Του Δημήτρη Μ. Μόσχου *

Μαθαίνοντας τα νέα πως στα Τρίκαλα Κορινθίας μια οικογένεια ζούσε απομονωμένη μέσα στα βουνά, στην αρχή έκανα απλά ένα μειδίαμα καθώς κατάγομαι από κει γύρω.

Μετά όμως καθώς περνούσαν οι μέρες οι λεπτομέρειες των ελληνικών ΜΜΕ αυξήθηκαν. Μια μου τράβηξε τον προσοχή στον ΣΚΑΙ (το κανάλι της καρδιάς μου): Θεολόγος εξηγεί τη συμπεριφορά της απομονωμένης οικογένειας στην Κορινθία.

Ο λόγος για την πρόσκληση του “θεολόγου” ήταν φυσικά ότι όπως αποκαλύφθηκε η οικογένεια είχε απομονωθεί λόγω θρησκευτικών κινήτρων. Ο θεολόγος του ΣΚΑΙ βιάστηκε να βαφτίσει την οικογένεια “προτεστάντες” στη βάση ότι οι προτεστάντες ήταν πάντα ιδιώτες και απομονωτικoί ενώ η “ορθοδοξία είναι κοινωνιοκεντρική”. Για κακή τύχη της επιστημοσύνης του, ο θεολόγος με τον παχύ χρυσό σταυρό στο ανοιχτό πουκάμισο βιάστηκε.

Η ΕΡΤ είχε πιο ακριβείς πληροφορίες: “κοινότητα Παλαιόπιστων”. Και ναι, μάλλον είναι κάτι τέτοιο. Είναι εντυπωσιακό, και μάλλον από τις ελάχιστες φορές που στην Ελλάδα έχει καταγραφεί κοινότητα ή οικογένεια παλαιόπιστων. Συνεπώς πρόκειται για ιστορικό γεγονός άξιο, πρώτα και κύρια προσοχής και λεπτών χειρισμών. Οι παλαιόπιστοι, δεν είναι προτεστάντες αλλά αντιθέτως υπερ-ορθόδοξοι, ρωσικής καταγωγής που αποσπάστηκαν από τη ρωσική εκκλησία το 1667 και από τότε κήρυξαν ανένδοτο αγώνα ενάντια στον Τσάρο (ο μπουρδολόγος θεολόγος του ΣΚΑΙ θα έπρεπε να το καταλάβει αυτό, βλέποντας έξω από τα “λαγούμια” τους τις δυο μεγάλες βυζαντινές σημαίες).

Όταν οι εξεγέρσεις τους ηττήθηκαν οριστικά στο τέλος του 18ου αιώνα μετανάστευσαν σε όλο τον κόσμο: στην Κίνα, στην Αφρική, στην Αμερική και την Ευρώπη. Το μοντέλο τους ήταν πάντα ίδιο: μικρές απομονωμένες κοινότητες. Βαθιά μέσα στην παλαιοπιστική ιδέα ήταν ριζωμένη η άποψη ότι ο κόσμος του κεντρικού κράτους, της κοινωνίας και της επίσημης θρησκείας ήταν σατανικός και ότι η κεντρικοποιημένη εξουσία (εξαιτίας της οποίας αποσπάστηκαν από τη ρωσική εκκλησία, όταν αυτή πλέον συσχετίστηκε στενότερα με τη ρωσική πολιτική εξουσία) είναι σημάδι ανελευθερίας. Προσαρμόζει τη θεία ελπίδα στα μέτρα και τις ανάγκες του εγκόσμιου – και μιαρού – κράτους.

Δεν χρειάζεται να χρυσώνουμε το χάπι. Αυτές οι κοινότητες είναι όντως πατριαρχικές, συντηρητικές και θρησκόληπτες με τα σημερινά δεδομένα. Ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο που η πρόοδος των επαναστάσεων και των εξεγέρσεων τον ξεπέρασε. Προέρχονταν όμως από μια συνθήκη που συνέβαλε στην ίδια αυτή την επαναστατική πορεία: ήταν οι πρώτοι άνθρωποι στην ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια που αρνήθηκαν τον συγκεντρωτισμό του νεωτερικού κράτους. Έτσι ο λόγος που τους επιτίθενται, τους διασύρουν το Ελληνικό κράτος και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία με τους θεολόγους της είναι ο ίδιος που οι ίδιοι φορείς επιτίθονται στις μειονότητες, σε οικολογικές πρωτοβουλίες, αντιεξουσιαστικές καταλήψεις κτλ (κάνω post γεμάτο hot takes όπως βλέπετε).

Ως προς το κράτος, ολα αυτά θεωρούνται τάσεις, που διασπούν τον ιστό του, το ενιαίο πλέγμα και τη βιοπολιτική, μετρήσιμη χαρτογράφιση που έχει επιβάλλει στην κοινωνία. Ως εκ τούτου το κράτος τους επιτίθεται όχι για τη θρησκευτική (αιρετική) τους ταυτότητα, κάτι το οποίο σαφώς σε πολλές και πολλούς από μας μας είναι ξένο ή αδιάφορο, αλλά για χαρακτηριστικά που μοιράζονται τα ριζοσπαστικά κινήματα σε κάποιο βαθμό μαζί τους ως πολιτική παράδοση: τον αντικρατισμό και την προσπάθεια να ζει κανείς off the grid: εκτός του εθνικού, ιδιωτικού και κρατικού δικτύου υποδομών, εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός της επίσημης εκκλησίας, εκτός της κοινωνίας που έχει παραδοθεί “στο κρατικό τέρας”.

Ως προς την Ορθόδοξη εκκλησία, φαίνεται ότι η σφοδρή αντίδρασή της ενάντια σε μια μόνο οικογένεια, είναι αφενός μια προσπάθεια να επαληθευτεί η σύμπνοιά της με το ελληνικό κράτος που δοκιμάστηκε πρόσφατα στο νέο νομοσχέδιο, αφετέρου δείχνει μια χρόνια, εδώ και αιώνες δυσανεξία ως προς το χιλιαστικό πρόταγμα: ό,τι και αν είναι οι Παλαιόπιστοι, κακοί, συντηρητικοί, κλειστοί κτλ, είναι διάσπαρτες κοινότητες που συντηρούν κάτι που οι επίσημες ορθόδοξες εκκλησίες έχουν απορρίψει εδώ και αιώνες: τον χιλιασμό, το γεγονός δηλαδή πως η εκκλησία θεωρητικά ήταν μια πολιτική κοινότητα που αντιτίθεται σε αυτόν τον κόσμο, δεν ζει ούτε συνεργαζόμενη με αυτόν ούτε παράλληλα με αυτόν.

Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος της οικογένειας έχει δίκιο που απορεί “γιατί τόση μανία, γιατί τόση εμμονή με τα παιδιά, υπάρχουν κοινότητες Ρομά που δεν στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο, δεν τα γράφουν κτλ, υπάρχουν ορεινοί βοσκοί ακόμα που δεν πάνε ούτε σχολείο ούτε τίποτα, γιατί τόση φασαρία”. Η απορία είναι εύλογη αλλά οι Ρομά, τόσο για το κράτος όσο και για την Εκκλησία είναι ανεπιθύμητος πληθυσμός και κανείς, ουσιαστικά δεν τους διεκδικεί. Μια οικογένεια παλαιόπιστων όμως, που σηκώνει και χρησιμοποιεί τα ίδια σύμβολα με την επίσημη εκκλησία αλλά την εγκαλεί εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτή είναι λάθος, ότι αυτή είναι αιρετική καθώς έχει συμμαχήσει με το κράτος, είναι απ’ ό,τι φαίνεται πραγματικός κίνδυνος: γιατί κανείς δεν μπορεί να σηκώνει αυτά σύμβολα και να διεκδικεί τον τίτλο του πραγματικού πιστού πέρα από τον επίσημο φορέα.

Ο δικηγόρος χρησιμοποίησε σωστά προσεκτικό λεξιλόγιο όταν μίλησε για την οικογένεια ότι “θα πρέπει να αναγνωριστεί ως μειονότητα”, και αντιστάθηκε στον δημοσιογραφικό καταιγισμό από σχόλια όπως “σπηλαιάνθρωποι, πρωτόγονοι, λαγούμια”. Οι επίμονες ερωτήσεις τόσο της αστυνομίας όσο και των δημοσιογράφων για το “που είναι οι υπόλοιποι, που είναι τα παιδιά” καθώς μόνο το ζευγάρι με τον 15χρονο γιο έχουν εμφανιστεί, δείχνει ακριβώς αυτή την κρατική εμμονή στη χαρτογράφιση, τη θέληση “επανασύνδεσης με το ζόρι στην αστική κοινωνία”. Ο καπιταλισμός, το κράτος κι η εκκλησία δεν γίνεται να έχουν εξωτερικότητες πέραν όσων οι ίδιοι αποκλείουν.

Οι παλαιόπιστοι δεν απομονώνονται γιατί είναι ατομικιστές προτεστάντες (ούτε καν οι προτεστάντες δεν είναι τόσο ατομικιστές όσο υπονοείται πολλές φορές).

Αποχωρούν από τον εξατομικευμένο σύγχρονο κόσμο για να διασώσουν ακριβώς στην απομόνωση την αίσθηση της κοινότητας όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται.

Φεύγοντας από τη Ρωσία, οι παλαιόπιστοι ίδρυσαν χιλιάδες απομονωμένες κοινότητες. Η άρνησή τους του σύγχρονου κόσμου πήρε γεωγραφική-χωρική διάσταση, απομονώνονταν όσο μπορούσαν γεωγραφικά σε έναν κόσμο όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο, δικτυωμένο, συνδεδεμένο. Όσο οι υποδομές μεγάλης κλίμακας καταργούσαν τις διακρίσεις του χώρου και του χρόνου αυτοί όρθωναν την μόνη αντίσταση που ήξεραν μέσα στους αιώνες: την αύξηση της απόστασης, την άρνηση της υποδομής. Το off the grid ήταν χαρακτηριστικό όλων των παλαιόπιστων κοινοτήτων. Η λαχτάρα τους αυτή αποτυπώθηκε και στους πιο γλυκούς τους μύθους: Η μαγική πόλη του Κιτέζ, που ήταν το καταφύγιο των παλαιόπιστων βαθιά στη Σιβηρία, όταν ανακαλύφθηκε από τα στρατεύματα των Μογγόλων χάθηκε από θαύμα μέσα στα νερά μιας λίμνης, και από τότε “κρύβεται στην αντεστραμμένη αντανάκλαση του νερού, και κανείς δεν τη φτάνει”.

То 1979 Σοβιετικοί γεωλόγοι, πετώντας με ελικόπτερο πάνω από τη Σιβηρία, ανακάλυψαν βαθιά μέσα στο δάσος ένα τεχνητό ξέφωτο με σπιτάκια. Μη γνωρίζοντας τι είναι προσγειώθηκαν και ήρθαν σε επαφή με τους κατοίκους. Ήταν η οικογένεια Λίκοφ, μια οικογένεια παλαιόπτιστων που ζούσε βαθιά στο δάσος της Σιβηρίας έχοντας εγκαταλείψει τον κόσμο το 1936. Η οικογένεια αποκάλυψε ότι οι ντόπιοι από τα γύρω χωριά τους ήξεραν και τους βοηθούσαν ενώ το 1950 κάποια τοπική σοβιετική εφημερίδα είχε γράψει άρθρο για την παρουσία της οικογένειας.

Το 1980 οι σοβιετικές αρχές αποφάσισαν να αφήσουν την οικογένεια εκεί που είναι καθώς “κανένα αδίκημα δεν είχε τελεστεί” ενώ η οικογένεια Λίκοφ έμεινε έκπληκτη από την πληροφορία ότι είχε γίνει παγκόσμιος πόλεμος και ότι οι υπόλοιποι παλαιόπιστοι συνέχισαν να ζουν στην ΕΣΣΔ και δεν είχαν διωχθεί όπως πίστευαν οι ίδιοι.

Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, το Ρωσικό κράτος συνέχισε την ίδια πολιτική: μετέφερε μια φορά το 3μηνο προϊόντα και αλληλογραφία στην οικογένεια Λίκοφ χωρίς να την μετεγκαταστήσει. Τα περισσότερα μέλη της οικογένειας πέθαναν τη δεκαετία του 1980. Σήμερα ζει μόνο η Αγκάφια Λίκοφ, στην ίδια τοποθεσία, γεννημένη το 1944, στην απομόνωση της Σιβηρίας. Δεν έχει δει ποτέ της τις Ρωσικές πόλεις, και μιλάει αρχαϊκά ρώσικα.

Φυσικά και θα πρέπει να δοθεί σε κάθε μέλος της οικογένειας η δυνατότητα να φύγει από αυτό το μέρος αν το επιθυμεί. Κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζει το μέγιστο των δυνατοτήτων που του προσφέρονται. Ποτέ όμως δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πλήρως, εμείς οι αστικοποιημένοι, αυτή την τρέλα της απομόνωσης, το “πάθος για μια ζωή χωρίς καμιά προσδοκία”. Το όλο ζήτημα δεν είναι απλό αλλά μας φέρνει στα όρια των πολιτικών και φιλοσοφικών ορισμών μας για το τι είναι συνείδηση, τι επιθυμία, τι ελευθερία και πώς αυτά συγκροτούνται.

Αν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας δεν παραδοθούν, τι ειναι; Ελεύθεροι, τρελοί, έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου από τον πατέρα και δεν ξέρουν “το πραγματικό καλός τους;” ή κάτι άλλο. Η εμμονή του κράτους και της δημόσιας σφαίρας με το “που είναι τα παιδιά” δείχνει την ουσία της όλης φασαρίας, και τη ρητή πρόθεση σε όλο αυτό: τη συνέχεια της οικογενειοκρατίας, του μονοπώλιου της βίας της εκπαίδευσης από το κράτος και τους ιδιωτικούς συνοδοιπόρους του, από την αστική κοινωνία δηλαδή στο σύνολό της. Κάποιες στιγμές, όλα αυτά μοιάζουν τόσο εύθραυστα, που ένας υπερ-ορθόδοξος χριστιανός βοσκός με βέλη στο βουνό φαντάζει πραγματική απειλή.

*Ο Δημήτρης Μ. Μόσχος είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

*Εσωτερική φωτογραφία: Παλαιόπιστοι από την Πολωνία, αρχές 20ου αιώνα – Από τον προσωπικό λογαριασμό του στο facebook

tvxs.gr