Ένα σαφές αλλά κάθε άλλο παρά καθησυχαστικό μήνυμα έστειλαν στους ηγέτες των χωρών της G7 οι επικεφαλής των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης στον κόσμο, κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής στις γαλλικές Άλπεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, ο επικεφαλής της Google DeepMind, Ντέμις Χασάμπις, και ο ιδρυτής της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, κάθισαν στο ίδιο τραπέζι με ηγέτες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Κιρ Στάρμερ, ζητώντας από τις κυβερνήσεις να προχωρήσουν άμεσα στη δημιουργία ενός πλαισίου διακυβέρνησης της τεχνητής νοημοσύνης.
Ωστόσο, παρότι συμφώνησαν ότι απαιτείται επείγουσα δράση, διαφώνησαν έντονα για το ποιος πρέπει να ελέγχει την τεχνολογία, πώς θα ρυθμίζεται η πρόσβαση σε αυτήν και ποιος θα έχει τον τελικό λόγο στις αποφάσεις.
«Έχουμε ελάχιστο χρόνο»
Σύμφωνα με πληροφορίες από τη συνάντηση, και οι τρεις κορυφαίοι παράγοντες της βιομηχανίας προειδοποίησαν ότι οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα στενό χρονικό παράθυρο για να προετοιμαστούν.
Ο Ντέμις Χασάμπις εκτίμησε ότι οι κρίσιμες εξελίξεις θα έρθουν μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια.
Ο Ντάριο Αμοντέι ήταν ακόμη πιο απόλυτος, υποστηρίζοντας ότι μέσα σε ένα έως δύο χρόνια τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τον άνθρωπο σχεδόν σε κάθε γνωστικό πεδίο.
Από την πλευρά του, ο Σαμ Άλτμαν δήλωσε ότι «μέσα στα επόμενα ένα ή δύο χρόνια θα έχουμε δημιουργήσει συστήματα με εκπληκτική ισχύ».
Παρότι όλοι υπογράμμισαν τα τεράστια οφέλη που μπορεί να προσφέρει η νέα τεχνολογία, δεν έκρυψαν την ανησυχία τους για τους κινδύνους που τη συνοδεύουν.
Οι φόβοι δεν αφορούν τις θέσεις εργασίας
Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι οι συζητήσεις δεν επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα στην απώλεια θέσεων εργασίας ή στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Αντίθετα, οι μεγαλύτερες ανησυχίες αφορούσαν ζητήματα εθνικής ασφάλειας, όπως κυβερνοεπιθέσεις, βιοτρομοκρατία, πυρηνικές απειλές και στρατιωτικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Αμοντέι προειδοποίησε ότι, εάν συνεχιστεί η σημερινή πορεία ανάπτυξης, η Τεχνητή Νοημοσύνη ενδέχεται να εξελιχθεί στη σημαντικότερη πηγή οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος για τα κράτη.
Μια προοπτική που, σύμφωνα με πληροφορίες, προκάλεσε έντονο προβληματισμό στους ηγέτες εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς όλες οι κορυφαίες εταιρείες του κλάδου βρίσκονται ουσιαστικά υπό αμερικανικό έλεγχο. Ακόμη και η DeepMind, που εδρεύει στο Λονδίνο, ανήκει στη Google.
Ποιος θα ελέγχει την Τεχνητή Νοημοσύνη;
Το βασικό σημείο διαφωνίας αφορούσε το ποιος πρέπει να έχει τον έλεγχο της τεχνολογίας.
Ο Χασάμπις τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας ενός διεθνούς οργανισμού τεχνικών προτύπων, με τη συμμετοχή των κορυφαίων εταιρειών του κλάδου, ο οποίος θα προσαρμόζει διαρκώς τους κανόνες καθώς εμφανίζονται νέοι κίνδυνοι.
«Το ζήτημα είναι υπερβολικά σημαντικό για να αφεθεί αποκλειστικά στους τεχνολόγους. Πρέπει να το καθορίσουμε όλοι μαζί», φέρεται να είπε.
Ο Άλτμαν, αντίθετα, προειδοποίησε για τον κίνδυνο υπερσυγκέντρωσης εξουσίας στα χέρια των ίδιων των εταιρειών που αναπτύσσουν τα συστήματα.
«Μην παραχωρήσετε τις ευθύνες σας σε εταιρείες όπως η δική μου», είπε στους ηγέτες της G7.
Και πρόσθεσε: «Υπάρχει ένας κίνδυνος ακόμη πιο ύπουλος από τους τεχνολογικούς κινδύνους της Τεχνητής Νοημοσύνης: να χρησιμοποιηθούν οι πραγματικοί φόβοι που προκαλεί ως δικαιολογία για να συγκεντρωθεί υπερβολική εξουσία στα χέρια λίγων».
Περιορισμός ή ελεύθερη πρόσβαση;
Μια ακόμη βασική διαφωνία αφορούσε το κατά πόσο η πρόσβαση στις πιο προηγμένες μορφές τεχνητής νοημοσύνης θα πρέπει να περιοριστεί.
Ο Αμοντέι πρότεινε τη δημιουργία μιας συμμαχίας δημοκρατικών χωρών υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η οποία θα ελέγχει την πρόσβαση στις πιο ισχυρές τεχνολογίες και θα απομονώνει ανταγωνιστές όπως η Κίνα.
Ο Άλτμαν απέρριψε αυτή την προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι μόλις δημιουργηθούν οι απαραίτητες δικλείδες ασφαλείας, η ανθρωπότητα θα πρέπει να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ελευθερίας και της ευρείας πρόσβασης.
«Θέλουμε όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη να επωφεληθούν από αυτή την τεχνολογία και να αποφασίσουν μόνοι τους πώς θα τη χρησιμοποιήσουν», τόνισε.
Η παρέμβαση Στάρμερ
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ δεν πήρε σαφή θέση υπέρ κάποιας από τις δύο προσεγγίσεις.
Επέλεξε να εστιάσει στην ανάγκη διατήρησης της εμπιστοσύνης της κοινωνίας απέναντι στις νέες τεχνολογίες.
Όπως σημείωσε, η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης είναι επείγουσα υπόθεση λόγω της ταχύτητας με την οποία εξελίσσεται.
«Αν οι ίδιοι οι ηγέτες της τεχνολογίας ανησυχούν, τότε ανησυχούν και οι πολιτικοί», είπε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να συμβαδίζει με την προστασία των παιδιών, της ελευθερίας του λόγου και των δημοκρατικών αξιών.
«Αν δεν καταφέρουμε να πετύχουμε και τα δύο, τότε θα χάσουμε τη συναίνεση της κοινωνίας», προειδοποίησε.
Η μεγάλη συζήτηση μόλις ξεκίνησε
Το βασικό ερώτημα που αναδείχθηκε από τη συνάντηση παραμένει ανοιχτό: η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αναπτυχθεί μέσα από αυστηρούς περιορισμούς και διεθνή έλεγχο ή μέσω ευρείας πρόσβασης και ελευθερίας χρήσης;
Εξίσου ανοιχτό παραμένει και το ποιος θα λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της: οι κυβερνήσεις ή οι ειδικοί που τη δημιουργούν.
Αυτό που έγινε σαφές στη σύνοδο της G7 είναι ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της τεχνολογικής επανάστασης θεωρούν πως ο χρόνος για να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα λιγοστεύει γρήγορα.



