Για την βίαιη επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας Μαρφίν: 11 χρόνια μετά

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονίδη

Πριν από λίγες ημέρες, συμπληρώθηκαν έντεκα χρόνια μετά από την επίθεση σε υποκατάστημα της τράπεζας Μαρφίν στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και μία εργαζόμενη που ήταν έγκυος.

Ο θάνατος προήλθε από ασφυξία μετά από την ρίψη εντός του χώρου της τραπέζης, βομβών μολότοφ, την ημέρα πραγματοποίησης (5 Μαϊου 2010), μίας μεγάλης διαδήλωσης διαμαρτυρίας στο κέντρο της Αθήνας, ενάντια στην ψήφιση του πρώτου μνημονίου από την κυβέρνηση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑΣΟΚ).

Εάν η διαδήλωση διαμαρτυρίας, έντονη και μαζική, εισήγαγε, κινηματικά και πολιτικά, την χώρα επίσημα στην εποχή των μνημονίων,[1] που θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, τότε, το βίαιο ‘πράττειν’ της Μαρφίν, μπορεί να μας εισαγάγει εντός ενός ιδιαίτερου ‘αστερισμού’ βίας, που εν προκειμένω, περιελάμβανε λεκτικά επεισόδια και επιθέσεις,[2] άσκηση βίας χαμηλής έντασης (και όχι μόνο), με το γεγονός της επίθεσης στο υποκατάστημα της τράπεζας Μαρφίν, να λειτουργεί ως ένα λεπτό σημείο τομής, το οποίο, την ίδια στιγμή θα προσθέταμε, εμπεριέχει και απελευθερώνει ένα απόθεμα βίας. Και δη, έντονης βίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ρίψη μολότοφ δεν ενέσκηψε εν κενώ, ή αλλιώς, μεταφυσικώ τω τρόπω, αλλά, αντιθέτως, θεωρούμε πως εντάσσεται σε ένα πλέγμα αρνητικών προσλήψεων που τροφοδοτούνταν από το κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον της περιόδου, από την σημασιοδότηση της τράπεζας και του τραπεζικού χώρου ως ‘χώρων του κακού’ (δυνάμει ‘διαβολοποίηση’), εκεί όπου, οι εργαζόμενοι που εκείνη την μέρα μάλιστα, εργάζονταν,[3] δεν καθίστανται αντιληπτοί ως εργαζόμενοι ή αλλιώς, εάν μεταβούμε στην περί τραπεζών ορολογία, ως τραπεζικοί υπάλληλοι, αλλά ως ‘μίσθαρνα όργανα’ των τραπεζιτών και των πολιτικών,  στρατηγικά και αξιακά αντίθετα στα ‘πραγματικά’ συμφέροντα των εργαζομένων που έσπευσαν να διαδηλώσουν.

Πιο πάνω, έγινε λόγος για την απελευθέρωση ενός αποθέματος  βίας προς τους εργαζομένους, το οποίο, στη βάση του, υπήρξε φονευτικό. Υπό αυτό το πρίσμα, και συνυπολογίζοντας αναλυτικά αυτή την αναφορά, θα επισημάνουμε πως, διαμέσου της απελευθέρωσης αυτού του δυναμικού της βίας, βίας που λειτούργησε αθροιστικά και πολλαπλασιαστικά, διεφάνη ένα οιονεί υπόβαθρο καχυποψίας και ακόμη, συνωμοσιολογικής καχυποψίας για τον ρόλο και την παρουσία των εργαζομένων[4] της τράπεζας, διανθισμένο με μία αντι-καπιταλιστική και αντι-τραπεζική ρητορική, πάνω στο οποίο άρχισε να συγκροτείται ό,τι μπορούμε να αποκαλέσουμε ως μη-μνημονιασμό και όχι απλά αντι-μνημονιακό πρόσημο. Και εντός των σημάνσεων αυτής της φονευτικής βίας, οι εργαζόμενοι ‘ας καούν για ό,τι είναι και για ό,τι εκπροσωπούν.’

Η φονευτική  βία συγκεκριμενοποιείται και αναγνωρίζεται, όντας καταστατικά εχθροπαθής, και αναγνωρίζοντας τους εργαζομένους ως ‘όχι άξιους’ και ικανούς να ενταχθούν στο μπλοκ των αγωνιστικών δυνάμεων.

Και ένα επικίνδυνο  στοιχείο, υπήρξε η αναπαραγωγή φωνών, μετά την ρίψη των μολότοφ και την πρόκληση πυρκαγιάς στο χώρο του υποκαταστήματος, που φώναζαν, ωσάν ‘κλήση’ σε έναν ‘άγνωστο’ αγωνιστή, το εξής: ‘Αφήστε τους να καούν. Καλά να πάθουν.’ Είναι ο λόγος αυτό που σπεύδει εν τοις πράγμασι, αφενός μεν να εγκολπωθεί την βία ως ‘δικαίως’ ασκούμενη για ό,τι έπραξαν ή δεν έπραξαν οι εργαζόμενοι, και, αφετέρου δε, να την νομιμοποιήσει προκαταβολικά, εντός του δημόσιου χώρου.

Άρα, μπορεί να ειπωθεί πως με αυτόν τον τρόπο, η βία ανάγεται στο ύψος του λόγου που ανα-καλείται, αυτή τη φορά για να φωνάξει για ό,τι θεωρεί ως ‘σωστό’: ‘Αφήστε τους να καούν.’ Έντεκα χρόνια μετά, και αντικρίζοντας αναλυτικά το περιεχόμενου του λόγου του μίσους και της βίας ως ‘υπόσταση’ και ‘δικαιοπραξία,’ η επίκληση της μνήμης, παραμένει ένα από τα εργαλεία που διαθέτουμε, ώστε και να θυμόμαστε τα ονόματα και τις ζωές των εργαζομένων που έχασαν την ζωή τους συνεπεία μίας βίας που διέτρεξε τον χώρο, αλλά και να οργανώσουμε αποτελεσματικά τις δράσεις μας ενάντια στο φαινόμενο της πολιτικής βίας, τμήμα της οποίας υπήρξε η επίθεση στη Μαρφίν το 2010.

Η μνήμη εδώ δεν ‘εξιδανικεύεται,’ όσο παραμένει μέσα σε ένα πλαίσιο πολιτικοϊδεολογικής αντιμετώπισης της βίας και του λόγου περί βίας, προσδιοριζόμενη με όρους κινητοποίησης.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Αξίζει όμως να σημειωθεί θεωρητικά, πως εκδηλώσεις διαμαρτυρίας άρχισαν να πραγματοποιούνται και πριν από την ψήφιση και την εφαρμογή του 1ου Μνημονίου, όταν και «άρχισε να αναπτύσσεται μια εντυπωσιακή αλληλουχία μεγάλων γεγονότων διαμαρτυρίας (ΜΓΔ) ενάντια στις περιοριστικές πολιτικές και τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Κώστας Κανελλόπουλος. Βλέπε σχετικά, Κανελλόπουλος Κώστας, ‘Η Διαλεκτική κομμάτων και κινημάτων στην ελληνική πολιτική. Το ΠΑΣΟΚ από το αντιδικτατορικό κίνημα στους Αγανακτισμένους,’ στο: Ασημακόπουλος Βασίλης & Τάσσης Χρύσανθος, (επιμ.), ‘ΠΑΣΟΚ 1974-2018. Πολιτική οργάνωση, Ιδεολογικές μετατοπίσεις, Κυβερνητικές πολιτικές,’ Πρόλογος: Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2018, σελ. 213.

[2] Σε αυτή την κατηγορία μπορούμε να κατατάξουμε την λεκτική επίθεση που δέχθηκε ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, κατά την διάρκεια της στρατιωτικής παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου του 2011, με τον πρόεδρο να τίθεται στο στόχαστρο, δεχόμενος την λεκτική βία που εμπεριείχε τα σημαίνοντα του ‘εξωνημένου’ και του ‘πουλημένου’ στις εγχώριες και εξωτερικές κοινωνικές και πολιτικές ελίτ. Ο Κάρολος Παπούλιας, εντός των σημάνσεων ενός επιθετικού και κινδυνολογικού λόγου, ‘ενσάρκωνε’ την μη αντίδραση και την ‘παράδοση’ στις ‘ορέξεις’ των δανειστών και της ξενοκίνητης τρόικας, σε ένα εγκάρσιο σημείο όπου και για πρώτη φορά με ένταση και ‘φορτισμένα’ εκφράσθηκε ο λόγος περί ‘τροϊκανού καθεστώτος’ και των ‘υποτακτικών’ του, ως συστήματος λόγου που εντάσσεται στις ευρύτερες, πολιτικές αφηγήσεις περί κρίσης.

[3] Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να διεισδύσουμε στον πυρήνα της ασκούμενης, εμπρόθετα, πολιτικής βίας. Ας το παρακολουθήσουμε. Αντί οι εργαζόμενοι της τράπεζας να απεργούν εκείνη την ημέρα της 5ης Μαϊου, ημέρα απεργιακών κινητοποιήσεων ενάντια στο Μνημόνιο, αντί δηλαδή να εμβαπτισθούν στα νάματα της απεργιακής ‘ιερότητας’ και του ‘δίκαιου’ αγώνα, εργάζονταν, σπεύδοντας να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα των εργοδοτών τους, που βαρύνονταν με την κατηγορία του ‘τραπεζίτη.’ Η επιλογή αυτή των εργαζομένων στην τράπεζα (υπό τον φόβο ενδεχόμενης επίλυσης), τροφοδότησε την περαιτέρω μεγέθυνση του μίσους, προβάλλοντας την διάσχιση του Ρουβίκωνα για τους ‘επίορκους’ και ‘προδότες’ της τάξης τους εργαζομένους: Από το σημείο αυτό και έπειτα (χωρική-χρονική διά-ρρηξη), η ρίψη των μολότοφ ενδύεται το μανδύα της καταστροφής του τραπεζικού χώρου και της παράλληλης ‘εκκαθάρισης’ των ‘ανίερων’ εργαζομένων. Τα χέρια που τις ρίχνουν, αυτάρεσκα διατρανώνουν το μίσος τους.

[4] Το φαντασιακό των επιτιθέμενων υπήρξε έμπλεο οργής και εφόδου: ‘Θα πεθάνετε’ και θα αντικρίσετε το τι σημαίνει δρω εις το όνομα του λαού. Του ενός λαού. Τι σημαίνει το χτυπώ και φεύγω, ωσάν επαναστατική σκιά. Της σκιάς που αφήνει πίσω της ερείπια. Είναι η απελευθέρωση της βίας που επίσης απελευθερώνει μία σειρά ταυτίσεων και απο-ευθυγραμμίσεων.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live