2 χρόνια από τον θάνατο του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του μοναχικού καουμπόι, του πρωτεργάτη του ιστορικού “πάρτι της Βουλιαγμένης” | Φωτός+Βίντεο

Κανένα σχόλιο

Νωρίς το πρωί της Τρίτης 7 Φεβρουαρίου του 2017 έφυγε από την ζωή ο μουσικός Λουκιανός Κηλαηδόνης. το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν σε ιδιωτικό νοσοκομείο, όπου έδινε μάχη για την ζωή του.

Η σύζυγός του, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Άννα Βαγενά, ενημέρωσε για τον χαμό του μέσω του προφίλ της στο facebook:

Αθήνα, 7/02/2017

"Sponsored links"

Ο Λουκιανός έφυγε σήμερα, 7 Φεβρουαρίου 2017, τα ξημερώματα από κοντά μας.

Ευχαριστούμε πολύ όλους τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τους νοσηλευτές που τον φρόντισαν σε όλες του τις νοσηλείες.

Ευχαριστούμε όλους εσάς που τον αγαπήσατε και ξέρουμε ότι θα τον αγαπάτε για πάντα.

Η τελετή θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο.

Στη μνήμη του Λουκιανού όσοι θέλετε μπορείτε να καταθέσετε χρήματα στον λογαριασμό GR8501101130000011395450502 της Εθνικής Τράπεζας βοηθώντας μία αγαπημένη μας οικογένεια που το έχει ανάγκη.

Οικογένεια Λουκιανού Κηλαηδόνη

Ποιος ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κυψέλη. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο (Θεσσαλονίκη), καθώς και στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο (Αθήνα), χωρίς ποτέ να ασκήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα, αφού από πολύ νωρίς φαινόταν ότι θα τον κέρδιζε ολοκληρωτικά η μουσική.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 γράφει τη μουσική για τη θεατρική παράσταση του έργου της Κωστούλας Μητροπούλου «Η Πόλη μας». Τα τραγούδια στον ομότιτλο δίσκο που κυκλοφόρησε ερμηνεύουν η Βίκυ Μοσχολιού και ο Μανώλης Μητσιάς.

"Sponsored links"

Ακολουθεί ο δίσκος «Κόκκινη Κλωστή» σε στίχους Νίκου Γκάτσου με την Δήμητρα Γαλάνη και τον Μανώλη Μητσιά. Το 1973 κυκλοφορούν σε κόκκινο βινύλιο τα «Μικρoαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, όπου για πρώτη φορά ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ερμηνεύει δικές του συνθέσεις. Αυτή η δουλειά είναι σταθμός στην καλλιτεχνική πορεία του Λουκιανού, αλλά και στα μουσικά μας πράγματα, γιατί τα «Μικροαστικά» πριν εκδοθούν σε δίσκο κυκλοφορούν παράνομα στη διάρκεια της δικτατορίας και γίνονται σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά. Επόμενη δισκογραφική δουλειά του είναι τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» πάλι σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη.

kilaidonis_1

Το 1976 ο Λουκιανός γράφει την «Media Luz» τον μοναδικό του δίσκο με ορχηστρική μουσική, που είναι το soundtrack μιας υποθετικής ταινίας “Film Noir” .

Από το 1978 και μέχρι το 1991 κυκλοφορούν πέντε απόλυτα προσωπικοί του δίσκοι : «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόϋ», «Ψυχραιμία Παιδιά», «Χαμηλή πτήση», «Τραγούδια για κακά παιδιά», «Γιατί θα γίνω μαραγκός» και ένας δίσκος με τραγούδια της δεκαετίας του ’50 με τίτλο «Fifties και ξερό ψωμί».

Το 1993 κυκλοφορεί το διπλό του άλμπουμ με τίτλο : «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά» που είναι μια καταγραφή της μουσικής πορείας της Ελλάδας τα τελευταία 50 χρόνια. Στην δουλειά αυτή παρουσιάζονται δισκογραφικά για πρώτη φορά κατηγορίες τραγουδιών που ανήκουν στο χώρο της προφορικής παράδοσης. Όπως σχολικά, τραγούδια της γειτονιάς, του δρόμου, της κατασκήνωσης, του κατηχητικού, προσκοπικά και ακόμη επτανησιακά, καντάδες, ελαφρά και ρεμπέτικα.

Παράλληλα γράφει θεατρική και κινηματογραφική μουσική. Για δέκα συνεχή χρόνια γράφει αποκλειστικά τη μουσική για το «Ελεύθερο Θέατρο» – «Ελεύθερη Σκηνή» (Μουσική από τις παραστάσεις αυτές κυκλοφορεί και σε διπλό άλμπουμ με τίτλο : «Πάμε μαέστρο») και είναι βασικός συνθέτης των παραστάσεων του «Θεσσαλικού Θεάτρου» της πρώτης περιόδου.

Συνεργάζεται επίσης με το Εθνικό Θέατρο, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με το Λαϊκό Θέατρο του Λ. Τριβιζά, καθώς και με την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου.

Γράφει μουσική για τις ταινίες : «Οι κυνηγοί» και «Ο θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Ελευθέριος Βενιζέλος» του Παντελή Βούλγαρη και «Οι Αθηναίοι» του Βασίλη Αλεξάκη. Καθώς και μουσική για πολλές τηλεοπτικές εκπομπές.

Παράλληλα όλα αυτά τα χρόνια ο Λουκιανός κάνει πάρα πολλές ζωντανές εμφανίσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα και στην Κύπρο. Γνωστότερη από αυτές είναι το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη», που έγινε το 1983 και που συγκέντρωσε περίπου 70.000 κόσμο. Το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» θεωρήθηκε το ελληνικό “Woodstock” και ο Λουκιανός με αυτήν την εκδήλωση ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα σε φυσικούς χώρους. Επίσης τα τελευταία χρόνια πλουτίζει τις συναυλίες του με πολλά θεατρικά και εικαστικά στοιχεία κάνοντάς τες περισσότερο μουσικές θεατρικές παραστάσεις, με αποκορύφωμα την παράσταση του «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά» στο Θέατρο Λυκαβητού το καλοκαίρι του 1993, που ονομάστηκε το πρώτο ελληνικό λαϊκό μιούζικαλ και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Κύπρο, τη Ρόδο και την Νέα Υόρκη με πολύ μεγάλη επιτυχία.

KILAIDONIS_001

Ακόμα σημαντικές του εμφανίσεις στο Λυκαβητό ήταν η «Σκοτεινή πλευρά» και το “Cocktail Party”.

Άλλη θεατρική του δουλειά ήταν η παράσταση : «Τα καλύτερά μας χρόνια» σε κείμενο Βαγγέλη Γκούφα.

Επόμενες δισκογραφικές του δουλειές το : «Νέα Κυψέλη – Νέα Ορλεάνη» που προήλθε από την συνεργασία του με το περίφημο συγκρότημα της Νέας Ορλεάνης Preservation Hall Jazz Band και «Τα φανταρίστικα», πάνω σε στίχους ανώνυμων φαντάρων.

Το 1999 δημιουργεί μαζί με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά τον δικό τους χώρο Θεάματος το «Μεταξουργείο», όπου δραστηριοποιούνται μέχρι σήμερα.

Το καλοκαίρι του 2006 συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ) πραγματοποιώντας συναυλίες στην Ελλάδα, το εξωτερικό καθώς και στο Ηρώδειο από όπου προέκυψε ένα διπλό cd με τίτλο «Μ’ Αγιόκλημα και γιασεμιά». Οι συναυλίες συνεχίστηκαν και το καλοκαίρι του 2007.

Ήταν παντρεμένος με την Άννα Βαγενά, με την οποία έχουν αποκτήσει δύο κόρες.

Το πάρτυ στη Βουλιαγμένη

kilaidonis_4

«Σήμερα είναι Δευτέρα 25 Ιουλίου, Κοίμησις Αγίας Άννης, Ευπραξίας, Ολυμπιάδος, Ανατολή Ηλίου στις 6.22′ Δύση στις 20.41′, Πανσέληνος», έλεγε το ραδιόφωνο και ναι ήταν εκείνη η μεγάλη μέρα. Η μέρα (η νύχτα για την ακρίβεια) που έγινε εκείνο το μεγάλο Πάρτυ. Η συναυλία του Λουκιανού Κηλαηδόνη στην πλαζ της Βουλιαγμένης ντε. Που μάζεψε 100.000 κόσμο, που έμεινε στην ιστορία ως το ελληνικό Γούντστοκ, που έβγαλε τη μουσική από τα γήπεδα στις παραλίες (και γενικότερα σε εξωτερικούς χώρους). Που μπορεί να μην είχε τον Μπόρχες, τον Καντίνσκι και τον Σινάτρα (όπως λέει στο τραγούδι του ο Λουκιανός), αλλά είχε τον Γερμανό, τη Ζορμπαλά, τον Σαββόπουλο και τον Νταλάρα. Είχε και πολλές μπίρες, πυροτεχνήματα, χαρά και ξενοιασιά. Και βουτιές φυσικά.

«Η ιδέα για το Πάρτυ της Βουλιαγμένης ανήκει σε ένα χώρο καθαρά ποιητικό, δηλαδή ούτε εγώ ξέρω καλά – καλά πώς συνέλαβα αυτή την ιδέα», λέει ο Λουκιανός και κάπως έτσι αρχίζει η μαγεία. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που τη συνέλαβε όμως και μετά, όλα ήταν προμελετημένα. «Από τον Γενάρη που έκλεισα την πλαζ κοντά σε κάθε πανσέληνο έμπαινα από τα κάγκελα, καθόμουν, έβλεπα και σκεφτόμουν τι θέλω να κάνω». Γιατί τη Βουλιαγμένη; Γιατί την πλαζ; Νομίζετε πως όλα είναι τυχαία; Όχι. Ο Λουκιανός έχει την απάντηση. «Γιατί είναι ένα μέρος που περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια, ήταν η πιο μακρινή παραλία που μπορούσαμε να πάμε τότε, συνήθως πηγαίναμε Άλιμο, Έδεμ, Ζέφυρο, η Βουλιαγμένη ήταν το τέρμα. Η πλαζ έχει και μία ομοιότητα με το κοίλο του ρωμαϊκού θεάτρου». Ακόμη και αρχιτεκτονικά σχεδιασμένο το είχε στο κεφάλι του. «Ο κόσμος θα ήταν σε ένα ημικύκλιο. Λογικά η ορχήστρα, το κέντρο δηλαδή του κύκλου, θα ήταν μέσα στη θάλασσα». Και έτσι ήρθε η ιδέα για την πλωτή εξέδρα, πήγε στο Κερατσίνι και την βρήκε. Στερεώθηκε και με τέσσερις άγκυρες και όσοι έπρεπε να ανέβουν πηγαινοέρχονταν με κρις κραφτ.

Κίνησε γη και ουρανό. Πήγε στη Μελίνα, υπουργό Πολιτισμού τότε, και της είπε «θέλω μια πλαζ του ΕΟΤ για εκείνη τη μέρα, που θα έχει και φεγγάρι», της ζήτησε να έχει και πυγολαμπίδες (ναι πυγολαμπίδες) και το τότε υπουργείο Γεωργίας, που τον συμβούλεψε να απευθυνθεί, του είπε πως τον Ιούλιο δεν θα είναι η εποχή τους! «Ήθελα να θάψω και ουίσκι κάτω από την άμμο. Θα γινόταν μία κόλαση», να το έψαχναν, να έπαιζαν, να γίνονταν όλοι ένα, να χαλάρωναν και να περνούσαν όμορφα. Να γίνονταν παιδιά. Ήθελε να οργανώσει όχι μια συναυλία, αλλά ένα πάρτυ, λέξη που την εποχή εκείνη (της ντίσκο και των ντεσιμπέλ) ήταν ξεπερασμένη. Που παρέπεμπε στη δεκαετία του 50. «Μετά το είπαν beach party και έμαθα ότι στην Αμερική είχαν τέτοια, εγώ δεν ήξερα τι ήταν τα beach party, εγώ ήθελα να κάνω απλώς ένα πάρτυ», λέει ο Λουκιανός. «Ήθελα την ώρα που θα μπαίνει ο κόσμος να ακούγεται μουσική καουμπόικη, αυτά που παίζανε στα saloon, όπως και έγινε. Βρήκα την Έλλη τη Σεμιτέκολο, μία καταπληκτική πιανίστρια, και πριν τη δύση του ήλιου έπαιξε ένα μεγάλο κομμάτι από Scott Joplin, αυτά τα ragtime που λέμε. Ήθελα και μια μεγάλη μπάντα με πνευστά να παίξει κομμάτια του Glen Miller, το Moonlight Serenade για παράδειγμα, και τελικά τα κατάφερα, είχα μία ορχήστρα γύρω στα 16-17 άτομα».

Τα ονόματα των καλλιτεχνών που θα συμμετείχαν δεν είχαν ανακοινωθεί. Το κοινό θα πήγαιναν για το χαβαλέ. Για το απρόσμενο. Για να βγουν για λίγο εκτός των τειχών και να ζήσουν αυτό το τόσο σούπερ που θα γινόταν. Το έμαθαν από την λιτή αφίσα (που είχε κατακλύσει την Αθήνα) και από το ραδιόφωνο. Και πήγαν όλοι (μα όλοι), κάποιοι με μαγιό και κάποιοι όχι (αποφασισμένοι να βουτήξουν με τα ρούχα). «Εγώ φανταζόμουν μια βραδιά με 3.000 ή 5.000 κόσμο. Δεν φανταζόμουν ποτέ τις 80.000 ή 100.000 κόσμο που μαζεύτηκε τελικά. Ήταν η μεγαλύτερη εκδήλωση που είχε γίνει μέχρι τότε, ακολούθησαν τα ολυμπιακά στάδια που έκαναν ο Σαββόπουλος και ο Νταλάρας», λέει ο Λουκιανός. Ήταν και οι δύο στο Πάρτυ και η Μαργαρίτα η Ζορμπαλά και ο Βαγγέλης ο Γερμανός. Και το έκαναν αφιλοκερδώς. Και ο Λουκιανός τραγούδησε για πρώτη φορά και όρθιος (και όχι μόνο στο πιάνο, όπως έκανε μέχρι τότε). Η βραδιά μεταδιδόταν κατευθείαν από το ραδιόφωνο, 5 ώρες, από τις 9 μέχρι τις 2. Dj και συντονιστής ήταν ο Γιάννης Πετρίδης, έπαιζε μουσική από 50s, 60s και 70s στα κενά ανάμεσα στους καλλιτέχνες. O Ηρακλής Παπαδάκης και ο Διαγόρας Χρονόπουλος ανέλαβαν την κινηματογράφηση.

Πήγαν άνθρωποι κάθε ηλικίας, άλλοι άκουγαν, άλλοι κολυμπούσαν με το κορίτσι τους κάτω από το φεγγάρι, άλλοι είχαν αράξει στο γκαζόν, είχαν καταναλώσει ό,τι υπήρχε σε ποτό και φαγώσιμο. «Ο κόσμος μπήκε από τις πόρτες αλλά και από τα κάγκελα, γιατί δεν ξέρανε όλοι ότι οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Έγινε ένα τρελοκομείο», λέει ο Λουκιανός. «Πολλοί ήρθανε με τα σκάφη τους και τα άραξαν γύρω από την εξέδρα». Η προσέλευση του κόσμου ήταν κάτι το απίστευτο. Οι εφημερίδες την άλλη μέρα είχαν το Πάρτυ στα πρωτοσέλιδα. Τα εισιτήρια αγοράζονταν μαζικά. Ένας σχετικός χαμός ναι, αναμενόταν, αλλά οι 100.000 κόσμου ξεπέρασαν κάθε πρόβλεψη. «Ήταν εκεί ο Θόδωρος ο Αγγελόπουλος, η Δήμητρα η Γαλάνη, πολύς κόσμος από δισκογραφικές. Τα επόμενα χρόνια έμαθα ότι εκείνο το βράδυ δεν λειτούργησαν τα θερινά σινεμά της Αθήνας, δεν πήγε κανείς, ήταν όλοι στη Βουλιαγμένη, μία κυρία μου είπε ότι ήρθε από το Γιοχάνεσμπουργκ».

Κι αν αναρωτιέσαι γιατί αυτό το event ονομάστηκε Πάρτυ στη Βουλιαγμένη, ο Λουκιανός εξηγεί «ένωσα τρία τραγούδια μου που προϋπήρχαν, τα Θερινά Σινεμά (το σημείο που λέει Είναι Κάτι Νύχτες με Φεγγάρι), το (Πάμε μια Βόλτα) Στη Βουλιαγμένη και το (Θέλω ένα Βράδυ να κάνω ένα) Πάρτυ».

Ο καιρός ήταν γλυκός, όσοι ήταν εκεί ήταν έτοιμοι να διασκεδάσουν, πολλοί ξημερώθηκαν στην παραλία, «μετά το τέλος, κάποιοι φύγανε, κάποιοι κοιμηθήκανε στην αμμουδιά, για να πάρουν τα πρώτα λεωφορεία της γραμμής κατά τις 6, 7 το πρωί». Αυτοί ήταν περίπου 4.000, όχι αστεία.

Η μικροφωνική ισχύς δεν ήταν αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες αυτού που έγινε τελικά. «Στην Βουλιαγμένη δε νομίζω ότι άκουγαν όλοι πολύ καλά και κανένας δεν είχε και παράπονο» λέει ο Λουκιανός και αυτό ήταν το ζήτημα. Η βραδιά ήταν όντως ένα μεγάλο πάρτυ, όπως ακριβώς το είχε φανταστεί εκείνος, κανείς δεν γκρίνιαξε, το εισιτήριο ήταν συμβολικό, τόσο όσο να βγάλει τα έξοδα της διοργάνωσης, όλοι πέρασαν ωραία».

Αυτό που συνέβη στη Βουλιαγμένη τότε, δεν μπορεί να επαναληφθεί στις μέρες μας, «ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή, ήταν ο κόσμος σε ένα άλλο μήκος κύματος, είχε μία άλλη ξενοιασιά, μια άλλη ανάγκη. Αυτό που προσέφερε, πέρα από όλα τα άλλα, είναι ότι ήταν μία πρώτη πρόταση για να σταματήσουν οι συναυλίες να γίνονται στα γήπεδα, που ήταν ένας πολύ σκληρός χώρος για μουσική, για να ψάξουμε άλλους χώρους, έχω την εντύπωση πως η Βουλιαγμένη οδήγησε στο να γίνονται πια συναυλίες στα ποτάμια, στα κάστρα, στους λόφους».

Από τότε έχουν γίνει πολλές συναυλίες, φεστιβάλ και μουσικά θεάματα. Κανένα όμως, ποτέ και για κανένα λόγο δεν θα έχει αυτή τη μαγεία, την ανεμελιά, τον αυθορμητισμό και την αίσθηση ελευθερίας που είχε το Πάρτυ αυτό. Άλλωστε είναι που (όπως επιβεβαιώνει κι ο Λουκιανός στο τραγούδι του) «όσοι πηγαίνουνε στη Βουλιαγμένη, λέει ένας νόμος παλιός, νύχτα με φεγγάρι κι είναι λίγο πιωμένοι πάντα την βρίσκουν αλλιώς».

Με πληροφορίες από nou-pou.gr

 

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

Διαβάστε επίσης
διαφημίσεις