Για την Τουρκική-Τουρκο-κυπριακή θέση περί ύπαρξης δύο κρατών στην Κύπρο

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονίδη

Με συνέντευξη του στην Αραβόφωνη εφημερίδα ‘Asharq Al Aswat,’ ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Νίκος Δένδιας, αναφέρθηκε στο Κυπριακό πρόβλημα, που εν προκειμένω, απέκτησε εκ νέου επικαιρότητα, όχι τόσο λόγω της πραγματοποίησης της πενταμερούς διάσκεψης της Γενεύης του περασμένου Απριλίου, αλλά, της στρατηγικής στροφής που έχει επιχειρήσει η Τουρκία και η νέα Τουρκοκυπριακή ηγεσία, προκρίνοντας πλέον και μάλιστα ανοιχτά, την λύση δύο κρατών στο νησί.

Σταχυολογούμε ενδεικτικά από τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών: “«Δεν υπάρχει “λύση δύο κρατών” στην Κύπρο», ξεκαθάρισε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, σε συνέντευξή του στην αραβική διεθνή εφημερίδα «Asharq Al Aswat». «Υπάρχει πρόταση δημιουργίας δύο κρατών από τη μεριά των Τούρκων, η οποία δεν αποτελεί λύση στο Κυπριακό» δήλωσε. «Η λύση του Κυπριακού είναι η ενοποίηση της Νήσου. Όλα τα άλλα δεν συνιστούν λύση. Είναι αντίθετα στο Διεθνές Δίκαιο», τόνισε και πρόσθεσε: «Δεν είμαι εγώ, ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος, είναι το Διεθνές Δίκαιο και το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε ιδέα μιας “λύσης δύο κρατών.’’[1]

"Sponsored links"

Σε αυτό το πλαίσιο, και με βάση τις δηλώσεις του Νίκου Δένδια, το βάρος της ευθύνης πέφτει προς την πλευρά της Τουρκίας, η οποία και θεωρείται πως είναι αυτή που ανακινεί ζήτημα επίλυσης επί τη βάσει της ύπαρξης δύο ανεξάρτητων κρατών, παραβιάζοντας έτσι και ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, αλλά και τις διακηρυγμένες θέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ελλάδας και άλλων χωρών όπως η Μεγάλη Βρετανία.

Θεωρούμε πως εδώ, η βασική θέση που εκφράζει ο υπουργός, η οποία και συνάμα αποτελεί την βασική κατευθυντήρια αρχή της ασκούμενης ελληνικής εξωτερικής ως προς την Κύπρο και τις εκεί τελευταίες εξελίξεις, δεν απόσχει και ιδιαίτερα από τις αντιλήψεις εκείνες, οι οποίες και αποδίδουν έμφαση για τις τελευταίες εξελίξεις και διεργασίες στον Τουρκικό παράγοντα, ή αλλιώς, είτε στην λεγόμενη  Τουρκική ‘αδιαλλαξία-προκλητικότητα’[2] είτε στον Τουρκικό ‘αναθεωρητισμό’ που αποδίδει πρωτεύουσα σημασία για την ευόδωση των στόχων του στην Κύπρο.

Όμως, αυτές οι αντιλήψεις που σκόπιμα μεγεθύνουν την στάση της Τουρκικής πλευράς, στάση που όντως τείνει, κάνοντας την συγκεκριμένη στρατηγική επιλογή, προς την κατεύθυνση επισημοποίησης (κάτι που πρέπει να αποφευχθεί), της στρατιωτικής εισβολής που επεχείρησε στην Κύπρο το 1974, σε δύο φάσεις, καθίστανται αποσπασματικές, στο βαθμό που δεν λαμβάνουν υπόψιν, όντας κατά βάση στενής οπτικής, το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου, αφενός μεν έλαβε χώρα η συγκεκριμένη στροφή, και, αφετέρου δε, πρωθύστερα, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την διαμόρφωση της και σε ένα δεύτερο επίπεδο, για την συμπερίληψη της στη διαδικασία χάραξης της Τουρκικής και Τουρκοκυπριακής πολιτικής ως προς την κατεύθυνση διαχείρισης και επίλυσης του Κυπριακού.

Το οποίο, για τον Αλέξη Ηρακλείδη, ‘’αποτελεί σημείο αναφοράς και κλασική άλυτη και ασυμβίβαστη εθνοτική σύγκρουση’’(intractable conflict).’’[3] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η όλη στροφή για την οποία και έγινε πιο πάνω λόγος, δεν ενέσκηψε εν κενώ.

Αντιθέτως, συν-διαμόρφωθηκε από τις αρνητικές διεργασίες της τελευταίας δεκαετίας ή δεκαπενταετίας, συμπεριλαμβάνοντας την κατάθεση του Σχεδίου Ανάν και την απόρριψη του από την Ελληνο-κυπριακή πλευρά, την συνεπεία αυτού, κατάσταση στασιμότητας και έλλειψης δυναμικής εντός της οποίας περιήλθε, [4] συμβάλλοντας στο να καταστεί κάποιο επόμενο βήμα προς το πεδίο της ομοσπονδιακού τύπου επίλυσης, όχι παράτολμο, αλλά ασταθές, ωσάν αυτό να βυθίζεται σε μία κινούμενη άμμο που απορροφά καλές προθέσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, σε αυτές τις διεργασίες που συντελούνταν σε ένα διαφορετικό και μεταβαλλόμενο γεω-πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο οι Κυπριακές κυβερνήσεις της τελευταίας δεκαετίας, απέδιδαν έμφαση στην οικοδόμηση διεθνών συμμαχιών και τριμερών συνεργασιών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, ως ‘ρυμουλκό’ διαμόρφωσης δυναμικής για την επίλυση,[5] κάτι που εν τοις πράγμασι δεν δημιούργησε  δυναμική λύση αλλά απορίες έως σύγχυση  σχετικά με το ποιες είναι οι προθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, μπορούμε να εντάξουμε την μη αξιοποίηση της εκλογής του Τουρκοκύπριου Μουσταφά Ακιντζί στην προεδρία της Τουρκο-κυπριακής κοινότητας.

Με την αντίστοιχη Ελληνο-κυπριακή,[6] να μην προβαίνει σε μία ορθή και αναλυτική ανάληψη των δεδομένων και των μετακινήσεων, κοινωνικών και πολιτικών-πολιτισμικών ανακατατάξεων  που έλαβαν χώρα εντός της Τουρκο-κυπριακής κοινότητας, κομίζοντας την αντίληψη, που ήταν στατική και μηχανιστική, ό,τι ο Ακιντζί ως πρόεδρος δεν μπορεί να κινηθεί εκτός του πλαισίου που θέτει η Τουρκία.

Έτσι, οι όποιες απόπειρες προσέγγισης, ιδίως στην αρχή υπήρξαν διστακτικές και προσεκτικές, ώσπου να φθάσουμε στο Κραν Μοντανά και στις εκεί διαπραγματεύσεις,[7] όπου και λειτούργησαν, όπως και η ίδια η διαδικασία και δη η αποτυχημένη διαδικασία επίλυσης, ως το κρίσιμο εκείνο σημείο όπου η Τουρκική πλευρά άρχισε να εξετάζει και άλλες εναλλακτικές, με την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, να έχει ένα άμεσο και αρνητικό αντίκτυπο στην πολιτική παρουσία του Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος και εκλεγόμενος με ατζέντα επίλυσης και της επίτευξης συμβιβασμών για την επίλυση, θεωρήθηκε από κατηγορίες εντός της Τουρκο-κυπριακής κοινότητας ως πολιτικός και πρόεδρος που δεν μπόρεσε να συμβάλλει στην επίτευξη της ελπιδοφόρας λύσης.[8]

Το  Κραν Μοντανά προσιδιάζει προς την ‘ενσάρκωση’ του κρίσιμου σημείου, διότι, αν και υπήρξε μικρότερη ευκαιρία από ό,τι το Σχέδιο Ανάν του 2004,[9] προσδιορίσθηκε ως το τελευταίο καρφί σε μία ήδη θνησιγενή διαδικασία ομοσπονδιακής επίλυσης, που άλλοτε δεν κατάφερε να λάβει σάρκα και οστά, και άλλοτε προσπεράστηκε αδιάφορα όταν άλλοι ομιλούσαν για αυτή.

"Sponsored links"

Αυτό είναι το ιστορικό, πολιτικό, διπλωματικό και περιφερειακό υπόστρωμα,  εντός του οποίου κυοφορήθηκε η επιλογή της Τουρκίας και της νέας Τουρκοκυπριακής κοινότητας να υποστηρίξουν την λύση των δύο κρατών, προβάλλοντας την λύση της δι-ζωνικής και δι-κοινοτικής ομοσπονδίας ως ξεπερασμένη και ‘απούσα’ στο βαθμό που δεν δοκιμάσθηκε καν, με την Ελλάδα και την πολιτική ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, να παρακολουθούν και να αναμένουν με αγωνία και με μία αίσθηση μοιρολατρίας την επίσκεψη Ερντογάν στην Αμμόχωστο και τις ανακοινώσεις στις οποίες θα προχωρήσει. Αναμένοντας ουσιαστικά το ό,τι ορίζεται ως ‘τέλος’ της δι-ζωνικής ως προοπτική συνύπαρξης και θεσμικής συγκρότησης.

Εντός της Κυπριακής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος, θα ήταν χρήσιμο να πραγματοποιηθεί μία ανοιχτή συζήτηση για ό,τι συνέβη τουλάχιστον την τελευταία εικοσαετία, με όρους κριτικού αναστοχασμού, αναγνώρισης εσφαλμένων και στερεοτυπικών προσεγγίσεων, αλλά, και με μία εκ νέου έκφραση εμπιστοσύνης στην δι-ζωνική και δι-κοινοτική ομοσπονδία ως βασικό μοντέλο επίλυσης.

Εντός αυτού, θα μπορούσαν να ανακύψουν άμεσα και κάποιες άλλες προτάσεις, όμως με χαρακτηριστικά επανένωσης και όχι επισημοποίησης της διαίρεσης, ώστε να διαμορφωθεί ένα μπλοκ και δη, ενδο-Κυπριακό μπλοκ εναντίωσης στη λύση των δύο κρατών ως μη βέλτιστη επιλογή,  μπλοκ που θα ενσωματώνει και Τουρκοκύπριους και φορείς της εκεί Κοινωνίας των Πολιτών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλέπε σχετικά, ‘Ν. Δένδιας: Δεν υπάρχει «λύση δύο κρατών» στην Κύπρο,’ Διαδικτυακή έκδοση εφημερίδας ‘Η Καθημερινή,’ 18/07/2021, www.kathimerini.gr/politics/561437842/n-dendias-den-yparchei-lysi-dyo-kraton-stin-kypro/

[2] Η κατασκευή της Τουρκικής ’απειλής’ μονοσήμαντα, αναπαράγεται μέσα σε ένα πλέγμα συλλογικών-εθνικών ‘μυθευμάτων.’

[3] Βλέπε σχετικά, Ηρακλείδης Αλέξης, ‘Κυπριακό πρόβλημα 1947-2004. Από την Ένωση στη Διχοτόμηση;’, Εκδόσεις Σιδέρης Ι., Αθήνα, 2006, σελ. 19.

[4] Διευρύνοντας κατά τι την εικόνα, θα κάνουμε λόγο για την διαμόρφωση ευρύτερων συνθηκών απογοήτευσης όσον αφορά το ίδιο το Κυπριακό πρόβλημα, στο σημείο όπου αυτή προκαλείται ή αλλιώς, προκλήθηκε και από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν ως μείζονος ευκαιρίας επίλυσης σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση, αλλά και από την εξαέρωση της θετικής δυναμικής και των προσδοκιών που επέφερε η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1974.

[5] Προχωρώντας σε ανοίγματα προς χώρες όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος (με το δέλεαρ της ανεύρεσης υδρογονανθράκων να αντικαθιστά αυτό της επίλυσης), που γεω-πολιτικά και περιφερειακά, δεν ήταν ασήμαντα, οι εκάστοτε Κυπριακές κυβερνήσεις έμοιαζαν σαν να ξεχνούν αρκετές φορές ποιους  είχαν δίπλα τους (Τουρκοκύπριοι<), που ήταν αυτοί με τους οποίους και συνυπάρχουν, με το επίδικο το να οφείλει να είναι το να συζήσουν κάτω από την ίδια πολιτειακή-κρατική στέγη.

[6] Από την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν και έπειτα, οι κυβερνήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν επεδίωξαν να εμπλέξουν ενεργότερα την Ευρωπαϊκή Ένωση προς τον άξονα εκκίνησης μίας νέας διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού επί τη βάσει της δι-ζωνικής και δι-κοινοτικής Ομοσπονδίας, αξιοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την παρουσία της εντός Ένωσης και τις ειδικότερες αναφορές περί επίλυσης του Κυπριακού, άμα τη ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση το 2004, παρά έσπευδαν, ενίοτε ασθμαίνοντας, να προλάβουν τις εξελίξεις, επιζητώντας την παρέμβαση και την συμπαράσταση των ευρωπαϊκών θεσμών αναδρομικά, για την απόκρουση της Τουρκικής ‘επιθετικότητας’ και ‘προκλητικότητας.’

[7] Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν έχοντας έναν εκ των κύριων λόγων το ό,τι η Κυπριακή κυβέρνηση αντιλήφθηκε την προθυμία συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού που είχε η πλευρά Ακιντζί, όπως επίσης, είχε και προθέσεις επίλυσης του, αναδεικνύοντας έτσι το ό,τι η στάση που είχε υιοθετήσει υπήρξε έωλη.

[8] Η εκλογή του Ερσίν Τατάρ, στην προεδρία της Τουρκο-κυπριακής κοινότητας, αν και από αρκετές αναλύσεις προβάλλει ως απότοκος της Τουρκικής παρέμβασης υπέρ του, ερείδεται κοινωνικά και πολιτικά, σε μία πολιτική κουλτούρα απογοήτευσης και έλλειψης αποτελεσματικότητας που για πολλούς ψηφοφόρους διέκρινε τον Μουσταφά Ακιντζί, στη μη ένταξη, από τον τελευταίο, των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανάπτυξης της Τουρκο-κυπριακής κοινότητας, με την εκλογή Τατάρ, πέραν επιφανειακών αντιλήψεων περί μονοδιάστατης Τουρκικής παρέμβασης στις προεδρικές εκλογές της ’Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου,΄ να αντανακλά και το σημείο όπου έφτασαν τα πράγματα μετά το Κρα Μοντανά: Δηλαδή, σε μία κατάσταση χαμηλών προσδοκιών. Η Τουρκο-κυπριακή κοινωνία όμως, δεν είναι στατική και μονολιθική, με εξελίξεις, κοινωνικά και πολιτικά, εξελίξεις που έχουν να κάνουν με το υπόδειγμα και το διακύβευμα της επανένωσης του νησιού, να συντελούνται μετά την εκλογή Τατάρ και την δημοσιοποίηση των προθέσεων του.

[9] Το Σχέδιο Ανάν ήταν η μεγάλη ευκαιρία για το άλμα προς την κατεύθυνση της σε ομοσπονδιακή βάση, επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live