Η πεντάμορφη Ουρανία, ο πατήρ Τζιμπογιάννης και η φυγή απ’ το Γιαγτζιλάρ

Κανένα σχόλιο

Περίληψη από το βιβλίο της Ελευθερίας Μπαντουράκη – Μπολέτη

«Τα όνειρά μας ταξιδεύουν… στην Ιωνία»

Ο πατήρ Τζιμπογιάννης ήταν όμορφος σαν αρχάγγελος. Όταν έβγαινε στην ωραία πύλη της Αγίας Τριάδας στο χωριό του, το Γιαγτζιλάρ και έψαλλε το «Άνω σχώμεν τας καρδίας» με τα ξανθά μαλλιά του λιτά, έμοιαζε με άγγελο που κατέβηκε απ’ τον ουρανό. Είχε πέντε παιδιά. Τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Το ένα του αγόρι, ο Γιώργος πολεμούσε στο μέτωπο.

"Sponsored links"

Όταν έσπασε το μέτωπο ο Γιώργος έτρεξε να ειδοποιήσει. Ανέβηκε στο βουνό που είχε ο θείος του το κοπάδι με τα γίδια γιατί δεν ήξερε αν ο Τούρκικος στρατός είχε περάσει μπροστά απ’ το χωριό του και το ‘χε περικυκλώσει.

Ειδοποίησαν όλους τους κατοίκους πως το μέτωπο έσπασε. Η γιαγιά της Ελευθερίας Μπαντουράκη ειδοποίησε έναν – έναν τους χωριανούς να πάρουν ό,τι πολύτιμο είχαν και να κατέβουν στην θάλασσα να περάσουν στην Σάμο.

Ο πατήρ Τζιμπογιάννης δεν ήθελε να φύγουν

– Δεν φεύγομε απ’ τα χώματά μας.

Δεν φεύγομε απ’ την γη μας, έλεγε με πείσμα.

Θα παραδοθούμε, τακτικός στρατός είναι δεν είναι οι Τσέτες – έλεγε – τι θα μας κάνουν; Θα μας συλλάβουν, αφού θα παραδοθούμε και μετά θα επέμβουν οι σύμμαχοί μας και θα μας ελευθερώσουν. Έτσι το χωριό διασπάστηκε.

Η γιαγιά της Ελευθερίας Μπολέτη πήγαινε μπροστά και ακολουθούσαν αυτοί που πήραν τον δρόμο της φυγής. Όμως δεν ήξεραν τι υπήρχε μπροστά τους. Αν είχε περάσει ο Τούρκικος στρατός αν υπήρχαν Τσέτες. Γυναίκες έγκυοι έπεφταν κάτω και πριν ο Τούρκος τους βγάλει το μωρό απ’ την κοιλιά με την ξιφολόγχη και να ξερκαρδίζεται στα γέλια για τον ηρωισμό του, πέθαιναν οι έρημες από φόβο και αιμοραγία. Μάνες έπνιγαν τα παιδιά τους για να μην κλαίνε και τ’ ακούσουν οι Τούρκοι και τους βρουν και τους σκοτώσουν όλους.

Έτσι προχωρούσαν διστακτικά, μη ξέροντας τι θα βρεθεί μπροστά τους, αν καταφέρουν να φτάσουν στα παράλια. Κάποια στιγμή είδαν σώμα στρατού. Δεν ήξεραν αν ήταν Ελληνικός η Τούρκικος. Η γιαγιά προχώρησε. Βρέθηκε μπροστά σ’ ένα καβαλάρη. Της μίλησε Ελληνικά. Κατέβηκε απ’ το άλογο.

– Είμαι ο Πλαστήρας, της είπε.

"Sponsored links"

Η γιαγιά γονάτισε και του φίλησε τα πόδια. Ήταν ο Πλαστήρας μπροστά της, ημίθεος για τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, ζωντανός θρύλος. Ήταν ο Μαύρος Καβαλάρης που κάλπαζε και τρέποντο σε φυγή οι Τούρκοι.

Ο Πλαστήρας την σήκωσε και της είπε:

– Θα προχωρήσομε μπροστά με την ομάδα μου, θα σας ανοίξομε τον δρόμο για τα παράλια.

Εν το μεταξύ στο χωριό έμειναν όσοι αποφάσισαν να παραδοθούν στον Τουρκικό στρατό έχοντας εμπιστοσύνη στους κανόνες του πολέμου και στους συμμάχους.

Ανάμεσά τους ήταν ο πατήρ Τζιμπογιάννης με τα τέσσερα απ’ τα πέντε παιδιά του. Τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Το άλλο του αγόρι ήταν ο Γιώργος που γύρισε σπ’ το μέτωπο, αλλά προτίμησε να μην μπει στο χωριό. Απ’ τα όσα είχαν δει τα μάτια του. Ανέβηκε στο βουνό στον θείο του τον Μπολέτη του οποίου την αδελφή είχε παντρευτεί ο πατήρ Τζιμπογιάννης. Μαζί με τους βοσκούς, το θείο του και 400 γίδια από τα δυόμιση χιλιάδες που είχε ο θείος, κατέβηκαν στα παράλια απέναντι απ’ τη Σάμο. Περιπλανήθηκαν μη ξέροντας πώς θα περάσουν απέναντι. Οπότε μέσα στην μαύρη τους καταχνιά σαν φωνή Θεού ακούστηκε απ’ τη θάλασσα από μια μαούνα να καλούν αν υπάρχει Μπολέτης. Ήταν δύο μαούνες που διέσχιζαν πάνω – κάτω τα παράλια, φάχνοντας και καλώντας με τηλεβόα τον Μπολέτη.

Ο παππούς άκουσε τ’ όνομά του πλησίασε την μαούνα και ρώτησε

– Ποιοι είστε και τι θέλετε τον Μπολέτη, εγώ είμαι!

Και τότε παρουσιάστηκε ο φίλος του, έμπορας απ’ την Σάμο, που προμηθευόταν απ’ αυτόν κτηνοτροφικά προϊόντα και που ο παππούς τον είχε βοηθήσει σε μια δύσκολη καμπή της ζωής του. Ο Σαμιώτης έμπορας δεν το ξέχασε, νοίκιασε δυό μαούνες και τον έψαχνε στα παράλια για να τους σώσει. Όμως είχαν διασπαστεί. Και έτσι σώθηκαν μόνο ο παππούς, ο ανηψιός του Γιώργος, οι βοσκοί του όλοι και 400 γίδια. Μπήκαν στην μαούνα και πήγαν στην Σάμο. Στο χωριό τώρα αυτοί που έμειναν χάθηκαν εκτός από τον πατήρ Τζιμπογιάννη.

Σφαγιάστηκαν στο χωριό που έμειναν τα τρία του παιδιά και η γυναίκα του η παπαδιά. Από τα πέντε παιδιά του σώθηκε μόνο ο Γιώργης όπως προείπαμε και η πεντάμορφη Ουρανία. Μόλις ο Τούρκικος στρατός μπήκε στο χωριό ο Τούρκος αξιωματικός άρπαξε την Ουρανία στο άλογό του και εξαφανίστηκε καλπάζοντας. Κραυγές απελπισίας απ’ την Ουρανία που ζητούσε βοήθεια απ’ τη μάννα της και τ’ αδέλφια της και οδυρμοί απ’ τη μάννα της και τ’ αδέλφια της. Όμως χάθηκε το άλογο απ’ τα μάτια τους σαν καπνός, σα άνεμος.

Έτσι χάθηκε η Ουρανία. Αυτοί που γλύτωσαν ο αδελφός της Γιώργος, ο πατέρας της, την είχαν νεκρή. Η όμορφη κόρη του παπά Γιάννη χάθηκε. Δεν ήξεραν αν σφαγιάσθηκε μετά την αρπαγή της, αν ζούσε σε κάποιο χαρέμι, άγνωστη η τύχη της.

Πέρασαν μερικά χρόνια, έγινε ειρήνη, έγιναν συνθήκες ήλθε ηρεμία στους λαούς. Οπότε άρχισαν οι δικοί μας ζωέμποροι απ’ τα νησιά να περνούν κρυφά απέναντι και να εμπορεύονται ζώα. Πήγαινε ένας δικός μας διάφορα πράγματα απ’ τα νησιά, τα πουλούσε αγόραζε ζώα και επέστρεφε. Και ξανά και ξανά. Όργωνε όλα τα παράλια. Σ’ ένα ταξίδι του έφτασε μέχρι το Αξάρι. Εκεί είχε μια αναπάντεχη συνάντηση. Πήγε σε μια βρυσούλα να δροσιστεί. Δύο νέες γυναίκες έπαιρναν νερό και μιλούσαν Ελληνικά. Πάγωσε το αίμα στις φλέβες του. Τις αναγνώρισε. Ήταν η Ουρανία Τζιμπογιάννη και η Μαρία η γυναίκα του Μιχάλη του Στυλιανού. Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του να τις κοιτάξει, προσποιούμενος πως πίνει νερό, σκυμμένος πάντα λέει:

– Ουρανία, ο πατέρας σου ζει και ο αδελφός σου ο Γιώργος είναι στην Κρήτη και είναι καλά. Αν θέλεις σε παίρνω μαζί μου.

– Έχω πέντε παιδιά. Πού να τ’ αφήσω, δεν μπορώ. Πες τους, πως τους αγαπώ, πως τους θυμάμαι πάντα! Μα με παντρεύτηκε δεν με πήγε σε χαρέμι και έχω πέντε παιδιά.

Ο άνθρωπος έφερε την τρομερή είδηση στους δικούς της. Η πληγή άρχισε πάλι να τρέχει. Μετά από χρόνια συνέβει κάτι που αναστάτωσε τους δικούς της ξανά. Στη Σούδα, είχε έρθει μια μοίρα στόλου του ΝΑΤΟ, μαζί και δύο Τούρκικα καράβια. Δύο νέα παιδιά μιλώντας τέλεια Ελληνικά κατέβηκαν στο λιμάνι και ρώτησαν αν υπάρχει κάποιος που να γνωρίζει την οικογένεια Τζιμπογιάννη. Κάποιος Μικρασιάτης λιμενεργάτης είπε ότι μια οικογένεια ζούσε στο Καστέλι Κισσάμου.

Έσπευσαν μερικοί άνθρωποι να ειδοποιήσουν τον ιερέα πως δύο εγγόνια του, Τούρκοι όμως, αλλά μιλούν Ελληνικά, τον ψάχνουν. Ο παπάς κατέβηκε στη Σούδα να δει τα παιδιά της Ουρανίας και ας ήταν Τούρκοι, δεν πρόλαβε όμως. Ο στόλος είχε φύγει μόλις. Είδε μόνο τα καράβια να φεύγουν. Σήκωσε το χέρι του αποχαιρέτησε τα καράβια και μαζί τα εγγόνια του. Κανείς πια δεν έμαθε τίποτα για την Ουρανία την πανέμορφη κόρη του παπά Γιάννη απ’ το Γιαγτζιλάρ, το μικρό χωριό ανάμεσα Βουρλά και Σμύρνη. Όσο για τους κατοίκους του μικρού χωριού που εμπιστεύτηκαν τον τακτικό Τούρκικο στρατό και τους συμμάχους είχαν όλο άγριο τέλος. Εκτός απ’ τον παπά Γιάννη που γλύτωσε από θαύμα. Για να γίνει μάρτυρας και να μιλήσει για το φοβερό τέλος των ειρηνικών κατοίκων του μικρού χωριού που εμπιστεύτηκαν άκαρδους ανθρώπους συμμάχους και κανόνες πολέμου.

Τους μάζεψαν όλους τους κατοίκους ο τακτικός στρατός, όχι εδώ οι Τσέτες, σ’ ένα σημείο έξω απ’ το χωριό. Τους είπαν να πάρουν μαζί τους ό,τι πολύτιμο είχαν, τα τιμαλφή τους, τα διαμάντια τους, τα μαργαριτάρια τους. Μη περάσουν οι Τσέτες και λεηλατήσουν τα άδεια σπίτια. Έτσι τους είπαν. Για να μην μπουν στον κόπο να ψάχνουν. Για να τα βρουν έτοιμα. Οι κάτοικοι πίστεψαν, τα πήραν μαζί τους και τους ακολούθησαν. Τους πήγαν σ’ ένα ερημικό μέρος. Εκεί περίμεναν. Ανησυχούσαν. Δεν ήξεραν γιατί.

Ένας Έλληνας που ήξερε Τούρκικα τους άκουσε να λένε: «Οι Μεγάλες Δυνάμεις μας απαγόρευσαν την σφαγή. Η ξιφολόγχη όμως επιτρέπεται. Θα τους τρυπήσομε όλους με την ξιφολόγχη.»

Φόβος και τρόμος έπιασε τους αιχμαλώτους. Πέταξαν όπου μπορούσαν και δεν φαινόταν τα χρυσαφικά τους. Για να μην τα βρουν έτοιμα οι σφαγείς. Και η ξιφολόγχη ξεκίνησε το έργο της με τις ευλογίες των συμμάχων. Όσοι τραυματίζονταν στο τέλος του έργου τους, τους έδεσαν τον έναν με τον άλλον για να μη μπορούν να φύγουν. Όπως ήταν ακόμα ζωντανοί τους έφαγαν τα όρνια και τα τσακάλια. Το είδε με τα μάτια του ο παπά Γιάννης που έζησε για να μαρτυρήσει τα μαρτύρια των Αθώων των Αμνών. Ο παπάς τρυπήθηκε 17 φορές. Η τελευταία ήταν στην καρδιά. Η ξιφολόγχη καρφώθηκε και δεν έβγαινε στην ασημένια εικόνα της Παναγιάς που την πήρε μαζί του και την έβαλε κάτω απ’ το ράσο του, στο στήθος του. Την τράβηξαν και δεν έβγαινε. Νόμισαν, πως πέρασε την καρδιά κι έπιασε κόκκαλο, άρα νεκρός. Και δεν τον έδεσαν. Έπεσε νύχτα. Ο παπάς κύλησε στη χαράδρα. Οι πόνοι του αφόρητοι. Αλλά άντεχε. Χώθηκε σ’ ένα πυκνό βάτο. Οι Τούρκοι βλαστήμησαν όταν είδαν πως ξέφυγε. Άρχισαν να τον ψάχνουν. Η ουρά μιας φοράδας τον άγγιξε στο πρόσωπο. Αλλά δεν τον είδαν. Έτσι γλύτωσε. Κρυβόταν τη μέρα σερνόταν τη νύχτα. Πήγε και έπλυνε τις πληγές του σ’ ένα ποτάμι.

Γιατί έζησα; Αναρωτιόταν. Όλοι μου οι αγαπημένοι χάθηκαν. Η γυναίκα μου τα παιδιά μου, οι φίλοι μας, οι χωριανοί μας, οι συγγενείς μας. Μα ο Θεός μ’ εσωσε για να μαρτυρήσω αυτά που έκαναν οι Τούρκοι στους ανθρώπους μας:

Α.Κ.

Στα : Θεσεις

Το αρθρο δημοσιευτηκε απο τον/την:

Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Η απάντησή σας

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

ΚΡΗΤΗ FM 101.5 live