Της Πηνελόπης Ι. Ντουντουλάκη
Σιωπούν απόψε τα βουνά, βουβαίνονται φαράγγια
φαλκόνια, πετροπέρδικες, κοτσίφια δε(ν) λαλούνε
σβήνουν λαγούτου κοντυλιές και δοξαριές τση λύρας.
Φεύγει των Λάκκων ξακουστός άντρας μπεγεντισμένος
που’χε το σέβας στην καρδιά και τσ’ α(ν)θρωπιάς τη χάρη
φεύγει του Τόπου καύχημα και τω(ν) Χανιώ(ν) καμάρι.
Ένας εκλεκτός των Λάκκων έφυγε αθόρυβα, το ίδιο διακριτικά όπως έζησε. Ο Γεώργιος Κουτρούλης αφήνει στο φευγιό του το βαθύ εντύπωμα μιας μακρόχρονης, αφοσιωμένης στα κοινά παρουσίας και της αδιαμφισβήτητης ευγένειας που τον διέκρινε. Βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του ήταν η έγνοια του για τον άνθρωπο, το πνεύμα αλληλεγγύης, προσφοράς και δημιουργίας, η αγάπη για τον τόπο της ρίζας του, το πηγαίο ενδιαφέρον του για ιστορικά ζητήματα και η εγκάρδια φιλόξενη διάθεσή του.
Ως παιδί των κατοχικών χρόνων, βίωσε τονπόλεμο και τη ναζιστική τρομοκρατία που αποδεκάτισε τον ανθό των Λάκκων. Ωστόσο, το αγωνιστικό πνεύμα και το όραμα δημιουργίας δεν τον εγκατέλειψαν.
Ήταν πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δημιούργησε οικογένεια με την αχώριστη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη, το γένος Σταματάκη. Μαζί καμάρωσαν τους τρεις γιους τους, τον Σταμάτη, τον Σπύρο και τον Παύλο, μαζί υποδέχτηκαν τις νύφες και τα εγγόνια που ήρθαν να φέρουν καινούριες χαρές.
Υπήρξε διακεκριμένος οικονομολόγος και διετέλεσε επί σειρά ετών Πρόεδρος του Συλλόγου Οικονομολόγων Νομού Χανίων. Διετέλεσε, επίσης, επί τριανταέξι έτη, Διευθυντής του Δημοτικού Γηροκομείου Χανίων. Όταν ανέλαβε καθήκοντα στο Δημοτικό Γηροκομείο, οι τρόφιμοι ήταν μόλις τριάντα (30) τον αριθμό. Κατά την αποχώρησή του, μετά από πολλά έτη ευδόκιμης και αδιάλειπτης προσφοράς, ο αριθμός των ηλικιωμένων που φιλοξενούνταν στον χώρο του Ιδρύματος είχε πενταπλασιαστεί.
Θυμάμαι τον Γεώργιο Κουτρούλη στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. του Δημοτικού Γηροκομείου, να ασχολείται με ουσιαστικό ενδιαφέρον και να διεκδικεί με ζέση ό, τι καλύτερο μπορούσε για τους ανθρώπους που οι συνθήκες οδήγησαν να ζήσουν εκεί στην τελική διαδρομή της ζωής τους. Η διεύθυνση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του, που πάντοτε περιελάμβανε τη λέξη “gerokomos”, δεν έπαψε να διατρανώνει μια μεγάλη αλήθεια: o Γιώργος Κουτρούλης υπήρξε ένας στοργικός γεροκόμος για κάθε άνθρωπο της τρίτης ηλικίας που διάβαινε την πύλη του Δημοτικού Γηροκομείου. Δεν υπολόγιζε χρόνο, δεν μετρούσε εργατοώρες. Παρέμενε στη θέση του με ενσυναίσθηση, όσες ώρες απαιτούσαν οι καθημερινές ανάγκες και τα ζητήματα που ανέκυπταν. Με το χαμόγελο και τον καλό του λόγο ανάσταινε και αναπτέρωνε την ελπίδα στις καρδιές εκείνων που πάντοτε είχαν πολλά να πούν και πάντοτε παρέμεναν αξιόμαχοι, παρά την όποια σωματική καταπόνηση και φθορά του Χρόνου. Το Δημοτικό Γηροκομείο υπήρξε το δεύτερο σπίτι του, μάλιστα οραματιζόταν την επέκτασή του ώστε να έχει δυναμικό τετρακοσίων κλινών και να ανταποκρίνεται στις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για φροντίδα των ηλικιωμένων. Πέρα από τα τριανταπέντε έτη θητείας του εκεί, παρεμεινε, μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, Επίτιμος Διευθυντής, καθώς αυτός ο τίτλος του απονεμήθηκε για την αδιάλειπτη και αφοσιωμένη προσφορά του, στη διάρκεια των τριανταπέντε ετών, από τη θέση του Διευθυντή του Ιδρύματος. Υπήρξε, επίσης, Επίτιμο Μέλος της Δημογεροντίας των Λάκκων.
Εργάστηκε τόσο για την ανάπτυξη της ΑΝ.Ε.Κ., όσο και για την επίτευξη των στόχων της Εταιρείας Ανάπτυξης Λάκκων-Ομαλού, όπου προσέφερε κόπο και χρόνο, με πίστη στο κοινό όραμα.
Όπου τελειώνει η ζωή, εκεί ζωή αρχίζει
και πάλι στσι ψηλές κορφές ήλιος χρυσός βγορίζει.



