Για το εκλογικό αποτέλεσμα στην Πορτογαλία

Κανένα σχόλιο

Του Σίμου Ανδρονίδη

Πριν από λίγες ημέρες, πραγματοποιήθηκαν βουλευτικές εκλογές στην Πορτογαλία, που εν προκειμένω πραγματοποιήθηκαν μετά από την απόφαση των δύο εταίρων του Σοσιαλιστικού κόμματος στην κυβέρνηση, ήτοι του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας και του Αριστερού Μπλοκ να καταψηφίσουν τον προϋπολογισμό. Αρχικά, θα μπορούσαμε να εντάξουμε το κυβερνητικό μοντέλο της Πορτογαλίας, στο σχήμα της «ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας» (minimal winning coalition), του W. Riker.

«Σύμφωνα με αυτήν, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί συνήθως συγκροτούνται με συμμετοχή τόσων κομμάτων, όσων είναι αναγκαία για το σχηματισμό της ελάχιστης απαιτούμενης κυβερνητικής πλειοψηφίας, ενώ υπάρχει τάση για τον αποκλεισμό κάθε πρόσθετου μη αναγκαίου εταίρου»,[1] όπως τονίζει ο Θανάσης Διαμαντόπουλος.

"Sponsored links"

Η συγκρότηση της «ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας», υπήρξε αποτέλεσμα και της πολιτικής και προγραμματικής σύγκλισης των τριών κομμάτων, τα οποία και συνέκλιναν κυρίως πάνω σε προτάγματα που είχαν να κάνουν με την εφαρμογή ενός διαφορετικού μοντέλου διαχείρισης της κοινωνικοοικονομικής κρίσης.

Εδώ, η εφαρμογή πολιτικών που ιστορικά διαθέτουν μία καθαυτό Σοσιαλδημοκρατική χροιά, όπως είναι οι πολιτικές ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους, η λειτουργία του οποίου επηρεάσθηκε εν καιρώ κρίσης, συναρθρώθηκε με τις στρατηγικές επιλογές τις οποίες έκαναν οι Αριστεροί εταίροι του κυβερνητικού συνασπισμού (το Σοσιαλιστικό κόμμα υπήρξε το σημείο αναφοράς), στο εγκάρσιο σημείο όπου, ακόμη και αν δεν επεδίωξαν να μετακινήσουν δραστικά το πολιτικοϊδεολογικό συνεχές της κυβέρνησης, τα δύο αυτά κόμματα, ενέγραψαν το στίγμα τους.

Όμως, η κυβέρνηση συνασπισμού δεν περιορίσθηκε μόνο στην αναζήτηση και εφαρμογή ενός διαφορετικού μοντέλου διαχείρισης της κρίσης, στο βαθμό που προώθησε μεταρρυθμιστικές πολιτικές, σπεύδοντας παράλληλα να αξιοποιήσει την συμμετοχή της Πορτογαλίας και στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).[2] Παρά το ικανοποιητικό επίπεδο εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων, οι δυσλειτουργίες (που δεν αφορούσαν την κατανομή των χαρτοφυλακίων), και οι διαφορετικές πολιτικοϊδεολογικές προσεγγίσεις έκαναν την εμφάνιση τους, επηρεάζοντας την συνοχή της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα η καταψήφιση του κυβερνητικού προϋπολογισμού να αποτελεί την κορύφωση ή αλλιώς, την συμπύκνωση αυτών των διαφορετικών προσεγγίσεων.

Εκ του αποτελέσματος κρίνοντας, θα πούμε πως η απόφαση του Σοσιαλιστικού κόμματος να προκηρύξει πρόωρες εκλογές υπήρξε σωστή, καθώς το Σοσιαλιστικό κόμμα, όχι μόνο κατάφερε να αυξήσει το εκλογικό του ποσοστό, διευρύνοντας ουσιαστικά την κοινωνική του συμμαχία, αλλά και να κερδίσει την πλειοψηφία, έχοντας πλέον την δυνατότητα να σχηματίσει αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση. Oι λόγοι αυτής της εκλογικής επικράτησης, είναι οι εξής: 1) το Σοσιαλιστικό κόμμα επένδυσε συμβολικούς και πολιτικούς πόρους στο ‘χαρτί’ της κυβερνητικής σταθερότητας την οποία μπορεί να εγγυηθεί το ίδιο, συμμετέχοντας στην κυβέρνηση.

Η όλη στάση του, διευκολύνθηκε περαιτέρω από τους χειρισμούς των άλλων δύο και πρώην πλέον, κυβερνητικών εταίρων,[3] τα οποία, αποφασίζοντας να καταψηφίσουν τον προϋπολογισμό και να θέσουν τις βάσεις για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, έθεσαν τα ίδια προσκόμματα στην όλη πολιτική τους παρουσία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, εκεί όπου το Σοσιαλιστικό κόμμα ήταν αυτό που απέκτησε πλεονέκτημα στους λεγόμενους εκλογείς της τελευταίας στιγμής, καθώς και στους λεγόμενους ‘’crystallizers’’ οι οποίοι «αποκρυσταλλώνουν κομματική προτίμηση σταδιακά»,[4] για να παραπέμψουμε στην ανάλυση του Wildenmann.

Έτσι, όσο εξελίσσονταν η προεκλογική εκστρατεία και πλησιάζαμε προς την ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών, τόσο ενισχύονταν η πεποίθηση μεταξύ εκλογέων πως το Σοσιαλιστικό κόμμα, έχοντας μία συγκεκριμένη στάση εξ αρχής, είναι αυτό που μπορεί να εγγυηθεί την κυβερνητική σταθερότητα και την ομαλή προσαρμογής της χώρας στη νέα (και μετα-πανδημική; ) εποχή.

Και αυτή η πεποίθηση ενισχύονταν και μεταξύ Κεντρώων αλλά και Αριστερών ψηφοφόρων, με το Σοσιαλιστικό κόμμα να καταφέρνει να διεμβολίσει τις κοινωνικές βάσεις των μέχρι πριν από λίγο εταίρων του στην κυβέρνηση. 2) Στο Σοσιαλιστικό κόμμα πιστώθηκαν κατά κύριο λόγο, τόσο η αποτελεσματική διαχείριση της πανδημικής κρίσης σε υγειονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και η επιτυχία της εμβολιαστικής διαδικασίας η οποία διαφήμισε την χώρα στο εξωτερικό με θετικό τρόπο, ενισχύοντας το συμβολικό της κεφάλαιο.

Για μερίδες εκλογέων, ήταν οι επιλογές στις οποίες προέβη το Σοσιαλιστικό κόμμα ως μείζων κυβερνητικός εταίρος, υπερβαίνοντας δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις, αυτές οι οποίες συνετέλεσαν στο να καταστεί η Πορτογαλία μία χώρα-‘πρότυπο,’ αποκτώντας μετά από μία  δύσκολη περίοδο κρίσης, μία θετική εικόνα στο εξωτερικό, την οποία είχαν ανάγκη πολλοί.[5]

Το πρόβλημα της πανδημίας και της διαχείρισης της, κατέστη «ζήτημα δημόσιας πολιτικής», αντιλαμβανόμενο ως τέτοιο από μία διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα εκλογέων, αναγνωρίσθηκε ως πρόβλημα που έχει σημασία (intensity of issue opinion),[6] και, περαιτέρω, η διαχείριση του συνδέθηκε όχι με κάποια αλλά με ένα πολιτικό κόμμα: Το Σοσιαλιστικό.

"Sponsored links"

3) Το Σοσιαλιστικό κόμμα,[7] ως το βασικό κόμμα του κυβερνητικού συνασπισμού, προσήλκυσε ένα ευρύτερο ενδιαφέρον, περιέβαλλε τις ασκούμενες πολιτικές με το μανδύα των δικών του επιλογών ή διακυβευμάτων, επιτυγχάνοντας να τις εμφανίσει ως κατά κύριο λόγο δικές τους, θέτοντας τους δύο Αριστερούς κυβερνητικούς του εταίρους, ενώπιον του προβλήματος που αντιμετώπιζε για αρκετά χρόνια το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, ως εταίρος σε κυβερνήσεις συνεργασίας με το κεντροδεξιό, Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της καγκελαρίου Μέρκελ: Ποιος ή ορθότερα, ποιοι είναι οι ενδεδειγμένοι τρόποι με τους οποίους μπορεί να αποτραπεί η απόκτηση δεσπόζουσας θέσης, πολιτικά και επικοινωνιακά, από το κόμμα που συμμετέχει ως ο βασικός παίκτης σε μία κυβέρνηση συνεργασίας; Πως μπορεί να προβληθεί με τον πλέον βέλτιστο τρόπο, η δική του συμβολή στο κυβερνητικό έργο; Σε αυτό το πρόβλημα, οι δύο μέχρι πρότινος κυβερνητικοί εταίροι, δεν είχαν απάντηση.

4) Εντάσσοντας την ανάλυση μας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, θα ισχυρισθούμε πως ένας παράγοντας που συνέδραμε στην άνετη εκλογική επικράτηση των Πορτογάλων Σοσιαλιστών του Αντόνιο Κόστα, υπήρξε η δυναμική που έχουν αποκτήσει Σοσιαλιστικά-Σοσιαλδημοκρατικά κόμμα σε ευρωπαϊκές χώρες, κάτι που με τη σειρά του προσέδωσε ώθηση στην προεκλογική εκστρατεία του κόμματος, το οποίο αναδείκνυε εναργώς Σοσιαλιστικά-Σοσιαλδημοκρατικά προτάγματα.

5) Και ένας πέμπτος λόγος της εκλογικής επικράτησης, έχει να κάνει με το ό,τι το Σοσιαλιστικό κόμμα προσέλκυσε νέους ψηφοφόρους διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικού, μορφωτικού υποβάθρου, πάνω στη βάση της ικανοποίησης για την κυβερνητική του πορεία και για το έργο που επιτέλεσε εμμένοντας στις θέσεις του, όταν οι κυβερνητικοί του εταίροι, αποφάσισαν να σταματήσουν να στηρίζουν τις κυβερνητικές επιλογές.

Ως προς αυτό, θα υπογραμμίσουμε εμπρόθετα, πως, αφενός μεν η ψήφος ήταν ψήφος ευαρέσκειας, και, αφετέρου δε, η εκλογική προτίμηση προς το κόμμα αυτό, υπήρξε αποτέλεσμα της απόφασης εκλογέων να του δοθεί επιπλέον χρόνος ώστε να ολοκληρώσει το μεταρρυθμιστικό -Σοσιαλδημοκρατικό του έργο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Κεντροδεξιό και άλλοτε κυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, δεν θεωρήθηκε έτοιμο ακόμη για να επιστρέψει στην κυβέρνηση, με τους ψηφοφόρους να το τοποθετούν σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης, επιζητώντας έτσι την περαιτέρω πολιτική του ωρίμανση.[8]

Αυτοί οι πέντε παράγοντες θεωρούμε πως επέδρασαν αποφασιστικά στην άνετη εκλογική νίκη των Σοσιαλιστών, οι οποίοι έχουν μία καθαρή θητεία μπροστά τους, δίχως κάτι τέτοιο να προοιωνίζεται αυτομάτως και μία θετική έκβαση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Βλέπε σχετικά, Διαμαντόπουλος, Θανάσης, ‘Το κομματικό φαινόμενο: Μορφές, συστήματα, οικογένειες κομμάτων,’ Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1993, σελ. 305. Και, βλέπε την σημαντική, για την συγκρότηση και λειτουργία των κομματικών μηχανισμών, ανάλυση του W. Riker, με τον τίτλο ‘The theory of political coalitions,’ Yale University Press, New Haven, 1962.

[2] Αυτή η φιλευρωπαϊκή παράμετρος, η οποία οξύνθηκε εν καιρώ πανδημίας, επηρεάζοντας την ΄λειτουργία και τις βασικές κατευθύνσεις του  κυβερνητικού σχήματος, παραβλέπεται από αρκετές αναλύσεις στα καθ’ ημάς.

[3] Για Κεντρώους και μετριοπαθείς εκλογείς, τα κόμματα αυτά θεωρήθηκαν ως κόμματα που θυμήθηκαν τον ‘ανεύθυνο’ πολιτικό εαυτό τους, διακινδυνεύοντας την πρόκληση συνθηκών αστάθειας.

[4] Βλέπε σχετικά, Wildenmann, Rudolf, ‘Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών,’ Πρόλογος, Μετάφραση, Σχόλια: Γεωργιάδου Βασιλική, Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα, 1998, σελ. 72.

[5] Στη διαμόρφωση εκλογικής συμπεριφοράς, θεωρούμε πως συνέβαλλε η ύπαρξη του κάτωθι σχήματος: Αποτελεσματική διαχείριση πανδημικής κρίσης-Οργανωμένη εμβολιαστική εκστρατεία-δημιουργία θετικής εικόνας-ενίσχυσης αυτοπεποίθησης Πορτογάλων πολιτών. Είναι απλοϊκό έως εσφαλμένο να περιορίσουμε την διαμόρφωση εκλογικής συμπεριφοράς προς το Σοσιαλιστικό κόμμα, μόνο στον εσωτερικό και εξωτερικό αντίκτυπο που απέκτησε η εμβολιαστική διαδικασία.

[6] Για τα θέματα της «δημόσιας πολιτικής» και για τον ρόλο που αυτά δύνανται να διαδραματίσουν στην προτίμηση ψήφου, βλέπε και, Wildenmann, Rudolf, ‘Η εκλογική έρευνα. Συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και ανάλυση εκλογών…ό.π.

[7] Το Σοσιαλιστικό κόμμα κατάφερε να αυξήσει την κοινωνική-πολιτική του επιρροή, για λόγους που έχουν να κάνουν και με το ό,τι θεωρήθηκε πως ήταν το κόμμα που διαδραμάτισε τον μεγαλύτερο ρόλο στο να αντιμετωπίσει η χώρα επιτυχημένα την οικονομική κρίση, με την καταψήφιση του προϋπολογισμού από τα δύο κόμματα της Αριστεράς να διευκολύνει ώστε αυτή η εκτίμηση να μετατραπεί σε ψήφο επιδοκιμασίας και υποστήριξης. Εάν δε, προσθέσουμε και την παράμετρο της πανδημικής κρίσης, τότε μπορούμε να πούμε πως το κυβερνών Σοσιαλιστικό κόμμα ενισχύθηκε ως απόρροια του ό,τι θεωρήθηκε ως κόμμα αποτελεσματικό στη διαχείριση κρίσεων.

[8] Έκπληξη, για μία χώρα η οποία δεν διαθέτει παράδοση ακροδεξιάς παρουσίας, με το κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά την πτώση της δικτατορίας Σαλαζάρ να συμβάλλει σε αυτό, μπορεί να θεωρηθεί η επίδοση του κόμματος ‘Αρκετά’ που τυπολογικά-θεωρητικά, ανήκει στη λεγόμενη ακροδεξιά πολιτική οικογένεια, με το κόμμα να αυτό να προβάλλει εναργώς ένα αντισυστημικό προφίλ, αποδίδοντας έμφαση, πολιτικά και ιδεολογικά, στη θεωρούμενη ως σύγκλιση των ‘συστημικών κομμάτων,’ εντάσσοντας σε αυτή την κατηγορία, και τα κόμματα της Αριστεράς. Δεν διαθέτουμε στοιχεία ώστε να τεκμηριώσουμε την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ (των λίγων) μη εμβολιασμένων και της διαμόρφωσης εκλογικής συμπεριφοράς υπέρ του συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος. Συμπεριφορά που εμπεριέχει ‘οργή’ και ‘αντίδραση.’

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live