Στο φως της δημοσιότητας έρχονται νέες, συγκλονιστικές πτυχές της υπόθεσης που συγκλόνισε το Ηράκλειο, καθώς η αδελφή του αδικοχαμένου Νικήτα Γεμιστού προχώρησε σε βαρυσήμαντες καταγγελίες σχετικά με τη στάση των αστυνομικών αρχών πριν από το μοιραίο συμβάν. Μέσα από μια λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων, η οικογένεια αναδεικνύει ένα χρονικό τρόμου και απειλών που, όπως υποστηρίζουν, είχε γνωστοποιηθεί εγκαίρως στις αρχές, χωρίς ωστόσο να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας. Η μαρτυρία αυτή θέτει επιτακτικά ερωτήματα για τη διαχείριση των καταγγελιών περί απειλής ζωής και την αποτελεσματικότητα της προληπτικής αστυνόμευσης σε περιπτώσεις έντονης προσωπικής αντιδικίας.
Η κρούση στο αστυνομικό τμήμα και οι αμφιλεγόμενες απαντήσεις
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής του θύματος, η οικογένεια είχε επιχειρήσει επανειλημμένα να κινητοποιήσει τις αρχές. Συγκεκριμένα, η ίδια, συνοδευόμενη από τη μητέρα και την άλλη αδελφή της, επισκέφθηκαν το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα για να αναφέρουν τον φόβο τους για τη δράση του μετέπειτα δράστη. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ενημέρωσαν τους αστυνομικούς για πληροφορίες που είχαν περιέλθει εις γνώσιν τους, σύμφωνα με τις οποίες ο δράστης κατείχε όπλο και εκτόξευε απειλές θανάτου κατά του Νικήτα Γεμιστού.
Η ανταπόκριση των αρχών, όπως περιγράφεται από την αδελφή, χαρακτηρίστηκε από απαξίωση. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, αστυνομικός φέρεται να απάντησε με τη φράση: «Ε, δεν σε σκότωσαν κιόλας. Δηλαδή, τι ήρθες να κάνεις;». Επιπλέον, παρά την έκκληση της οικογένειας για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών και της δικαστικής οδού, η απάντηση που εισέπραξαν ήταν πως το θύμα έφερε την ευθύνη και έπρεπε να τιμωρηθεί. Η στάση αυτή οδήγησε την οικογένεια σε κατάσταση απόγνωσης, βιώνοντας μια καθημερινότητα εγκλωβισμένη στον φόβο.
Όλα όσα είπε η αδελφή του Νικήτα Γεμιστού στο Mega για τις προσπάθειες που είχαν κάνει να τον προστατέψουν και την κακή στάση της αστυνομίας:
Πήγα λοιπόν και μίλησα με τον διοικητή, νομίζω, και του είπα τι με απασχολεί. Μου είπε να φέρω τη μητέρα μου και την αδελφή μου να του μιλήσουν και εκείνες, ώστε να του πούμε ότι φοβούνται. Όπως και έγινε· δύο-τρεις μέρες μετά μιλήσαμε σε έναν αστυνομικό, παρουσία και κάποιου άλλου συναδέλφου του.
Ενώ εξηγούσαμε για ποιο λόγο φοβόμαστε και τι συμβαίνει, ότι ξέραμε από γνωστό πως έχουν όπλο. Έχει όπλο ο φονιάς· το ξέρουμε από γνωστούς ότι περηφανεύεται πως έχει όπλο και ότι θα τον σκοτώσει.
Όταν λοιπόν τους είπαμε ότι φοβόμαστε, ο δεύτερος αστυνομικός μάς είπε:
«Ε, δεν σε σκότωσαν κιόλας. Δηλαδή, τι ήρθες να κάνεις;».
Και όταν του είπαμε ότι δεν είναι αυτή η λύση και ότι ο αδελφός μου πρέπει να δικαστεί όπως πρέπει, γύρισε και μας είπε:
«Ο αδελφός σου φταίει, πρέπει να τιμωρηθεί».
Έφυγα λοιπόν από εκεί. Ζούσαμε μέσα στον φόβο και είχαμε ενημερώσει τη δικηγόρο μας. Ο μικρός ήρθε στο σπίτι μου, σε άλλη περιοχή του Ηρακλείου, στις 7 Νοεμβρίου. Επέστρεψε στο σπίτι του στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα των Χριστουγέννων. Έμεινε συνολικά ενάμιση μήνα στο σπίτι μου.
Την ημέρα που επέστρεψε, στις 25 Δεκεμβρίου, αφού συγκεντρωθήκαμε όλοι, φύγαμε οικογενειακώς για το χωριό όπου έγινε η κηδεία, προκειμένου να ανάψουμε τα καντήλια στη γιαγιά και στον παππού μου. Την ώρα λοιπόν που μπαίναμε στα αυτοκίνητα, πέρασε ο κύριος Παρασύρης από εκεί με το αυτοκίνητό του. Περνούσε και μας παρακολουθούσε.
Το ίδιο βράδυ, το πρώτο βράδυ που έμεινε στο σπίτι μας μετά από ενάμιση μήνα, τον περίμενε κρυμμένος στα χόρτα και του επιτέθηκε πισώπλατα.
Επειδή όμως ο μικρός είχε τον νου του γενικά, καθώς γνώριζε ότι κινδυνεύει, άκουσε έναν θόρυβο και γύρισε. Έτσι, πρόλαβε και έβαλε τα χέρια του μπροστά· δέχτηκε δύο χτυπήματα στα χέρια από αυτό που κρατούσε ο δράστης.
Ωστόσο, ο μπαμπάς μου, ο οποίος κοιμάται στον καναπέ με τα παπούτσια εδώ και χρόνια για να έχει τον νου του, βγήκε έξω και τον έσωσε, καθώς άναψε το φως και ο μικρός μπορούσε να δει.



