Ο Κασσελάκης που έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ πέρνωντας μαζί του το μισό κόμμα καταγγέλοντας το για αντιδημοκρατικές πρακτικές, τώρα βλέπει εκατοντάδες στελέχη του να φεύγουν από το κόμμα του κατηγορώντας τον για αντιδημοκρατικές πρακτικές… Λίγα μόλις εικοσιτετράωρα μετά την ολοκλήρωση του συνεδρίου και τη μετονομασία του κόμματος σε «Δημοκράτες–Προοδευτικό Κέντρο», ο Στέφανος Κασσελάκης βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εσωκομματική κρίση που απειλεί τη συνοχή του νέου πολιτικού εγχειρήματος. Εκατοντάδες στελέχη και μέλη ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους, καταγγέλλοντας την ηγεσία για πρακτικές που, όπως υποστηρίζουν, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις ιδρυτικές δεσμεύσεις για δημοκρατία και διαφάνεια, αναπαράγοντας τις ίδιες αιτιάσεις που οδήγησαν τον κ. Κασσελάκη στην έξοδο από τον ΣΥΡΙΖΑ πριν από έναν χρόνο.
Η καταγγελία για «Trumpισμό» και η ιδεολογική μετατόπιση
Στο επίκεντρο της κριτικής των αποχωρούντων βρίσκεται η ταχύτατη ιδεολογική μεταβολή του κόμματος. Οι συντάκτες του κειμένου επισημαίνουν μια συνεχή μετατόπιση του κ. Κασσελάκη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα: από τη ριζοσπαστική Αριστερά στην Κεντροαριστερά και, πλέον, στο «προοδευτικό Κέντρο». Η μετάλλαξη αυτή συνοδεύεται, κατά τους ίδιους, από ένα πολιτικό «φλερτ» με τμήματα της δεξιάς παράταξης και την υιοθέτηση επικοινωνιακών πρακτικών που «θυμίζουν επικίνδυνα τον Trumpισμό».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε δημόσιες τοποθετήσεις της ηγεσίας που φέρονται να κινήθηκαν εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου, προκαλώντας αμηχανία σε στελέχη που προσδοκούσαν έναν συγκροτημένο πολιτικό λόγο. Η «Ιδρυτική Διακήρυξη», η οποία υποσχόταν ένα συμμετοχικό και διαφανές μοντέλο διοίκησης, θεωρείται από τους διαφωνούντες ότι «προδόθηκε» στην πράξη από τον ίδιο τον πρόεδρο, οδηγώντας στη φίμωση της πολιτικής συζήτησης εντός των οργάνων.
Το συνέδριο ως «παρωδία» και το μοντέλο του «Μεσσία»
Οι αποχωρούντες εξαπολύουν δριμεία επίθεση για τον τρόπο διεξαγωγής του πρόσφατου συνεδρίου, χαρακτηρίζοντάς το «αντι-καταστατικό» και «συνέδριο-παρωδία». Σύμφωνα με τις καταγγελίες, οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν διέλυσαν κάθε ίχνος συλλογικότητας, εγκαθιδρύοντας ένα μοντέλο σχέσης που περιγράφεται γλαφυρά ως «Ηγέτης/Μεσσίας – Εκλεκτοί/Απόστολοι – Μέλη/Ποίμνιο».
Η εγκαθίδρυση αυτής της «νέας κομματικής νομενκλατούρας», στην οποία ορισμένοι βουλευτές φέρονται να απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση χωρίς να λογοδοτούν στα μέλη, αποτέλεσε το οριακό σημείο για τα 269 στελέχη. Διακηρύσσοντας την πίστη τους στις αρχές της αρχικής διακήρυξης, τονίζουν ότι η αποχώρησή τους δεν αποτελεί «ήττα», αλλά μια «ανάληψη ευθύνης» απέναντι στην ανάγκη για πραγματική δημοκρατική εκπροσώπηση, απορρίπτοντας κάθε μορφή πολιτικού μεσσιανισμού.
Η επόμενη ημέρα για την ηγεσία
Το κύμα των παραιτήσεων εκδηλώνεται σε μια κρίσιμη συγκυρία, καθώς ο Στέφανος Κασσελάκης επιδιώκει την «επανεκκίνηση» του φορέα υπό τη νέα του ονομασία. Μέχρι στιγμής, από την πλευρά της ηγεσίας των «Δημοκρατών» δεν έχει υπάρξει επίσημη τοποθέτηση για το εύρος ή τη σημασία των αποχωρήσεων, ούτε για τις βαρύτατες κατηγορίες περί αντιδημοκρατικών πρακτικών.
Η εξέλιξη της εσωκομματικής αμφισβήτησης παραμένει το μεγάλο ερωτηματικό για το επόμενο διάστημα. Μένει να φανεί εάν η κίνηση των 269 θα αποτελέσει ένα μεμονωμένο γεγονός ή αν θα λειτουργήσει ως θρυαλλίδα για περαιτέρω αποσυσπείρωση σε μια βάση που φαίνεται να δοκιμάζεται από τις διαρκείς πολιτικές και οργανωτικές μεταβολές.
Η ανακοίνωση
Η Ελλάδα, μέσα σε αυτή τη δίνη, κουβαλά επιπλέον τις δικές της διαχρονικές υστερήσεις. Θεσμικές αδυναμίες, εξαρτήσεις της Δικαιοσύνης και των ΜΜΕ από την εκτελεστική εξουσία, πελατειακές σχέσεις, κομματισμό, απουσία ενός συνεκτικού αναπτυξιακού οράματος και δομική κοινωνική ανισότητα. Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς καλύτερες πολιτικές· χρειάζεται μια ριζική αλλαγή πολιτικής κουλτούρας με έμφαση στον άνθρωπο.
Αυτή η ανάγκη για αλλαγή αποτέλεσε τον πυρήνα της Ιδρυτικής Διακήρυξης του Κινήματος Δημοκρατίας. Ένα κείμενο που μίλησε με καθαρά λόγια για τις προκλήσεις της εποχής, που έθεσε το πολιτικό διακύβευμα και κάλεσε τους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου και καλύτερου μέλλοντος. Η Διακήρυξη υποσχέθηκε μια νέα μορφή πολιτικής: συμμετοχική, διαφανή, δημοκρατική, με σεβασμό στη βάση και με έμφαση στην ψηφιακή δημοκρατία. Υποσχέθηκε ένα κόμμα της σύγχρονης Κεντροαριστεράς, πιστό στις αξίες της εθνικής ανεξαρτησίας, της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συλλογικής ευθύνης.
Ωστόσο, αυτή η υπόσχεση προδόθηκε από εκείνον που έπρεπε να τη φυλάει ως κόρη οφθαλμού, τον ίδιο τον Πρόεδρο του Κινήματος.
Εκφράζουμε τη βαθιά μας απογοήτευση απέναντι σε έναν Ιδρυτή που απομακρύνθηκε σταδιακά – και τελικά πλήρως – από τις αρχές που ο ίδιος πρώτος συνυπέγραψε. Που σε 2,5 χρόνια παρουσίας στην πολιτική σκηνή μετατοπίζεται διαρκώς, αλλάζοντας το πολιτικό ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Ξεκίνησε ως διάδοχος στο κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, στη συνέχεια μίλησε για Κεντροαριστερά, τώρα διατρανώνει τον όρο «προοδευτικό Κέντρο», φλερτάροντας παράλληλα πολιτικά με την “καλή” Δεξιά και υιοθετώντας ρητορικές και πρακτικές που θυμίζουν επικίνδυνα τον Trumpισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προτροπή του στους Ευρωπαίους ηγέτες να βομβαρδίσουν ξένη χώρα κατά παράβαση των κανόνων διεθνούς δικαίου.
Η συνέπεια λόγων και έργων, θεμέλιο της πολιτικής αξιοπιστίας, κατέρρευσε.
Η εσωκομματική δημοκρατία, που παρουσιαζόταν ως ακρογωνιαίος λίθος του εγχειρήματος, υπονομεύτηκε συστηματικά. Δημιουργήθηκε μια νέα κομματική νομενκλατούρα, όπου συγκεκριμένοι βουλευτές, ήταν «πιο ίσοι» από τα απλά μέλη, διορισμένοι από τον Ιδρυτή να έχουν προνομιακή πρόσβαση στην οργανωτική δομή του κόμματος, χωρίς λογοδοσία στη βάση. Διαφάνεια υπήρχε μόνο όταν τα αποτελέσματα εξυπηρετούσαν τον Ιδρυτή και ένα μικρό αριθμό στελεχών γύρω του. Όταν η βάση διαφώνησε, η βούλησή της αγνοήθηκε. Θεσμοί παραγκωνίστηκαν, εκλεγμένα όργανα αποδυναμώθηκαν ή καταργήθηκαν de facto, η πολιτική συζήτηση φιμώθηκε. Όταν ο εκλεγμένος Γραμματέας του κόμματος αρνήθηκε να συναινέσει στη φίμωση αυτή, ζητήθηκε η παραίτησή του. Όταν τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου εγκάλεσαν τον Ιδρυτή για αυτή του την απόφαση, μεθοδεύτηκε η κατάργηση του ανώτατου συλλογικού Οργάνου.
Σταδιακά, το κόμμα μετατράπηκε σε ένα απολύτως προεδροκεντρικό σχήμα. Οι ψηφιακές λειτουργίες υπονομεύθηκαν, νέα στελέχη δεν αναδείχθηκαν και η πολιτική ταυτίστηκε με ένα πρόσωπο και τον στενό του κύκλο. Η κορύφωση αυτής της εκτροπής ήρθε με ένα αντι-καταστατικό Συνέδριο-παρωδία, που διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από συλλογικότητα και δημοκρατική νομιμοποίηση, εγκαθιδρύοντας ένα μοντέλο σχέσης Ηγέτη/Μεσσία–Εκλεκτών/Αποστόλων–Μελών/Ποιμνίου.
Δυστυχώς η διαπίστωσή μας είναι σκληρή, μα όχι άδικη.
Είναι φανερό ότι το μόρφωμα στο οποίο εξελίχθηκε το Κίνημα Δημοκρατίας, και με νέο όνομα πλέον, δεν μπορεί να υπηρετήσει την Ιδρυτική του Διακήρυξη και για το λόγο αυτό δεν μπορούμε κι εμείς να παραμένουμε μέλη του. Διαχωρίζουμε τη θέση μας και την πορεία μας.
Απορρίπτουμε τον μεσσιανισμό και παραμένουμε πιστοί στην Ιδρυτική Διακήρυξη, όχι ως τυπικό κείμενο, αλλά ως ηθική και πολιτική δέσμευση για μια κοινωνία ενεργών πολιτών, για μια χώρα με ισχυρό κράτος δικαίου, για μια υγιή δημοκρατία. Προτάσσουμε το συλλογικό σχέδιο απέναντι σε αυτόκλητους σωτήρες, υπηρετούμε ισχυρούς θεσμούς απέναντι σε φαινόμενα προσωπολατρίας.
Η αποχώρησή μας δεν είναι ήττα. Είναι ανάληψη της ευθύνης, είναι επανένωση με την ελπίδα».



