Σε μία ριζική αναδιάρθρωση του ομοσπονδιακού πλαισίου χρηματοδότησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες προχωρά η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, συνδέοντας άμεσα τη χορήγηση φοιτητικών δανείων με την οικονομική αποδοτικότητα των πτυχίων στην αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της εφημερίδας Los Angeles Times, το Υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ οριστικοποίησε νέο ρυθμιστικό κανόνα, ο οποίος υποχρεώνει τα ακαδημαϊκά ιδρύματα να αποδεικνύουν ότι τα δάνεια που συνάπτουν οι φοιτητές έχουν ουσιαστικό αντίκρισμα σε μελλοντικά εισοδήματα.
Το μέτρο, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το 2027, θέτει εκτός ομοσπονδιακής δανειοδότησης προγράμματα σπουδών των οποίων οι απόφοιτοι δεν επιτυγχάνουν επαρκείς απολαβές, προκαλώντας έντονες τριβές στον ακαδημαϊκό και πολιτικό κόσμο.
Ενώ η κυβέρνηση παρουσιάζει την πρωτοβουλία ως αναγκαίο μηχανισμό «λογοδοσίας» των πανεπιστημίων, εκπαιδευτικοί φορείς και αναλυτές κάνουν λόγο για ευθεία επίθεση σε κοινωνικά κρίσιμα επαγγέλματα και στις ανθρωπιστικές επιστήμες.
Το κριτήριο του IRS και τα προγράμματα που τίθενται στο στόχαστρο
Ο νέος μηχανισμός αξιολόγησης βασίζεται σε συγκεκριμένα ποσοτικά δεδομένα της αμερικανικής φορολογικής αρχής (IRS). Το Υπουργείο Παιδείας προτίθεται να καταγράφει το ύψος των εισοδημάτων των αποφοίτων τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, συγκρίνοντάς τα με τις αποδοχές ατόμων αντίστοιχης ηλικίας που κατέχουν αποκλειστικά απολυτήριο λυκείου. Εάν οι μισθολογικές απολαβές των πτυχιούχων υπολείπονται αυτού του βασικού ορίου, το συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών θα χάνει το δικαίωμα ένταξης των φοιτητών του στο σύστημα των ομοσπονδιακών φοιτητικών δανείων.
Οι συνέπειες του μέτρου αναμένεται να πλήξουν δυσανάλογα παραδοσιακά χαμηλόμισθους κλάδους. Τα προγράμματα που εκτιμάται ότι θα δεχθούν το ισχυρότερο πλήγμα περιλαμβάνουν:
-
Την κοινωνική εργασία (social work).
-
Τις καλές τέχνες και τη μουσική.
-
Τις θρησκευτικές και θεολογικές σπουδές.
-
Την εκπαίδευση βοηθών διδασκαλίας.
-
Τα προγράμματα πιστοποίησης αισθητικής και κοσμητολογίας.
Ιδιαίτερα ευάλωτα στον νέο έλεγχο καθίστανται επίσης τα ιδιωτικά προγράμματα κερδοσκοπικού χαρακτήρα (for-profit programs), τα οποία ιστορικά συγκεντρώνουν υψηλά επίπεδα φοιτητικού δανεισμού.
Αντιδράσεις για την κοινωνική αξία των επαγγελμάτων και τις ανθρωπιστικές σπουδές
Η σύνδεση της κρατικής ενίσχυσης αποκλειστικά με το ύψος του μισθού πυροδότησε έντονες επικρίσεις από εκπροσώπους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η κοινωνική αναγκαιότητα ενός επαγγέλματος δεν μπορεί να αποτιμάται με αυστηρά χρηματοοικονομικούς όρους.
Μιλώντας στους Los Angeles Times, ο Τεντ Μίτσελ (Ted Mitchell), επικεφαλής του Αμερικανικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης (American Council on Education), υπογράμμισε την κρισιμότητα κλάδων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κοινωνικής πρόνοιας:
«Χρειαζόμαστε κοινωνικούς λειτουργούς. Είτε πρόκειται για την επιδημία της φαιντανύλης είτε για τους άστεγους στο Λος Άντζελες, χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν στον δρόμο με εκείνους που το έχουν περισσότερο ανάγκη».
Ανησυχία εκφράζεται ωστόσο και από συντηρητικούς νομικούς κύκλους. Ο Γκρέγκορι Μπέιλορ (Gregory Baylor), ανώτερος νομικός σύμβουλος της χριστιανικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Alliance Defending Freedom (η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ομάδα μίσους από το Southern Poverty Law Center), διατύπωσε σαφείς ενστάσεις:
«Η κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να τιμωρεί ανθρώπους που ακολουθούν κοινωνικά πολύτιμα λειτουργήματα απλώς και μόνο επειδή, κατά την κρίση της, δεν κερδίζουν αρκετά χρήματα».
Από την πλευρά του, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ, Τζόναθαν Τζίναπ (Jonathan Gienapp), ανέδειξε την ιδιαιτερότητα των θεωρητικών επιστημών:
«Σε ορισμένα πεδία σπουδών, ιδιαίτερα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, το κατά πόσον ένα πρόγραμμα υπήρξε επιτυχές και επιτέλεσε εξαιρετικά την εκπαιδευτική του αποστολή ενδέχεται να μην συνδέεται άμεσα με την προοπτική άμεσων αποδοχών».
Η επίσημη απάντηση του Υπουργείου Παιδείας: «Όχι σε προγράμματα πρόνοιας για αποτυχημένα κολέγια»
Αντιδρώντας στις επικρίσεις και στα δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για «απαγόρευση» πτυχίων, το Υπουργείο Παιδείας των ΗΠΑ παρενέβη δημόσια μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (@usedgov), απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς ως ψευδείς ειδήσεις και υπεραμυνόμενο της φιλοσοφίας του μέτρου:
«Αυτή είναι fake news στην καλύτερη εκδοχή της. Καταρχάς, δεν “απαγορεύουμε” κανένα πρόγραμμα. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν καθορίζει προγράμματα σπουδών ή μαθήματα. Ιδού η αλήθεια: καθιστούμε τα κολέγια υπόλογα για το γεγονός ότι αφήνουν τους φοιτητές σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι αν δεν είχαν εγγραφεί ποτέ. Πάρα πολλοί απόφοιτοι αναφέρουν ότι καθυστερούν σημαντικά ορόσημα της ζωής τους, όπως η αγορά κατοικίας ή η δημιουργία οικογένειας. Γιατί; Επειδή προγράμματα με χαμηλή απόδοση επένδυσης τους φόρτωσαν με δυσβάσταχτο χρέος, το οποίο δεν επρόκειτο ποτέ να μεταφραστεί σε μία πραγματική θέση εργασίας. Τα ομοσπονδιακά φοιτητικά δάνεια δεν είναι πρόγραμμα πρόνοιας για αποτυχημένα κολεγιακά προγράμματα. Οι Αμερικανοί φοιτητές αξίζουν εκπαιδευτικές διαδρομές και κατάρτιση που τους προετοιμάζουν για το εργατικό δυναμικό — και διαφάνεια σχετικά με προγράμματα που δεν πρόκειται ποτέ να αποδώσουν».
Σύμφωνα με την κυβερνητική θέση, ο στόχος είναι η προστασία των δανειοληπτών από υπέρογκα χρέη χωρίς αντίκρισμα και η επιβολή διαφάνειας απέναντι σε ιδρύματα που εισπράττουν δίδακτρα χωρίς να εξασφαλίζουν βιώσιμη επαγγελματική αποκατάσταση.



