Στην εκπομπή της ΕΡΤ «Σαββατοκύριακο από τις 5», με τη συμμετοχή του συνταγματολόγου Σπύρου Βλαχόπουλου, της πολιτικής αναλύτριας Μαριάννας Πυργιώτη, του γενικού διευθυντή της Pulse Γιώργου Αράπογλου και του δημοσιογράφου Γιάννη Μακρυγιάννη, αναλύθηκαν διεξοδικά οι νομικές διέξοδοι και τα ανυπέρβλητα κωλύματα που θέτει η νομοθεσία για το κόμμα του καταδικασμένου πρώην στελέχους της Χρυσής Αυγής.
Η συζήτηση ανέδειξε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της πολιτικής ρητορικής συσπείρωσης και της σκληρής πραγματικότητας των αποφάσεων του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα χαρτογραφήθηκε η ανθεκτικότητα ενός αντισυστημικού ακροατηρίου που επιμένει να αναζητά εκπροσώπηση στο πολιτικό σκηνικό.
Εξετάζοντας τα δεδομένα της εκλογικής νομοθεσίας, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Σπύρος Βλαχόπουλος αποσαφήνισε ότι, σε αμιγώς θεωρητικό επίπεδο, η επιλογή της μεμονωμένης καθόδου παραμένει ανοιχτή, στερείται ωστόσο κάθε πρακτικής πιθανότητας επιτυχίας. Όπως εξήγησε, ένας μεμονωμένος ανεξάρτητος υποψήφιος μπορεί να διεκδικήσει έδρα σε μία συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια —όπως για παράδειγμα στην Α΄ Αθηνών—, ωστόσο ο πήχης της εκλογής είναι απαγορευτικός:
«Πρώτα απ’ όλα μπορεί, και νομίζω ότι σε αυτό συμφωνούμε όλοι, μπορεί να κατέβει ανεξάρτητος μεμονωμένος υποψήφιος σε μία εκλογική περιφέρεια. […] Αλλά προκειμένου να εκλεγεί θα πρέπει να συγκεντρώσει τόσες ψήφους όσες αντιστοιχούν στο 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων πανελλαδικά. Δηλαδή να πάρει σε μία περιφέρεια τις ψήφους που θα έπαιρνε στο 3% όλης της χώρας. […] Αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για ένα σενάριο το οποίο πρακτικά είναι μάλλον αδύνατο να συμβεί. Άρα λοιπόν τυπικά ναι μεν έχει το δικαίωμα να κατέλθει ως μεμονωμένος υποψήφιος, πρακτικά δεν υπάρχουν πιθανότητες εκλογής».
Στο σκέλος των πολιτικών δικαιωμάτων, ο κ. Βλαχόπουλος υπογράμμισε τη συνταγματική πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία η στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι απαιτεί αμετάκλητη ποινική καταδίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση του Εφετείου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό δεν έχει ακόμη καθαρογραφεί, καθώς εκτείνεται σε χιλιάδες σελίδες, γεγονός που σημαίνει ότι η διαδικασία δεν έχει τελεσιδικήσει στον τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας.
Η «υποκρυπτόμενη ηγεσία» και ο συνταγματικός κόφτης του Αρείου Πάγου
Το κρισιμότερο σημείο της νομικής ανάλυσης αφορά τη δυνατότητα του Ηλία Κασιδιάρη να συμμετάσχει ή να ηγηθεί κομματικού συνδυασμού, είτε πρόκειται για νέο μόρφωμα είτε για συνεργασία με υφιστάμενο πολιτικό φορέα. Ο συνταγματολόγος υπενθύμισε τη ρητή νομοθετική διάταξη, η συνταγματικότητα της οποίας έχει επικυρωθεί από την ανώτατη δικαιοσύνη:
«Υπάρχει ρητή διάταξη η οποία έχει κριθεί συνταγματική από τον Άρειο Πάγο σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να ανακηρυχθεί συνδυασμός από το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου στον οποίο συνδυασμό η δεδηλωμένη ή πραγματική, υποκρυπτόμενη ηγεσία είναι πρόσωπο το οποίο έχει καταδικαστεί για μια σειρά από ποινικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης. Άρα λοιπόν, εάν κρίνει ο Άρειος Πάγος ότι η πραγματική ηγεσία του συνδυασμού αυτού είναι ο Ηλίας Κασιδιάρης, δεν μπορεί να ανακηρυχθεί ο συνδυασμός αυτός».
Επικαλούμενος τα νομολογιακά προηγούμενα, ο κ. Βλαχόπουλος σημείωσε ότι ακριβώς αυτός ο μηχανισμός εφαρμόστηκε στην περίπτωση του κόμματος «Έλληνες» στις εθνικές εκλογές του 2023, καθώς και στον αποκλεισμό των «Σπαρτιατών» στις ευρωεκλογές του 2024. Επιπλέον, τόνισε ότι δημόσιες παρεμβάσεις, συνεντεύξεις τύπου και πολιτικές ανακοινώσεις λειτουργούν ως αποδεικτικά στοιχεία που πιστοποιούν την πραγματική καθοδήγηση. Παράλληλα, ισχύει και η διάταξη βάσει της οποίας ο Άρειος Πάγος δύναται να μην ανακηρύξει συνδυασμό όταν η δράση του «δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», ιδίως όταν υποψήφιος έχει καταδικαστεί για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης.
Καταλήγοντας επί των πιθανοτήτων έγκρισης ενός τέτοιου σχήματος, ο συνταγματολόγος υπήρξε κατηγορηματικός:
«Ο κύριος Κασιδιάρης το λέει πρωτίστως πολιτικά και πολύ δευτερευόντως γιατί πιστεύει ότι δεν θα υπάρχουν νομικά και συνταγματικά κολλήματα από τις αποφάσεις. Αλλά θέλει να δημιουργήσει —έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό— συσπείρωση των ψηφοφόρων της πρώην Χρυσής Αυγής. […] Λογικών εχόντων των πραγμάτων, είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρξει έγκριση».
Συσπείρωση πρώην ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής και η αντισυστημική δεξαμενή
Πέρα από το νομικό σκέλος, το πάνελ των αναλυτών εστίασε στις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες που τροφοδοτούν το φαινόμενο. Όπως επισημάνθηκε από τη Μαριάννα Πυργιώτη και τον Γιάννη Μακρυγιάννη, η επιμονή του Ηλία Κασιδιάρη αποσκοπεί στη διατήρηση ενός ενεργού δεσμού με ένα τμήμα πολιτών που παραμένει σταθερά προσανατολισμένο προς αυτόν τον χώρο:
«Υπάρχει αυτό το κομμάτι, και αυτό είναι το επικίνδυνο στην ελληνική κοινωνία, το οποίο φανατικά πιστεύει στο ότι είτε με την προηγούμενη ηγεσία είτε τώρα με τη φυσική ηγεσία του κυρίου Κασιδιάρη υπάρχει πολιτική έκφραση την οποία θέλει να ακολουθήσει. Μπορούμε να πούμε ότι δεν θα έχουν εκπροσώπηση στη Βουλή, αλλά το ότι υπάρχει αυτό το κομμάτι της κοινωνίας, ταμένο και χτισμένο γύρω από αυτό το μόρφωμα, είναι μία πραγματικότητα την οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το πολιτικό σύστημα».



