Ο Γιάννης Κιμπουρόπουλος, ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες δημοσιογράφους, απολύθηκε χθες από την “Εφημερίδα των Συντακτών”.
Σε κείμενο που ανέρτησε στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook αναφέρει ότι η αιτία της απόλυσής του ήταν η καταγγελία της λογοκρισίας εις βάρος του και στην ΕΣΗΕΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, το τελευταίο τετράμηνα τα κρούσματα λογοκρισίας εις βάρος του ήταν πάρα πολλά με το τελευταίο να αφορά κείμενο για την απολιγνιτοποίηση της χώρας.
Ακολουθεί το κείμενο που ανέρτησε:
Χθες, Τρίτη, 7 Ιουλίου 2026, επιστρέφοντας στην Η Εφημερίδα των Συντακτών μετά λίγες μέρες άδειας, η “διοίκηση” της εταιρείας που εκδίδει την πρώην συνεταιριστική ΕφΣυν και εδώ και επτά μήνες ανήκει κατά 51% στον όμιλο Μελισσανίδη, μου ανακοίνωσε την απόλυσή μου. Επειτα από 8 χρόνια ακριβώς. Ηταν το “δώρο” της για τα 66α γενέθλιά μου.
Μου έδωσε και το χαρτί της απόλυσης, με ημερομηνία 7/7- όλα σωστά υπολογισμένα, κανονικά και με τον νόμο, που λένε, ως προς την αποζημίωση-. “Ποιος είναι ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο απολύομαι;” ρώτησα, επικαλούμενος τη συμφωνία πώλησης του 51% της ΕφΣυν, που εγγυόταν “απόλυση μόνο για σπουδαίο λόγο” (ακόμη περιμένουν να τον μάθουν οι ήδη απολυθέντες συνάδελφοι, Μάριος Διονέλλης, Τσακίρογλου Τάσος, Ποτούλα Μπουκουβάλα- εξαναγκασθείσα σε “οικειοθελή αποχώρηση”- Σπύρος Μανουσέλης, Γιώργος Δημητρακόπουλος, Κ. Καραγιαννίδης).
“Εχεις προκαλέσει μεγάλο κακό στην εφημερίδα”, ήταν η απάντηση του CEO Σπύρου Κτενά και του Γενικού Διευθυντή της Εφημερίδας Σωτήρη Μανιάτη, Το “κακό” ήταν η καταγγελία του τελευταίου κρούσματος λογοκρισίας εις βάρος μου (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση στο μπλογκ μου https://kibi-blog.blogspot.com/2026/06/blog-post_27.html) και η αναφορά μου στα πειθαρχικά συμβούλια της συνδικαλιστικής ένωσής μου ΕΣΗΕΑ για όλα τα εις βάρος μου κρούσματα λογοκρισίας το τελευταίο τετράμηνο, εν είδει “τιμωρίας” για τη συλλογική διαμαρτυρία 60 εργαζόμενων- συνεταιριστών της ΕφΣυν για τις προηγούμενες απολύσεις.
Πήρα το χαρτί της απόλυσης, επιφυλάχθηκα να το υπογράψω σε μια δυο μέρες, επέστρεψα στο γραφείο μου στην εφημερίδα και γνωστοποίησα την απόλυση στους συναδέλφους μου, η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι εξεπλάγησαν, μια κι ήταν γνώστες όλων όσα είχαν προηγηθεί.
Υστερα, κάθισα να δουλέψω πάνω σε κάποιες εκκρεμότητες επικείμενης ειδικής έκδοσης – το “Δόγμα Τραμπ και οι ρωγμές του”- που πρέπει να τυπωθεί σε 2 μέρες.
Ανακάλυψα πως ήταν αδύνατο, καθώς χωρίς καν να έχω υπογράψει την απόλυσή μου, είχε κοπεί η πρόσβασή μου και στο editorial, το σύστημα επεξεργασίας κειμένων, επιλογής φωτογραφιών, σύνθεσης των σελίδων της εφημερίδας, και στο εταιρικό email, μέσω του οποίου επικοινωνούσα τα τελευταία οκτώ χρόνια με εκατοντάδες πηγές, επαφές, γραφεία τύπου, συνεργάτες, αναγνώστες.
Ενα σεβαστό κομμάτι της επαγγελματικής, δημοσιογραφικής ιστορίας μου βρίσκεται εκεί, “κατασχεμένο” παράνομα και κατά παράβαση της νομοθεσίας για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (GDPR).
“Ετσι κάνει πάντα και για όλους ο όμιλος”, μου απάντησε ο CEO, πιστεύοντας προφανώς πως η επίκληση του “ομίλου” (Μελισσανίδη), δίνει κάποιας μορφής νομιμοποίηση στην παρανομία.
Για την απρέπεια, την άξεστη και προσβλητική εργοδοτική (δυστυχώς και αντι-συναδελφική!) συμπεριφορά σε βάρος ανθρώπων που έχουν προσφέρει λίγα, μέτρια ή πολλά σε μια εφημερίδα που για 13 χρόνια πέτυχε το ακατόρθωτο με “μόνους εργοδότες τους αναγνώστες της”, δυστυχώς, δεν υπάρχει νομοθεσία που να απαγορεύει και να τιμωρεί αυτές τις συμπεριφορές.
Υποθέτω σήμερα ή αύριο, αν πάω να υπογράψω το χαρτί της απόλυσης, θα μου έχει κοπεί και η πρόσβαση στο κτίριο της εφημερίδας με την ηλεκτρονική κάρτα. Μάλλον θα χρειαστεί να μπω ως “επισκέπτης” για να πάρω τα πράγματά μου.
Την ψηφιακή μνήμη μου, την αποθηκευμένη στον υπολογιστή που χρησιμοποιούσα επί 8 χρόνια, δεν ξέρω τι την περιμένει. Ελπίζω να μη χρειαστεί να επικαλεστώ τον νόμο για τα αυτονόητα.
Η “νέα εποχή” της ΕφΣυν προελαύνει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Καταπάνω μας…



