
Του Αντρέα Χιωτάκη *
Η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές που αποσκοπούν στη «βελτίωση των στατιστικών δεικτών» (Eurostat) παρά σε πραγματικές, μόνιμες μειώσεις τιμών για την τσέπη των πολιτών.
Την Δευτέρα 31 Αυγούστου, τέθηκε σε ισχύ η Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών στα σούπερ Μάρκετ .Άλλο ένα προσωρινό και αποσπασματικό μέτρο .
Τα αποτελέσματα από την πρώτη επίσημη ημέρα εφαρμογής του , δείχνουν μια μεσοσταθμική μείωση τιμών κατά 7% , σε περισσότερους από 1.660 κωδικούς προϊόντων , από 90 προμηθευτές, σε 12 μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και 3 εξειδικευμένες αλυσίδες παιχνιδιών και σχολικών ειδών.
Να σημειωθεί ότι ένα τυπικό, μεσαίο σούπερ μάρκετ διαθέτει περίπου 20.000 κωδικούς προϊόντων. Οπότε μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η πραγματική συνολική μείωση είναι 0,64% .
Τα πραγματικά αποτελέσματα της προηγούμενης εφαρμογής των κυβερνητικών μέτρων για τη «μείωση τιμών στο ράφι» (όπως το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, η κατάργηση των παροχών στα μανάβικα και τα κρέατα και η μείωση των εκπτώσεων των προμηθευτών κατά 30% ) δείχνουν μια διπλή εικόνα.
Από τη μία πλευρά, καταγράφηκε μια σταθεροποίηση και οριακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στα σούπερ μάρκετ, όμως οι καταναλωτές ένιωσαν μικρή ανακούφιση στην τσέπη τους, καθώς οι μειώσεις αφορούσαν συγκεκριμένους κωδικούς .
Παρά την αριθμητική βελτίωση, η πραγματική αίσθηση των καταναλωτών διέφερε για τους εξής λόγους: Το πλαφόν αντιμετωπίζει κυρίως τα συμπτώματα και όχι τις γενεσιουργούσες αιτίες των ανατιμήσεων, οι οποίες συχνά συνδέονται με τη διεθνή αύξηση του κόστους πρώτων υλών και ενέργειας και επιπλέον δεν αντιμετωπίζει προγενέστερες ανατιμήσεις.
Στα φρέσκα προϊόντα (οπωροκηπευτικά, κρέατα), η διαφορά ανάμεσα στην τιμή που πουλάει ο παραγωγός και την τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής παρέμεινε τεράστια.
Λόγω της νομοθεσίας που περιόρισε τις αντίστοιχες προσφορές των προμηθευτών (π.χ. «1+1 δώρο» ή επιπλέον εκπτώσεις), στις περισσότερες περιπτώσεις η μόνιμη μείωση της τιμής ραφιού ήταν μικρότερη από το όφελος που είχε ο καταναλωτής πριν από τις προσφορές. Οπότε μπορούμε να πούμε ότι η η κυβέρνηση εφαρμόζει πολιτικές που αποσκοπούν στη «βελτίωση των στατιστικών δεικτών» (Eurostat) παρά σε πραγματικές, μόνιμες μειώσεις τιμών για την τσέπη των πολιτών.
Εστιάζει κυρίως στον προσωρινά αποσπασματικό χαρακτήρα των μέτρων και αυτά εφαρμόζονται σε περιόδους αύξησης του πληθωρισμού η προεκλογικά !
Η εφαρμογή προγραμμάτων όπως η Εθνική Πρωτοβουλία για μειώσεις τιμών ή το παλαιότερο «Καλάθι του Νοικοκυριού». αφορούν συγκεκριμένους κωδικούς προϊόντων που συχνά περιλαμβάνονται στο «καλάθι» με βάση το οποίο η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζουν τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Μειώνοντας τεχνητά τις τιμές μόνο
σε αυτά τα προϊόντα, ο επίσημος πληθωρισμός εμφανίζεται μειωμένος, ενώ η γενικότερη ακρίβεια στα υπόλοιπα προϊόντα του ραφιού συνεχίζει να καλπάζει.
Η κυβερνητική ρητορική συχνά πανηγυρίζει όταν ο πληθωρισμός πέφτει, για παράδειγμα, από το 5% στο 3%.
Η μείωση του πληθωρισμού δεν σημαίνει όμως , μείωση τιμών, αλλά ότι οι τιμές αυξάνονται με πιο αργό ρυθμό.
Για τον καταναλωτή, η ακρίβεια είναι σωρευτική: ένα προϊόν που ακρίβυνε 20% πέρυσι και 3% φέτος, παραμένει 23% ακριβότερο.
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη στατιστική επιβράδυνση ως τεκμήριο επιτυχίας, ενώ η αγοραστική δύναμη των πολιτών συνεχίζει να διαβρώνεται.
Η εμμονή σε αυτά τα «εργαλεία» γίνεται για να μην διαταραχθούν τα φορολογικά έσοδα του κράτους (τα οποία διογκώνονται λόγω του υψηλού ΦΠΑ επί των ακριβών προϊόντων) και για να επιτυγχάνονται τα πρωτογενή πλεονάσματα που ζητά η ΕΕ. Έτσι, η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει «καλούς δείκτες» στα χαρτιά, αλλά στην καθημερινότητα οι πολίτες συνεχίζουν να πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές στην Ευρώπη .
Η διόγκωση των φορολογικών εσόδων μέσω του ΦΠΑ και η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελούν κεντρικά σημεία της ελληνικής οικονομικής πολιτικής, προκαλώντας έντονες επιπτώσεις στην αγορά και στους καταναλωτές.
Αιτιολογείται από την επιβολή αυστηρών στόχων για τη μείωση του δημοσίου χρέους, από το αναθεωρημένο Σύμφωνο Σταθερότητας. Όμως η Ελλάδα βασίζεται δυσανάλογα στους έμμεσους φόρους .Ο ΦΠΑ επιβαρύνει οριζόντια τους καταναλωτές, πλήττοντας περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα. Στη συνέχεια τα πλεονάσματα χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση έκτακτων επιδομάτων .
Η διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων, όμως , στερεί πόρους από την πραγματική οικονομία και τις δημόσιες επενδύσεις.
Όταν η οικονομία αναπτύσσεται πραγματικά, αυξάνονται αυτόματα τα έσοδα από φόρους (λόγω κατανάλωσης και εταιρικών κερδών) χωρίς να χρειάζεται η επιβολή νέων φορολογικών μέτρων.
Η Ελλάδα καταγράφει αγοραστική δύναμη στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου (32% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ) . Παράλληλα, το γενικό επίπεδο τιμών καταναλωτή συνεχίζει να συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φτάνοντας στο 84% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η ασύμμετρη σχέση ανάμεσα στα εισοδήματα και το κόστος ζωής:
Υπάρχουν τουλάχιστον 8 βασικές οικονομικές και διοικητικές παρεμβάσεις για τη μείωση των τιμών στα βασικά καταναλωτικά αγαθά, τις οποίες η κυβέρνηση επιλέγει να μην εφαρμόσει . Αυτό επιβεβαιώθηκε στις προεκλογικές εξαγγελίες της Δ.Ε.Θ.
Ενώ εστιάζει κυρίως σε εθελοντικές συμφωνίες μειώσεων με τους προμηθευτές και τα σούπερ μάρκετ, οι εναλλακτικοί τρόποι που παραμένουν εκτός κυβερνητικής ατζέντας είναι οι εξής:
1.Μείωση ή Μηδενισμός του ΦΠΑ στα Βασικά Αγαθά
Η μείωση του ΦΠΑ (π.χ. από το 13% στο 6% ή και στο 0%) σε βασικά είδη διατροφής, όπως το ψωμί, το γάλα, το κρέας και τα λαχανικά.
- Μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα Καύσιμα
Την οριζόντια μείωση του ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης/θέρμανσης και τη βενζίνη. Η μείωση των καυσίμων ρίχνει το κόστος παραγωγής και διανομής.
- Επιβολή Ανώτατης Τιμής Καταναλωτή
Τον καθορισμό μιας μέγιστης επιτρεπόμενης τιμής πώλησης για συγκεκριμένα προϊόντα πρώτης ανάγκης, αντί για το πλαφόν στο ποσοστό κέρδους.
- Αυστηρός Έλεγχος της Εφοδιαστικής Αλυσίδας «από το Χωράφι στο Ράφι»
Την υποχρεωτική καταγραφή και δημοσιοποίηση των τιμών σε κάθε στάδιο για τον εντοπισμό του ακριβούς σημείου όπου εκτοξεύεται το κέρδος.
- Μείωση του Κόστους Παραγωγής στην Αγροτική Οικονομία
Την απευθείας επιδότηση των αγροτών και κτηνοτρόφων για την αγορά λιπασμάτων, ζωοτροφών και αγροτικού ρεύματος, ώστε τα ελληνικά προϊόντα να βγαίνουν φθηνότερα από την παραγωγή.
- Πραγματική Ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με Προσωπικό
Την άμεση στελέχωση και παροχή πόρων για την πάταξη των ολιγοπωλίων και των εναρμονισμένων πρακτικών (καρτέλ) που κρατούν τεχνητά υψηλές τις τιμές στις πολυεθνικές.
- Αυστηρότερος Έλεγχος των Πολυεθνικών και της «Γεωγραφικής Διαφοροποίησης»
Την απαγόρευση των εδαφικών εφοδιαστικών περιορισμών . Πρόκειται για την πρακτική των πολυεθνικών να πωλούν το ίδιο ακριβώς επώνυμο προϊόν πολύ ακριβότερα σε μικρότερες αγορές (όπως η ελληνική) σε σχέση με τις μεγάλες (π.χ. Γερμανία).
8.Φορολόγηση των Υπερκερδών στα Σούπερ Μάρκετ
Έκτακτους φόρους στα υπερκέρδη των μεγάλων αλυσίδων λιανικής και των ομίλων τροφίμων, χρησιμοποιώντας αυτά τα έσοδα για την απευθείας ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων.
Το κύριο συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα επιλέγει μια νεοφιλελεύθερη και έμμεση παρέμβαση στην αγορά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εστιάζοντας στον έλεγχο του κέρδους και στην εθελοντική συμμόρφωση αντί για δραστικά μέτρα.
* Πολιτικός αναλυτής, αρθρογράφος.
Στέλεχος αλυσίδας Σούπερ Μάρκετ.



