Ελληνορουμάνο συγγραφέα:

  1. Η εμπειρία από τη συνάντησή του Παναΐτ Ιστράτι με τον Κώστα Βάρναλη που εκμυστηρεύτηκε ο τελευταίος στον Μενέλαο Λουντέμη έλαβε χώρα, όταν ο Ιστράτι βρέθηκε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1928 προσκεκλημένος από την εφημερίδα “Ελεύθερον Βήμα”. Τότε του δόθηκε η ευκαιρία να δώσει μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη στις 11 του μηνός μια διάλεξη στο θέατρο Αλάμπρα, με θέμα την πορεία και τα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Όπως ήταν φυσικό, οι διαλέξεις των Ιστράτι-Καζαντζάκη προκάλεσαν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και, συγχρόνως, δικαστικές ανακρίσεις στους δύο ομιλητές και τον οργανωτή. Η υπόθεση είχε προηγουμένως φτάσει ακόμα και σε επερώτηση ως τη Βουλή. Προσωρινά έγινε τότε κάποιος συμβιβασμός για την παραμονή του Ιστράτι στην Ελλάδα. Τελικά, όμως, υπερίσχυσε η Υπηρεσία Αλλοδαπών, που τον εξανάγκασε να φύγει βίαια ως ανεπιθύμητος την Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου του 1928[42], επειδή θεωρούνταν επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια[43].

Επομένως η συνάντηση του με τον Βάρναλη πρέπει να έγινε λίγες ημέρες πιο πριν από την αναγκαστική του αναχώρηση από την Αθήνα, δηλαδή στα μέσα περίπου Φεβρουαρίου του 1928. Αυτή η συνάντηση περιγράφεται εξάλλου πιο αναλυτικά και στην βιογραφία που εξέδωσε ο Μενέλαος Λουντέμης για τον Κώστα Βάρναλη την ίδια χρονιά στην Αθήνα[44].

Εκεί περιέχεται κατά πρώτον μια πιο παραστατική περιγραφή της άφιξης του Ιστράτι στην μεσοπολεμική Αθήνα: “Τράβα του λέει. Κάμε τη χάρη. Ανέβα στην Αθήνα. Βρες τους. Πρώτα τους Νίκους (Καζαντζάκη και Καρβούνη) τον Κώστα τον Τάδε. Ήρθε πες τον ο Παναγιώτης που καρτεράτε από την Κωστάντζα. Τον καρτερώ πες τον εδώ”. Κατεβήκαμεν. Παραμέρισε κείνος τους χωροφύλακες κι ήρθε κι έπεσε στην αγκαλιά μας”[45].

Αξίζει να προσέξει κανείς πως στη διήγηση που καταγράφει ο Μενέλαος Λουντέμης ο Κώστας Βάρναλης βάζει τον Ιστράτι να έρχεται στην Ελλάδα μόνος του και εκεί να αναζητά τους Έλληνες φίλους του και τον Καζαντζάκη[46], ενώ είναι γνωστό ότι ο Ιστράτι έφτασε στην Αθήνα, στον Πειραιά, με τον Νίκο Καζαντζάκη στις 30 Δεκεμβρίου του 1927, ταξιδεύοντας με το πλοίο “Τσιτσέριν”[47].

Η ραδιοφωνική εκπομπή δεν κάνει, εξάλλου, καμία αναφορά στην μεταστροφή του Ιστράτι μετά το δεύτερο ταξίδι του στην τότε ΕΣΣΔ που τόσο του στοίχισε σε αντίθεση με το κείμενο της βιογραφίας του Κώστα Βάρναλη που συνέταξε ο Μενέλαος Λουντέμης αναφέροντας συγκεκριμένα τα εξής:

“Όσο για εκείνο το άλλο ταξίδι[48], το “μοιραίο”, ήμουν τότε πού νέος, και ανειδίκευτος στο θέμα. Μου άφησε όμως κενά και απορίες που δύσκολα τα έλυσα μόνος μου. Γιατί άκουγα μόνο το ένα μέρος. Το αλλο παρασιωπήθηκε, ή η φωνή του δεν έφτασε σε μένα”.

Από την περιοδεία του Νίκου Καζαντζάκη και του Παναΐτ Ιστράτι στην Ε.Σ.Σ.Δ.: η Ελένη Σαμίου, ο Καζαντζάκης, η Bilili Baud-Bovy και ο Ιστράτι σε ελληνικό χωριό του Καυκάσου.

Προφανώς ο Λουντέμης αναφέρεται στην κριτική Ιστράτι προς την τότε ΕΣΣΔ που περιεχόταν εν πολλοίς στην τριλογία Vers lautre flamme[49] (Προς την Άλλη Φλόγα[50]) που ο Ελληνορουμάνος συγγραφέας δημοσίευσε στο τέλος του 1929 στις εκδόσεις Rieder. Ήταν “τρεις τόμοι, ο πρώτος δικός μου”, έγραψε στον Ρομαίν Ρολάν, – “ο δεύτερος, του Victor Serge∙ ο τρίτος του Boris Souvarin“.

Ο τόμος που ήταν γραμμένος από τον Ιστράτι ονομαζόταν Confession pour vaincus (Εξομολόγηση για Ηττημένους[51]) και εξέφραζε την απογοήτευσή του από τις ελπίδες που είχε στηρίξει στη Ρωσική επανάσταση μα και τη νοσταλγία του για της γνήσιες επαναστατικές ιδέες[52]. Ο συγγραφέας τελείωνε το κείμενό του μ’ ένα “Συμπέρασμα για μαχητές” στο οποίο συνοψίζει την ψυχική του κατάσταση μετά τη σοβιετική του εμπειρία: “Δεν πιστεύω σε κανένα “πιστεύω”. Δεν μπορώ ν’ ακούω πια ό,τι λένε οι άνθρωποι, αλλά μόνο να κοιτάζω ό,τι κάνουν”.

Το έργο αυτό του Ιστράτι, όπως είναι φυσικό, δεν άρεσε καθόλου στην τότε σοβιετική ηγεσία που τον χαρακτήρισε “τροτσκιστή”, με αποτέλεσμα να γίνει από εκείνο το κρίσιμο χρονικό σημείο και μετά στόχος επιθέσεων από τον σοβιετικό και τον προσανατολισμένο στην “υπεράσπιση της ΕΣΣΔ” ευρωπαϊκό τύπο. Τον λίθο του αναθέματος τον είχε ρίξει η ίδια η εφημερίδα “Πράβντα”, τον Οκτώβριο του 1929, δημοσιεύοντας άρθρο καταπέλτη κατά του Ιστράτι[53] που κατέληγε:

“Έτσι που εκτός από περιφρόνηση τίποτε άλλο δεν μπορεί να προξενεί στη σοβιετική κοινή γνώμη αυτός ο άθλιος και ύπουλος χαϊντούκος[54], ο οποίος υποσχέθηκε στα τρία βιβλία του που πούλησε σε ένα αντιδραστικό εκδοτικό οίκο της Γαλλίας, να καταρρίψει “τελειωτικά” το μύθο της Σοβιετικής Ένωσης”. Και παραφράζοντας τη γνωστή παροιμία μπορούμε να πούμε: υπήρξαν και χειρότεροι επικριτές αλλά δε θα βρούμε σ’ αυτούς κανέναν αθλιότερο. Ναι και χειρότεροι είναι ζήτημα αν υπήρξαν. Δεν αποτελεί μεγαλοστομία αν πούμε πως ο Παναΐτ Ιστράτι, είναι ο αθλιότερος και πλέον ύπουλος από όλο το σωρό των αστών και λευκοφρουρών ψευδολόγων”[55].

“Μέσα σε 24 ώρες, από τα μεσούρανα βρέθηκε στα τάρταρα”, σχολίασε ο Ασημάκης Πανσέληνος. “Κι όλος ο κόσμος που πίστευε στη Ρωσία, δέχτηκε αμέσως πως ο Ιστράτι είναι όργανο του Σατανά, ήγουν της παγκόσμιας αντισοβιετικής συνομωσίας και τον ξέγραψε χωρίς χρονοτριβή. Ήταν, θυμούμαι, το πρώτο ρήγμα στη συνείδηση του Βενέζη”[56].

Ακολούθησαν χρόνια απελάσεων, διωγμών, φυλακίσεων και κατηγοριών από τον αριστερό τύπο της Γαλλίας για προδοσία. Τελικά άφησε την τελευταία του πνοή στις 16 Απριλίου του 1935 και τάφηκε χωρίς θρησκευτική τελετή στο νεκροταφείο Μπέλου στο Βουκουρέστι.

“Αλλά εδώ υπάρχει ένα αίνιγμα”, επεσήμανε στη βιογραφία του Κώστα Βάρναλη ο Μενέλαος Λουντέμης: “Πιο μεγάλος απαρνητής ήταν ο Κνουτ Χάμσουν; Δεν ξέρω. Η ανθρωπότητα ωστόσο δεν του φείσθηκε. Το όνομά του, το έργο του, η τιμή του έσβησαν, αφανίσθηκαν. Τον Ιστράτι όμως οι ίδιοι άνθρωποι τον άφησαν να κάνει το μισό μόνο δρόμο. Και μετά τον ανακάλεσαν. Γιατί;… Ήταν ανώδυνο το έγκλημά του ή άδικη η τιμωρία του; Σε τέτοια σοβαρά ερωτήματα απαντούν μόνο τα κείμενα. Κι εγώ δεν τάχω”[57].

  Ολοκληρώνοντας το κείμενό του ο Μενέλαος Λουντέμης έμμεσα θα αντιπαραβάλλει τη στάση που κράτησε ο Ιστράτι με τη σιωπή που επέλεξε ο Μαξίμ Γκόρκυ σαν εξαπολύθηκε στη χώρα του η λεγόμενη “εκκαθάριση” παρά το “φοβερό δράμα” που παίχθηκε στη συνείδηση του: “Είναι αδύνατο να μην το είχε πληροφορηθεί ότι κείνοι που “εκκαθαρίζονταν” ήταν οι αγνότεροι, οι αξιώτεροι. Πως αντέδρασε; Δεν ξέρουμε. Μπορεί να μην πήγε ο ίδιος στον τάφο… Αφέθηκε όμως να οδηγηθεί”[58].

Δεν θ’ ασχοληθούμε σ’ αυτό το σημείο με την ουσία της υπόθεσης Ιστράτι και της τελετουργικής αποπομπής του από το στρατόπεδο των επαναστατών συγγραφέων-φίλων της ΕΣΣΔ, επισημαίνουμε, ωστόσο, πως στην εκπομπή της ρουμανικής ραδιοφωνίας ο Λουντέμης -παρά το ότι “είχε αποκατασταθεί” πλέον στη Ρουμανία το 1974 ο Ιστράτι- προτίμησε να μην αναφερθεί καθόλου στο πολιτικό ζήτημα, παραμένοντας στην ανθρώπινη και λογοτεχνική του πλευρά και μόνο.

Η κηδεία του Παναΐτ Ιστράτι τον Απρίλιο του 1935.
  1. Επίσης πρέπει να επισημάνουμε πως η ιστορία που “διηγήθηκε” ο Οσκάρ Λεμνάρου στον Μενέλαο Λουντέμη δεν είναι παρά μια απλουστευμένη περίληψη ενός περιστατικού από το αυτοβιογραφικό διήγημα του Παναΐτ Ιστράτι Ποιος είναι ο συγγραφέας του “Άμλετ”;, η οποία περιέχεται στη συλλογή Μεσογειακές περιπλανήσεις[59], όπου ο Ελληνορουμάνος συγγραφέας συγκεντρώνει τις εμπειρίες του από τα χρόνια της περιπλάνησής του στην Αίγυπτο, τη Συρία, τη Γιάφα, το Μπερούτι, τη Δαμασκό, το Λίβανο. Το ίδιο διάστημα που “σεργιάνισε την Ανατολή, έμεινε στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, απένταρος τις πιότερες φορές, συχνά λαθρεπιβάτης, που τον ξετρύπωναν στο χρόνο του ταξιδιού για να τον πετάξουν έξω στο πρώτο λιμάνι που έπιανε το καράβι[60].

Σ’ αυτήν την ιστορία (σελ. 71-91) ο Αντριάν Ζογράφι βρίσκεται στη Δαμασκό που σπανίζουν οι φιλοτεχνημένες πινακίδες. “Ένας σχεδιαστής πινακίδων θα είχε μπόλικο ψωμί στα λημέρια τούτα.” σκέφτεται ενδόμυχα συλλογιζόμενος ότι δεν θα τον έβλαπτε να ήταν αυτός, παρόλο που δεν είχε ιδέα από ζωγραφική. Ωστόσο για καλή του τύχη συναντά κάποιον Εβραίο από τα ρουμανικά λημέρια, τον καλαϊτζή[61] και χαλκωματά Σιμόν Χερντάν, που τον συστήνει σε όλους ως δεξιοτέχνη μπογιατζή και του νοικιάζει ένα εξοπλισμένο εργαστήριο, για να φτιάχνει επιγραφές. Έτσι η τύχη του ως επιγραφοποιού στη Δαμασκό ανοίγει από ένα ψέμα, ο Αντριάν κερδίζει αρκετά λεφτά και γίνεται ένας καλοντυμένος κύριος, ενώ ο Σιμόν θέλει να τον κρατήσει πλάι του και να του βρει και νύφη, μέχρις ότου ένα αμελητέο συμβάν παίρνει στο μυαλό του διαστάσεις που κανείς δεν φανταζόταν. Φλυαρώντας στο καφενείο για έναν ελληνικό θίασο επιθεώρησης, ο Αντριάν λησμονεί το όνομα του συγγραφέα του Άμλετ και ζητά πρώτα από τον Σιμόν κι ύστερα από τον φαρμακοποιό, τον μηχανικό και τον διευθυντή της τράπεζας να του το θυμίσουν. Μέσα από σπαρταριστούς διαλόγους και σκηνές που απεικονίζουν την πνευματική αποχαύνωση της Δαμασκού τον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (πριν δηλαδή τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) ο πρωταγωνιστής διαπιστώνει πως ούτε αυτοί ούτε κανείς άλλος μορφωμένος δεν υπάρχει που να γνωρίζει τ’ όνομα του συγγραφέα του Άμλετ. Το να θυμηθεί το όνομα του συγγραφέα του Άμλετ τον απασχολεί νύχτα και μέρα, γι’ αυτό δεν μπορεί να δουλέψει μια πινακίδα για ένα κατάστημα νεωτερισμών που του είχαν παραγγείλει ούτε έχει πλέον τη διάθεση να μείνει άλλο σ’ αυτόν τον τόπο. Τι αξία είχε να ζει άλλο σε μια πόλη όπου χρειαζόταν να ψάχνει κανείς με το κερί κάποιον που να ξέρει τον Άμλετ; Φεύγει, λοιπόν, με την πρώτη ευκαιρία και παρατάει τη Δαμασκό, για να συνεχίσει τις μεσογειακές περιπλανήσεις του παρέα με τον θίασο του “Πράσινου Μολδάβα”, ενός δηλαδή θαυματοποιού Εβραίου από τη Ρουμανία, “του μοναδικού ανθρώπου που γνώριζε την ύπαρξη του Σαίξπηρ!…”

 […] Το βασανιστήριο μου κράτησε πάνω από μία εβδομάδα. Και ξαφνικά, με κυρίευσε ένα κύμα αηδίας και μια παράλογη διάθεση να πάρω τα μάτια μου μακριά από εκεί… Τι αξία είχε να ζω άλλο σε μια πόλη όπου χρειαζόταν να ψάχνεις με το κερί κάποιον που να ξέρει τον Άμλετ;    Άνθρωποι καλοπροαίρετοι… φιλικοί δεσμοί που θα μπορούσες να στηριχτείς σε μια ώρα ανάγκης… Αλλά τόσο μόνο! Δεν μου ήταν αρκετό.   Γαλήνη χωρίς στοχασμό. Νεκροταφείο. Ακόμα και η ίδια η καλοσύνη γίνεται πληκτική χωρίς τη σαγήνη της καλλιεργημένης διάνοιας. Κοιλιά γεμάτη και ύπνος. Είναι ευκολότερο για την ανθρωπότητα να εξασφαλίσει το ψωμί της, παρά να απαντήσει σε μια ερώτηση που να φέρνει αναστάτωση στο νου της.   Έφτιαξα τις βαλίτσες μου και βγήκα στους δρόμους για τελευταία φορά. α. Και συμπόνια.
Ο Ελληνορουμάνος Ιστράτι, “αιώνιος Οδυσσέας” όπως τον αποκάλεσε ο Καζαντζάκης, σκιαγραφεί με τη δημιουργική του γλώσσα τον ήρωα των περιπλανήσεων του Αντριάν Ζογραφι ν’ αδιαφορεί για τα χρήματα και την εξασφάλιση που θα του έδινε η “καθώς πρέπει” ζωή του ευυπόληπτου επαγγελματία στη Δαμασκό των αρχών του περασμένου αιώνα, να εμπιστεύεται την αντρική φιλία και να ακολουθεί ξανά το μονοπάτι της περιπλάνησης, γιατί αυτός ο “αλήτης” έχει κατά βάθος έναν ισχυρό κώδικα ηθικών αξιών που καθοδηγούν τις πράξεις του με στόχο την καλλιέργεια της προσωπικότητας και την αυτοπραγμάτωσή του.

Ο επαρκής αναγνώστης των ταξιδιών του “πλάνητα” Ιστράτι ίσως μπορέσει να διαπιστώσει τη φιλοσοφική θεώρηση της ζωής που εμποτίζει τις εξομολογήσεις του. Αυτή έλκει την καταγωγή της από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και είναι συγγενής με τη σκέψη του Ρουσσώ, μιας και ανάμεσά τους οι μελετητές εντοπίζουν: “την ίδια αγάπη της φύσης, το ίδιο συναίσθημα -υπερβολικό εξάλλου- της μοναξιάς και [της] καταδίωξης, τον ίδιο εγωκεντρισμό… και κυρίως την ίδια ζωηρή πίστη [πως], παρ’ όλα τα εμπόδια, στη φύση του ανθρώπου που είναι αγαθή ή τουλάχιστον θα ήταν αγαθή αν [υπήρχε] χωρίς τις αλυσίδες που του φορτώνει η κοινωνία”[62]

Παναΐτ Ιστράτι – πορτραίτο απο τον Eustatiu Stoenescu.
Έγγραφο – O Παναΐτ Ιστράτι στην Άννα Μούνς – Μουσείο Βραΐλας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Για τη δίκη του Μενέλαου Λουντέμη ο αναγνώστης μπορεί να βρει ενδιαφέροντα στοιχεία στις σελίδες 355-379 από το βιβλίο του Δημήτρη Δαμασκηνού Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας. Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2017 από τις εκδόσεις Ραδάμανθυς.

[2] Μενέλαος Λουντέμης, Βουρκωμένες μέρες, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000. Η πρώτη έκδοση αυτής της συλλογής διηγημάτων έγινε στην Αθήνα το 1953 από τις εκδόσεις “Ο Σύγχρονος”.

[3] ΛΔΓ: Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας.

[4] Φώτης Σιούμπουρας, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 2005, σελ. 131.

[5] Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, ο.π., σελ. 397-405.

[6] ΕΣΣΔ: Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.

[7] Για μια αναλυτική καταγραφή των πρωτότυπων έργων και των μεταφράσεων που δημοσίευσε ο Μενέλαος Λουντέμης στην πολιτική προσφυγιά, βλ. και Δημήτρης Δαμασκηνός, Αύγουστος 1962: Ο Τάσος Βουρνάς συναντά τον εξόριστο Μενέλαο Λουντέμη στο Βουκουρέστι – Η λογοτεχνική παραγωγή στην πολιτική προσφυγιά και οι μεταφράσεις των έργων του, εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, 12 Οκτωβρίου 2017.

[8] Ο Γιάννης Βεάκης (1918-25 Μαρτίου 2006) υπήρξε αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, πολιτικός εξόριστος στη Ρουμανία και διακεκριμένος σκηνοθέτης του Κρατικού Θεάτρου Βουκουρεστίου. (βλ. Α[νυπόγραφο] Ά[ρθρο], «Ξανάσμιξε»… με τον πατέρα του. Έφυγε από τη ζωή ο γιος του Αιμίλιου Βεάκη, Γιάννης, διακεκριμένος σκηνοθέτης στη Ρουμανία, εφημερίδα Ριζοσπάστης, Τετάρτη 12 Απρίλη 2006, σελ. 23).

[9] Panait Istrati, (Βραΐλα 1884–Βουκουρέστι 1935): Ρουμάνος συγγραφέας ελληνικής καταγωγής, που αναφέρεται και με το ελληνικό του όνομα Γεράσιμος Βαλσάμης. Ο πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Βαλσάμης από την Κεφαλονιά και η μητέρα του η Ζωίτσα Ιστράτι από τη Βραΐλα της Ρουμανίας. Πήρε το όνομα του αδελφού του, Παναγιώτη, ύστερα από τον πρόωρο θάνατο του τελευταίου. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο Ι. αναγκάστηκε να δουλέψει σε νεαρή ηλικία για να επιβιώσει. Έπειτα από πολλά χρόνια περιπλανήσεων στις χώρες της Μέσης Ανατολής, στην Τουρκία, στην Ελλάδα, στην Ελβετία κ.α., κατέληξε το 1921 στη Νίκαια της Γαλλίας. Εκεί τον ανακάλυψε ο Ρομαίν Ρολάν, ο οποίος τον παρουσίασε στο ευρωπαϊκό κοινό ως τον Γκόρκι των Βαλκανίων. Ο ίδιος ο συγγραφέας του Zαν Κριστόφ φρόντισε για την έκδοση των μυθιστορημάτων του, Κυρά Κυραλίνα (1924) και Μπάρμπα Αγγελής (1925), τα οποία έτυχαν ευνοϊκής υποδοχής από τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό. Ακολούθησε μέσα σε λίγα χρόνια σημαντικός κύκλος μυθιστορημάτων, κυρίως βιογραφικού χαρακτήρα. Ο Ιστράτι σκιαγραφούσε τους χαρακτήρες των ηρώων του με λιτό ύφος και παραστατική δύναμη. Με αφορμή την απογοήτευσή του από τις ελπίδες που είχε στηρίξει στη Ρωσική επανάσταση, εξέδωσε το έργο του Προς την άλλη φλόγα (1927), εκφράζοντας τη νοσταλγία του για της γνήσιες επαναστατικές ιδέες. Άλλα αξιόλογα έργα του είναι: Οι Χαϊντούκοι, Η νεραντζούλα, Οι αποδημίες μου, Τα γαϊδουράγκαθα του Μπαραγκάν κ.α..

[10] Η Anca Chisalita, εκτός από άνθρωπος με καλλιέργεια, ευαισθησία και καλοσύνη που σπανίζει στις μέρες μας, είναι η κόρη της Dorina Anton-Talaz, της μεταφράστριας πολλών έργων του Μενέλαου Λουντέμη στα Ρουμανικά και συντρόφου του στη ζωή αρκετά από τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς στη Ρουμανία.

[11] ζενίθ το (άκλ.): ANT ναδίρ. (μτφ.) ο ύψιστος βαθμός, το ανώτατο σημείο μιας εξέλιξης· ακμή, κολοφώνας, μεσουράνημα.

[12] μούχρωμα το: (λογοτ.) σκοτείνιασμα. || σούρουπο.

[13] απαγκιάζω: (οικ.) 1. καταφεύγω, αποτραβιέμαι σε μέρος απάνεμο, προφυλαγμένο από την κακοκαιρία. 2. (εδώ μτφρ.) για μέρος, τόπο απάνεμο, προφυλαγμένο από την κακοκαιρία.

[14] Ο Ιστράτι είχε βρεθεί στην Ελλάδα το 1907 και το 1912, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου “πεθαίνοντας” της πείνας κάτω από την Ακρόπολη και στον Πειραιά. Όμως η επίσκεψη στην οποία αναφέρεται ο Κώστας Βάρναλης έγινε τον Ιανουάριο του 1928 επιστρέφοντας από τη Μόσχα που είχε προσκληθεί να παραστεί στις εκδηλώσεις για τη 10η ε­πέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Την άφιξή του ανακοινώνει ο Ριζοσπάστης στην πρώτη σελίδα το Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 1927, δημοσιεύοντας φωτογραφία του συγγραφέα και γράφοντας σε ανυπόγραφο άρθρο με τίτλο Ο Παναΐτ Ιστράτι στην Αθήνα: Έφτασε χτες με το σοβιετικό ατμόπλοιο “Τσιτσερίν” μέσον Οδησσού από τη Ρωσία όπου είχε μεταβή για να συμμετάσχη στις γιορτές των Δεκάχρονων της Ρούσσικης Επανάστασης ο επαναστάτης συγγραφέας Παναϊτ Ιστράτι. Αύριο στο “Ριζοσπάστη” δημοσιεύουμε συνέντευξη του συγγραφέα μετά του συντάκτου μας επί των εντυπώσεων του εκ Ρωσίας”.

[15] χτικιάρης: (παρωχ., οικ.) φυματικός.

[16] φυματικός -ή -ό: 1. που αναφέρεται στη φυματίωση. || (ως ουσ.) ο φυματικός, αυτός που πάσχει από φυματίωση, ο φθισικός.

[17] καλόβολος: για άτομο που είναι ευπροσάρμοστο και συνεννοήσιμο, που αντιμετωπίζει εύκολα και θετικά ανθρώπους και καταστάσεις.

[18] βάκιλος του κοχ: άλλη ονομασία της φυματίωσης από το όνομα του Γερμανού γιατρού Ρόμπερτ Κοχ, θεμελιωτή της μικροβιολογίας και της βακτηριολογίας, που ανακάλυψε το 1882 τον βάκιλο που την προκαλεί (Mycobacterium tuberculosis, Μυκοβακτήριον της φυματίωσης.

[19] γιουχάισμα το: έντονη αποδοκιμασία με κραυγές, που γίνεται σε δημόσιο χώρο και συνήθ. ομαδικά.

[20] χαφιές ο: αυτός που δίνει πληροφορίες σε αστυνομικές, στρατιωτικές ή διοικητικές αρχές για να τις χρησιμοποιήσουν εναντίον άλλων ατόμων, καταδότης.

[21] κλωθογυρνώ ή κλωθογυρίζω: (μεταφορικά) προσπαθώ να αποφύγω κάποια εργασία.

[22] Ο Νίκος Βέης (1883-1958) υπήρξε φιλόλογος και ιστορικός. Ήταν ο πρώτος καθηγητής της έδρας της Μέσης και Νεωτέρας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Κυρίως, όμως, υπήρξε ένας φωτισμένος δάσκαλος, ένα πρόσωπο σχεδόν «μυθικό» για το Πανεπιστήμιο Αθηνών λόγω της χαρισματικής διδασκαλίας του, των προοδευτικών πολιτικών του πεποιθήσεων και της σχέσης του με τον δημοτικισμό. (βλ. Συλλογικό έργο, Νίκος Βέης. Ο σοφός της λεπτομέρειας, επιστημονική επιμέλεια: Βαγγέλης Καραμανωλάκης, εκδότης: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα Δεκέμβριος 2018).

[23] Το Kit-Cat Club ιδρύθηκε από τους πολιτικούς Whig στο Λονδίνο το 1703. Πήρε τ’ όνομά του από τον Christopher (“Kit”) Catling, κάτοχο της ταβέρνας στην Shire Lane, κοντά στο Temple Bar, όπου συναντήθηκε για πρώτη φορά ο σύλλογος. Εδώ ο όρος χρησιμοποιείται μάλλον για τα εντευκτήρια πολιτιστικών ή άλλων συλλόγων.

[24] σταροκάλαμο το: (ειρων.) καλαμάκι.

[25] λιμνάζω: (μτφ.) είμαι σε κατάσταση αδράνειας, ακινησίας.

[26] μπόχα η: πολύ βαριά και δυσάρεστη μυρωδιά.

[27] μουντός -ή -ό: που δεν είναι αρκετά φωτεινός ή λαμπερός.

[28] ζυγώνω: (λογοτ.) πηγαίνω κοντά ή περισσότερο κοντά σε κπ. ή σε κτ.· πλησιάζω, σιμώνω.

[29] τόκα επιφ.: (λαϊκότρ.) ~ / ~ το (χέρι σου)!, όταν δίνουν το χέρι για χαιρετισμό ή και για κλείσιμο συμφωνίας· ΣYN έκφρ. κόλλα το.

[30] μπαρκάρω & μπαρκέρνω μππ. μπαρκαρισμένος: (ναυτ.) επιβιβάζομαι σε πλοίο: α. ως μέλος του πληρώματος· (πρβ. ναυτολογούμαι): Mπάρκαρε λοστρόμος σε εγγλέζικο καράβι. β. ως επιβάτης: Θα μπαρκάρουμε αύριο για την Kρήτη.

[31] Ο Δημοσθένης Μποτέζ (Demostene Botez, 29 Ιουλίου 1893-17 Μαρτίου 1973) ήταν Ρουμάνος συγγραφέας και δημοσιογράφος, ακαδημαϊκός (ανταποκριτής από το 1963) και δικηγόρος στο Ιάσιο. Η γνωριμία του με τον Ιστράτι χρονολογείται από το φθινόπωρο του 1925, όταν ο τελευταίος επέστρεψε από το Παρίσι στη Ρουμανία για έναν μήνα.

[32] Ο Μίχου Ντραγκομίρ (Mihu Dragomir, συντμησή του πραγματικού ονόματός του Mihail C. Dragomirescu, 24 Απριλίου 1919-9 Απριλίου 1964), γεννημένος στη Βραΐλα, ήταν Ρουμάνος ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Από το 1945 έως το 1946 ήταν πολιτιστικός αξιωματούχος στον Οργανισμό Προοδευτικής Νεολαίας του Ρουμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Διετέλεσε συντάκτης στην εφημερίδα “Brăila” από το 1946 έως το 1948 και στη “Ρουμανική ζωή” από το 1948 έως το 1954, στα πρώτα χρόνια του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Από το 1954 έως το 1956 ήταν αρχισυντάκτης του “Νέου Συγγραφέα”. Εργάστηκε επίσης ως αρχισυντάκτης στο τμήμα γραφής του κινηματογραφικού κέντρου του Βουκουρεστίου από το 1956 έως το 1958. και ήταν αρχισυντάκτης του “Luceafărul” από το 1958 έως το 1960. Από το 1946 και μέχρι το θάνατό του ασκούσε στο έργο του τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό”.

[33] Ο Οσκάρ Λεμνάρου (Oscar Lemnaru, το πραγματικό του όνομα ήταν  Όσκαρ Holtzman, 1 Φεβρουαρίου του 1907-17 του Μάη, 1968), ήταν ένας εβραϊκής καταγωγής Ρουμάνος δημοσιογράφος, διηγηματογράφος και μεταφραστής.

[34] fraieri: (ρουμανικά) κορόιδο.

[35] κατεργάρης ο: χαρακτηρισμός ανθρώπου που με μικροαπάτες ή με διάφορα τεχνάσματα προσπαθεί να πετύχει κτ. || (συναισθ., πειραχτικά) αυτός που με έξυπνο, πονηρό αλλά και αφοπλιστικό τρόπο καταφέρνει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του.

[36] Το Cafe Capsa, το πιο ιστορικό και διάσημο καφε-ζαχαροπλαστείο του Βουκουρεστίου, βρισκόταν στην κεντρικότερη οδική αρτηρία της πόλης, στην Calea Victoriei αριθ. 36, πολύ κοντά στα πολιτιστικά μέγαρα του Βουκουρεστίου -τη Κεντρική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, το Εθνικό Θέατρο, τη Φιλαρμονική Ορχήστρα και το Εθνικό Μουσείο Τέχνης. Στεγαζόταν στο ομώνυμο ξενοδοχείο, το Hotel Capsa. Το Cafe Capsa είχε ονομαστεί η «ακαδημία» των λογοτεχνών και καλλιτεχνών της ρουμανικής πρωτεύουσας. Ανάμεσα στους τακτικούς επισκέπτες του ήταν οι ποιητές Μιχάι Εμινέσκου (Mihai Eminescu, 1850-1889) και Τούντορ Αργκέζι (Tudor Arghezi, 1880-1967), καθώς και ο διάσημος Ρουμάνος συνθέτης Τζεόρτζε Ενέσκου (George Enescu, 1881-1955). Oι ζωγράφοι Τ. Αμάν (T. Amman), ιδρυτής της Σχολής Καλών Τεχνών του Βουκουρεστίου, και Νικολάε Γκριγκορέσκου (Nicolae Grigorescu, 1838-1907), όπως και ο κριτικός και ιστορικός της λογοτεχνίας Τζεόρτζε Καλινέσκου (George Calinescu, 1899-1965), ήταν τακτικοί θαμώνες του Cafe Capsa. Το 1948 ανέστειλε τη λειτουργία του. Ξαναλειτούργησε το 2003, τελείως ανακαινισμένο.

[37] Βλ. Παναΐτ Ιστράτι, Κυρά Κυραλίνα (Kyra Kyralina), εκδόσεις Rieder, Παρίσι 1924. Η ρουμανική έκδοση του έργου έγινε από τον I. G. Hertz, στο Βουκουρέστι 1934. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε πρώτη φορά από τις εκδόσεις Κάκτος, έκδοση που από καιρό έχει εξαντληθεί. Κυκλοφορεί, ωστόσο, από το 1998 και πάλι στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίνδικτος σε μετάφραση Αιμίλιου Χουρμούζιου.

[38] σάματι & σάματις επίρρ.: μήπως, σάμπως.

[39] σοβατζής & σουβατζής ο: τεχνίτης ειδικός στο σοβάτισμα, στην επίχριση δηλαδή ενός τοίχου με σοβά.

[40] Άμλετ (Hamlet) είναι ο τίτλος ενός από τα πιο γνωστά και πιο δημοφιλή θεατρικά έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1602, αλλά και το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα του έργου με τους ευρύτατα ανθολογημένους μονολόγους του: «να ζει κανείς ή να μη ζει», «του πεδίου της μάχης» κ.λπ.

[41] φουρκίζω -ομαι: (οικ.) θυμώνω, εξοργίζω, εξάπτω κπ. με πράξεις ή με λόγια.

[42] Βλ. Μιχάλης Πάτσης, Παναΐτ Ιστράτι. Ο σημερινός συγγραφέας/Ζωή, έργο, ελληνική μοίρα, αυτοέκδοση, Αθήνα 2019, σελ. 127.

[43] Βλ. Δημήτρης Δαμασκηνός, Παναΐτ Ιστράτι: Ο “Μαξίμ Γκόργκι των Βαλκανίων” δίνει τον Ιανουάριο του 1928 διάλεξη για την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Αθήνα και επισκέπτεται το σανατόριο Σωτηρία προκαλώντας την απέλασή του ως επικίνδυνου από τις ελληνικές Αρχές! εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης, 14 Αυγούστου 2018.

[44] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης), Αθήνα, Δωρικός, 1974, σελ. 171-177.

[45] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης), ο.π., σελ. 172.

[46] Βλ. Μιχάλης Πάτσης, Παναΐτ Ιστράτι…, ο.π., σελ. 128.

[47] Βλ. Μιχάλης Πάτσης, Παναΐτ Ιστράτι…, ο.π., σελ. 107.

[48] Ο Μενέλαος Λουντέμης σ’ αυτό το σημείο αναφέρεται στο δεύτερο, μεγάλο ταξίδι του Παναΐτ Ιστράτι με τον Νίκο Καζαντζάκη κατά μήκος της Σοβιετικής Ένωσης που άρχισε στις 28 Αυγούστου του 1928. Τα κυριώτερα στάδια του περίπλου αυτού ήταν τα εξής: Νίζνι Νοβγκόροντ (σημερινό Γκόρκυ), Καζάν, Σαμάρα, Σαρατώφ, Στάλινγκραντ (σημερινό Βόλβογκραντ), Αστραχάν, Τιφλίδα, Μπορζόμ και επιστροφή στη Μόσχα στα τέλη Δεκεμβρίου του 1928. Οι δύο επαναστάτες συγγραφείς και επιστήθιοι -τότε- φίλοι σχεδίαζαν στη συνέχεια να γράψουν από κοινού μια σειρά άρθρων για τον διεθνή Τύπο. Τ’ άρθρα αυτά θα έβγαιναν αργότερα σε τρεις τόμους με τον τίτλο Ακολουθώντας το κόκκινο άστρο. (βλ. Δέσποινα Θεοδωράκη, Μια ματιά στη Σοβιετική Ένωση μέσω τεσσάρων συγγραφέων (Ν. Καζαντζάκης, Π. Ιστράτι, Α. Ζιντ, Τ. Στάινμπεκ), Δήμος Ηρακλείου, εκδοτική φροντίδα: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο Κρήτης 1988, σελ. 23).

[49] Vers l’autre flamme. Après seize mois dans l’U.R.S.S. Nouvelle édition complétée par de nombreux documents annexes, Collection Folio essais (n. 57), Gallimard 1987.

[50] Παναΐτ Ιστράτι, Προς την Άλλη Φλόγα, μετάφραση: Κώστας Κριτσίνης, εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1987.

[51] “Νικημένοι είναι όλοι οι άνθρωποι που στα βασιλέματα της ζωής τους βρίσκονται σε συναισθηματική ασυμφωνία με τους καλύτερους από τους όμοιούς τους. Είμαι ένας από τους νικημένους. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να βρίσκεσαι σε συναισθηματική ασυμφωνία με τους όμοιούς σου, για τούτο ξεκαθαρίζω: πρόκειται εδώ γι’ αυτόν τον οδυνηρό χωρισμό που ρίχνει έξω από μια τάξη έναν άνθρωπο, ύστερα από μια ζωή με επιδιώξεις κοινές στην τάξη αυτή και στον εαυτό του και που ωστόσο παραμένει πιστός σε τούτη την ανάγκη που από πάντα τον έσπρωχνε: ν’ αγωνίζεται για τη δικαιοσύνη.”

[52] Για να αισθητοποιήσει την εντύπωσή που σχημάτισε δύο χρόνια περιπλάνησης στην ΕΣΣΔ εκείνης της εποχής ο Ιστράτι χρησιμοποίησε μια πετυχημένη μεταφορά γράφοντας επί λέξει: “Παντού, το χέρι της ίδιας μαμής ψαχουλεύει πυρετωδώς την κοιλιά της ζωής και θέλει, μ’ όλη της την καρδιά να αρπάξει το παιδί του αύριο. Αλλά να η δυστυχία. Το χέρι αυτό είναι ανυπόμονο, αδέξιο”.

[53] Το άρθρο βασιζόταν σε πληροφορίες της “Πράβντα” από τη γαλλικη εφημερίδα “Ουμανιτέ”, για τη “συνεργασία” του Ιστράτι με τις ρουμανικές μυστικές υπηρεσίες με στόσο την πλήρη αποδόμηση του συγγραφεα και τη “δολοφονία” του χαρακτήρα του

[54] χαϊντούκος και χαϊδούκος, ο: ορεσίβιος αντάρτης στην Ουγγαρία, στη Σερβία, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία κατά την περίοδο τής τουρκοκρατίας.

[55] Βλ. Μπορίς Βολίν, Ο Λογοτεχνικός Χαϊντούκος, εφημερίδα “Πράβντα”, Κυριακή 20 Οκτωβρίου 1929.

[56] Βλ. Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013.

[57] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης), ο.π., σελ. 177.

[58] Βλ. Μενέλαος Λουντέμης, Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης), ο.π., σελ. 177.

[59] Παναΐτ Ιστράτι, Μεσογειακές περιπλανήσεις, Μουσείο Βραΐλας, εκδόσεις Ίστρος, Βραΐλα 2014.

[60]Περπάταγε κάτω από τον καφτό ήλιο της Αφρικής, ή με βροχή, άστεγος πολλές φορές, πεινασμένος πολλές φορές, πάντα αξεδίψαστος να βλέπει και ν’ ακούει για την ομορφιά της ζωής”, θα γράψει ο Γιάννης Μαγκλής στην εισαγωγή της ελληνικής μετάφρασης του Μπάρμπα-Αγγελή. Και θα συνεχίσει συμπληρώνοντας:Και τι δεν έκανε για να κερδίσει τον “επιούσιον”; γκρούμ σε ξενοδοχείο, βοηθός ζαχαροπλάστη, σαλεπιτζής, γκαρσόνι σε καμπαρέ, κλειδαράς, χαλκωματάς, μηχανικός, εργάτης, χτίστης, μπογιατζής, εκφορτωτής, υπηρέτης σε σπίτια, διαφημιστής πλανόδιος, επιγραφοποιός, περιπτεριούχος, δημοσιογράφος, φωτογράφος… Και παράλληλα “διαβάζει μέσα στις αλήτικες πορείες του τη ρούσικη λογοτεχνία, ακούει στους καφενέδες ανατολίτικες ιστορίες και παραμύθια της Χαλιμάς” (βλ. Παναΐτ Ιστράτι, Μπάρμπα Αγγελής, εισαγωγή-μετάφραση: Γιάννης Μαγκλής, εικονογράφηση: Αποστόλης Κυρίτσης, λινοτυπία: Λουκάς Γιοβάνης, γενική επιμέλεια: Δημοσθένης Καϊάφας, εκδόσεις: Πανεπιστημιακός Τύπος Φ. Καϊάφα & Σία Ο.Ε., σελ. 13).

[61] καλαϊτζής ο: ο ο κασσιτερωτής χαλκωμάτων, γενικότερα ο γανωτής ή γανωτζής.

[62] Χρηστάκης Λεωνίδας, Παναΐτ Ιστράτι, ένας συγγραφέας, εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1993, σελ. 37-38.

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις