Το ζήτημα της συχνότητας των μετωπικών και πλευρικών σταθμών διοδίων, καθώς και του υψηλού κόστους μετακίνησης κατά μήκος του βασικού οδικού άξονα της χώρας, επανέφερε στο προσκήνιο η δημόσια τοποθέτηση ενός κοσμογυρισμένου ταξιδιώτη από το Καζακστάν.
Μέσα από οπτικοακουστικό υλικό που ανάρτησε στον λογαριασμό του στο Instagram («blessedandborderless»), ο διεθνής περιηγητής —ο οποίος γυρίζει τον κόσμο κάνοντας ωτοστόπ— κατέγραψε την έκπληξή του κατά τη διαδρομή μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης.
Εστιάζοντας στην ανάγκη συνεχών στάσεων ανά τακτά χρονικά διαστήματα για την καταβολή αντιτίμου, ο δημιουργός του περιεχομένου προχώρησε σε ευθείες συγκρίσεις με τα οδικά δίκτυα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ανοίγοντας έναν αυθόρμητο διάλογο για το μοντέλο διαχείρισης και το συνολικό οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι οδηγοί στην Ελλάδα.
Η εμπειρία στον αυτοκινητόδρομο: Στάση κάθε μισή ώρα και λογαριασμός 61 ευρώ
Καταγράφοντας την εμπειρία του από τη θέση του συνοδηγού, ο ταξιδιώτης περιγράφει την αλληλουχία των σταθμών διοδίων στον αυτοκινητόδρομο ως μία συνθήκη που δεν έχει συναντήσει σε άλλες χώρες κατά τη διάρκεια των διαδρομών του:
«Παιδιά, αυτό είναι τρελό. Μόνο στην Ελλάδα έχω δει τόσα πολλά διόδια. Κάνω ωτοστόπ σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, σταματάς κάθε 30 λεπτά. Ορκίζομαι στον Θεό, σε άλλο ένα διόδιο, πληρώνεις άλλα 2 ευρώ, κι άλλα 2 ευρώ, κι άλλα 2 ευρώ…».
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον οδηγό του οχήματος, τίθεται το ζήτημα του συνολικού κόστους για τη μετάβαση από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Ενώ αρχικά αναφέρεται ένα ποσό της τάξης των 50 ευρώ, η διόρθωση ανεβάζει τον λογαριασμό ακόμη ψηλότερα:
«Όπως είπε και ο φίλος, χρειάζεται να πληρώσεις περίπου 50 ευρώ μόνο για να πας στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη. Είναι αλήθεια αυτό; […] Στην πραγματικότητα χρειάζεσαι 61 ευρώ. 61 ευρώ για να πας στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη, αδελφέ. Και φαντάσου αν κάνεις το ταξίδι μετ’ επιστροφής. Χρειάζεται λοιπόν να έχεις στην άκρη 120 ευρώ μόνο για τα διόδια. Είναι τρελό».
Οι διεθνείς συγκρίσεις και το καθεστώς των παραχωρήσεων
Έχοντας εμπειρία από μετακινήσεις σε πολλαπλές χώρες και διαμένοντας ο ίδιος στην Ιταλία, ο περιηγητής επιχειρεί μία σύγκριση με το καθεστώς χρέωσης σε άλλα ευρωπαϊκά δίκτυα, αμφισβητώντας τη λογική των συχνών επιμέρους χρεώσεων:
«Δεν έχω δει κάτι τέτοιο ούτε σε πιο ανεπτυγμένες χώρες όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία. Δεν πληρώνεις τόσα πολλά διόδια. Είναι παράλογο. Γιατί; Γιατί είναι έτσι; Αυτό δεν είναι σωστό κατά τη γνώμη μου, ως Καζάκος, ως άνθρωπος από την Ασία που ζει στην Ευρώπη, στην Ιταλία. Ακόμα και στην Ιταλία, δεν είναι έτσι, σωστά;».
Παράλληλα, μεταφέρει τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διαδρομή σχετικά με τη μετοχική σύνθεση των κοινοπραξιών εκμετάλλευσης των αυτοκινητοδρόμων, σχολιάζοντας τον προορισμό των εισπράξεων:
«Και όπως μου είπαν, ανήκουν σε Γάλλους και Κινέζους. Οπότε τα χρήματα δεν πάνε καν στους Έλληνες ή στην Ελλάδα».
Ο διάλογος για την ανάγκη αλλαγής
Η καταγραφή ολοκληρώνεται με μία ευθεία ερώτηση προς τον οδηγό του οχήματος για το πώς βιώνουν οι ίδιοι οι πολίτες αυτή την πραγματικότητα και αν υπάρχει περιθώριο αντίδρασης:
«Πώς νιώθεις για όλη αυτή την κατάσταση; Πρέπει να αλλάξουμε κάτι; Πρέπει οι Έλληνες να κάνουν κάτι γι’ αυτό;».
Στο ερώτημα αυτό, η απάντηση του οδηγού («Ναι, κάνουμε. Ναι, κύριε. Αυτό είναι όλο που έχω να πω») αποτυπώνει τη σιωπηλή αλλά υπαρκτή δυσαρέσκεια των χρηστών του εθνικού δικτύου.



