24 C
Chania
Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, 2026

«Μέγιστο Έδαφος, Ελάχιστος Πληθυσμός»: Η ανατομία της de facto προσάρτησης της Δυτικής Όχθης

Ημερομηνία:

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2025, σε μια συνέντευξη Τύπου που έμελλε να σηματοδοτήσει τη θεσμική μετατόπιση της ισραηλινής πολιτικής, ο υπουργός Οικονομικών και υπουργός παρά τω υπουργείω Αμύνης, Μπεζαλέλ Σμότριχ, περιστοιχισμένος από ηγετικά στελέχη του εποικιστικού κινήματος, παρουσίασε ένα αναλυτικό χαρτογραφικό διάγραμμα υπό τον τίτλο «Σχέδιο Κυριαρχίας». Το σχέδιο προέβλεπε την άμεση de jure προσάρτηση του 82% των εδαφών της Δυτικής Όχθης στο κράτος του Ισραήλ.

«Οι εχθροί πρέπει να πολεμούνται, όχι να τους επιτρέπεται μια άνετη ζωή. Επομένως, ο πρωταρχικός κανόνας για την εφαρμογή της κυριαρχίας είναι: μέγιστο έδαφος με ελάχιστο πληθυσμό», είχε δηλώσει ο κ. Σμότριχ. Έναν χρόνο αργότερα, μια διεξοδική κοινή έρευνα των ισραηλινών οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων Yesh Din, Bimkom και HaMoked (Αύγουστος 2026) αποκαλύπτει ότι το συγκεκριμένο όραμα έχει ήδη μετατραπεί σε επιχειρησιακή πραγματικότητα επί του πεδίου.

Μέσα από τη συνδυασμένη δράση στρατιωτικών διαταγών, μόνιμων αποκλεισμών, δημιουργίας άτυπων φυλακίων και συστηματικής βίας από ενόπλους εποίκους με τη συνδρομή των ενόπλων δυνάμεων, η εδαφική συνοχή των κατεχόμενων παλαιστινιακών εδαφών κατακερματίζεται ραγδαία, εγκλωβίζοντας τον αυτόχθονα πληθυσμό σε απομονωμένους, ασύνδετους θύλακες.

Το «Δόγμα Σμότριχ» και η γεωγραφία του εγκλωβισμού

Ο χάρτης που παρουσίασε ο Ισραηλινός υπουργός δεν συνιστά μια συγκυριακή πολιτική παρέμβαση, αλλά τη δογματική ολοκλήρωση του «Σχεδίου Αποφασιστικότητας» (Decisive Plan) που ο ίδιος είχε δημοσιεύσει το 2017. Σε εκείνο το κείμενο αρχών, ο κ. Σμότριχ περιέγραφε την πλήρη εξάλειψη των παλαιστινιακών εθνικών διεκδικήσεων, θέτοντας στους Παλαιστίνιους τρεις αυστηρές επιλογές: την παραίτηση από κάθε πολιτική φιλοδοξία και την αποδοχή της ισραηλινής κυριαρχίας, την εκούσια μετανάστευση σε αραβικές χώρες με ισραηλινή οικονομική ενίσχυση ή, σε περίπτωση αντίστασης, την αποφασιστική αντιμετώπισή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας «με σιδηρά πυγμή».

Το «Σχέδιο Κυριαρχίας» του 2025 εξειδικεύει αυτό το πλαίσιο με γεωγραφικούς όρους. Ο χάρτης προβλέπει τον περιορισμό περίπου τριών εκατομμυρίων Παλαιστινίων σε έξι διακριτές, πλήρως απομονωμένες ζώνες, αφήνοντας το σύνολο του υπόλοιπου ανοιχτού και στρατηγικού χώρου αποκλειστικά για την ισραηλινή εκμετάλλευση. Από τον σχεδιασμό αυτό εξαφανίζονται διοικητικά ολόκληρες παλαιστινιακές επαρχίες, όπως της Βηθλεέμ, της Σαλφίτ και της Καλκίλια, περιοχές όπου διαβιούν περισσότεροι από 450.000 κάτοικοι.

Η έκθεση των Yesh Din, Bimkom και HaMoked τεκμηριώνει ότι οι βασικές αρχές αυτού του δόγματος έχουν ενσωματωθεί επισήμως στις κυβερνητικές κατευθύνσεις, καθορίζοντας τη συμπεριφορά της πολιτικής διοίκησης και του στρατού. Μέσα από τέσσερα κλιμακούμενα επίπεδα ανάλυσης —την οικογένεια, την κοινότητα, την κωμόπολη και την ευρύτερη γεωγραφική περιφέρεια— καταγράφεται ένας ενιαίος κρατικός μηχανισμός εκτοπισμού, ο οποίος αποσκοπεί στη σταδιακή συρρίκνωση του ζωτικού χώρου των Παλαιστινίων και στη de facto προσάρτηση της γης χωρίς τον πληθυσμό της.

Η θεσμοθέτηση της «έκτακτης ανάγκης»: Από τον Οκτώβριο του 2023 στη μόνιμη προσάρτηση

Η επιτάχυνση της εφαρμογής αυτού του σχεδίου συνδέεται άμεσα με το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023. Οι έκτακτες στρατιωτικές ρυθμίσεις που επιβλήθηκαν τότε υπό τον μανδύα των άμεσων αναγκών ασφαλείας, όχι μόνο δεν αποκλιμακώθηκαν στην πάροδο του χρόνου, αλλά παγιώθηκαν σε ένα μόνιμο θεσμικό και διοικητικό καθεστώς.

Η έρευνα των τριών μη κυβερνητικών οργανώσεων αποκαλύπτει ότι η στρατηγική της εδαφικής ενσωμάτωσης βασίζεται σε τρεις αλληλοσυμπληρούμενους πυλώνες:

  • Ίδρυση άτυπων φυλακίων στα βάθη της παλαιστινιακής υπαίθρου: Εγκατάσταση εποίκων σε κτηνοτροφικά και αγροτικά φυλάκια (outposts) με δημόσια χρηματοδότηση και νομιμοποιητική κάλυψη από κυβερνητικούς αξιωματούχους, με στόχο την κατάληψη ανοιχτών εκτάσεων και τη διακοπή της εδαφικής συνέχειας των παλαιστινιακών χωριών.

  • Συστηματική και κλιμακούμενη βία: Άσκηση φυσικής βίας, απειλών, καταστροφής περιουσιών και κλοπής σοδειάς από ενόπλους εποίκους και στρατιώτες, με σκοπό τον εξαναγκασμό των γεωργών και των κτηνοτρόφων σε εγκατάλειψη της γης τους, εν μέσω πλήρους αδράνειας των αρχών επιβολής του νόμου.

  • Δρακόντειο καθεστώς περιορισμού της κυκλοφορίας: Εγκατάσταση εκατοντάδων σημείων ελέγχου (checkpoints), σιδερένιων πυλών, αναχωμάτων και περιφράξεων, τα οποία επιβάλλονται αποκλειστικά στον παλαιστινιακό πληθυσμό, στραγγαλίζοντας την οικονομική ζωή και καθιστώντας την καθημερινή μετακίνηση επισφαλή ή αδύνατη.

Μέσω αυτής της σύζευξης, η ισραηλινή διοίκηση μετέτρεψε την εμπόλεμη κατάσταση σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης του χάρτη, ακυρώνοντας στην πράξη τους διεθνείς κανόνες περί στρατιωτικής κατοχής και εγκαθιδρύοντας ένα σύστημα μόνιμου χωρικού διαχωρισμού.

Το επίπεδο της οικογένειας (Ι): Η παγίδα της «Ζώνης Αποκοπής»

Στο μικροεπίπεδο της οικογενειακής μονάδας, οι συνέπειες αυτής της πολιτικής αποτυπώνονται με απόλυτη σαφήνεια στη λεγόμενη «Ζώνη Αποκοπής» (Seam Zone), τη γεωγραφική λωρίδα που εκτείνεται ανάμεσα στο διαχωριστικό τείχος και την Πράσινη Γραμμή του 1949, η οποία καταλαμβάνει το 9,4% της συνολικής έκτασης της Δυτικής Όχθης.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ζαχέρ αλ-Οντέχ, ενός 41χρονου αγρότη από το χωριό Ντέιρ αλ-Γκουσούν στην επαρχία της Τουλκάρμ. Ο κ. αλ-Οντέχ είναι νόμιμος ιδιοκτήτης τριών αγροτεμαχίων συνολικής έκτασης περίπου 46 στρεμμάτων (dunams), κατάφυτων κυρίως με ελαιόδεντρα, τα οποία εγκλωβίστηκαν εντός της Ζώνης Αποκοπής μετά την ανέγερση του φράχτη πριν από είκοσι χρόνια. Επί δεκαετίες, η πρόσβαση των ιδιοκτητών στη γη τους ρυθμιζόταν μέσω ενός γραφειοκρατικού στρατιωτικού συστήματος αδειών («άδειες αγρότη Ζώνης Αποκοπής»), το οποίο χορηγούνταν σε περιορισμένο αριθμό κατόχων τίτλων ιδιοκτησίας και μελών των οικογενειών τους. Από τα 79 μόνιμα σημεία ελέγχου κατά μήκος του τείχους, η πύλη που είχε οριστεί για τον αλ-Οντέχ ήταν μία από τις μόλις δέκα που επέτρεπαν καθημερινή διέλευση.

Η εύθραυστη αυτή συνθήκη κατέρρευσε οριστικά τον Οκτώβριο του 2023. Επικαλούμενος λόγους ασφαλείας, ο στρατός έκλεισε ερμητικά τις πύλες για τη συντριπτική πλειονότητα των Παλαιστινίων γεωργών, απαγορεύοντας πλήρως την πρόσβαση στους ελαιώνες κατά την περίοδο της συγκομιδής του 2023. Τον Μάιο του 2024, ο αλ-Οντέχ, μαζί με άλλους οκτώ αγρότες και με τη νομική συνδρομή της οργάνωσης HaMoked, προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, ζητώντας την άρση των οριζόντιων απαγορεύσεων και την τήρηση της δέσμευσης του κράτους για εξατομικευμένο έλεγχο των αιτημάτων εισόδου.

Αντί της συμμόρφωσης, τον Σεπτέμβριο του 2025 η στρατιωτική διοίκηση προχώρησε στην επίσημη αναθεώρηση των διαδικασιών εισόδου στη Ζώνη Αποκοπής, ενσωματώνοντας τους περιορισμούς στους πάγιους κανονισμούς. Οι νέες οδηγίες ανέτρεψαν ριζικά το θεμέλιο της χορήγησης αδειών: το δικαίωμα εισόδου έπαψε να απορρέει από την ιδιοκτησία και τους ιστορικούς δεσμούς με τη γη, και μετατράπηκε σε μια ρευστή επιλεξιμότητα που εξαρτάται αποκλειστικά από την «αγροτική ανάγκη», όπως αυτή ορίζεται αυθαίρετα από τον ισραηλινό στρατό. Δεδομένου ότι περίπου το 95% των καλλιεργειών στην περιοχή αφορά ελαιόδεντρα —καλλιέργεια που ο στρατός κατέταξε ως απαιτούσα μόνον εποχική φροντίδα— η πρόσβαση περιορίστηκε επισήμως σε ελάχιστες ημέρες ανά έτος.

Κατά τις περιόδους συγκομιδής του 2024 και του 2025, ο αλ-Οντέχ έλαβε άδειες διάρκειας μόλις επτά έως δέκα ημερών. Ακόμη και εντός αυτού του ασφυκτικού πλαισίου, τις ημέρες που οι πύλες παρέμειναν κλειστές λόγω στρατιωτικών αποφάσεων ή δυσμενών καιρικών συνθηκών, η πρόσβαση ήταν αδύνατη. Η αναγκαστική απομάκρυνση από τη γη επέφερε καταστροφικά αποτελέσματα: η έλλειψη κλαδέματος και οργώματος υποβάθμισε το έδαφος, τα αγροτεμάχια μετατράπηκαν σε παράνομη χωματερή απορριμμάτων από Ισραηλινούς, ενώ όταν ο αγρότης κατάφερε τελικά να εισέλθει στο οικόπεδό του το 2024, διαπίστωσε ότι άγνωστοι είχαν ήδη ραβδίσει τα δέντρα και είχαν αφαιρέσει το σύνολο της σοδειάς. Όπως κατέθεσε ο ίδιος στη HaMoked, η υποχρέωση να αγοράζει ελαιόλαδο για τις ανάγκες της οικογένειάς του αντί να καταναλώνει το δικό του προϊόν αποτελεί μια βαθιά επώδυνη εμπειρία βίαιης αποξένωσης από την πατρογονική του περιουσία.

Το επίπεδο της οικογένειας (ΙΙ): Από το δικαίωμα ιδιοκτησίας στην «αγροτική ανάγκη»

Η δικαστική επικύρωση της νέας στρατιωτικής νόρμας ήρθε τον Ιανουάριο του 2026, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ απέρριψε την προσφυγή των αγροτών. Οι δικαστές έκριναν ότι η προσβολή των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών είναι «αναλογική» σε σχέση με το καθήκον του στρατιωτικού διοικητή να διατηρεί τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, χωρίς ωστόσο η απόφαση να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που να δικαιολογούν τη διατήρηση των καθολικών απαγορεύσεων. Αίτημα της HaMoked για επανεξέταση της υπόθεσης απορρίφθηκε επίσης, παγιώνοντας το καθεστώς.

Παρόμοια είναι η εμπειρία του Αντνάν Καμπάχα, πατέρα επτά παιδιών από το χωριό Τούρα αλ-Γκαρμπίγια στην επαρχία της Τζενίν. Επί δεκαετίες, ο κ. Καμπάχα μίσθωνε αγροτικές εκτάσεις πλησίον της κωμόπολης Γιααμπάντ, οι οποίες βρέθηκαν αποκλεισμένες πίσω από το διαχωριστικό τείχος. Η καλλιέργεια καπνού και ελιών αποτελούσε την κύρια πηγή εισοδήματος για τη συντήρηση της οικογένειάς του.

Μετά τον Οκτώβριο του 2023, ο Καμπάχα αποκλείστηκε πλήρως από τη γη του, χάνοντας εξ ολοκλήρου τις σοδειές του 2023 και του 2024. Το 2025, οι στρατιωτικές αρχές του επέτρεψαν την είσοδο μέσω του σημείου ελέγχου Τούρα (300) για δύο μόλις ημέρες: την 2α και την 3η Νοεμβρίου. Λόγω της αυθημερόν ειδοποίησης των παλαιστινιακών συνδέσμων από την ισραηλινή διοίκηση, ο χρόνος προετοιμασίας εκμηδενίστηκε, με αποτέλεσμα ο αγρότης να κατορθώσει να μεταβεί στο σημείο μόνο στις 3 Νοεμβρίου, μόνος, χωρίς τη συνδρομή της συζύγου και των παιδιών του.

Η εικόνα που αντίκρισε ήταν αποκαρδιωτική:

«Ράγισε η καρδιά μου· τα πάντα έμοιαζαν με ζούγκλα. Μία μέρα δεν αρκεί για να διορθωθεί όλο αυτό… Το να βλέπεις τη γη σου έτσι, πονάει. Μακάρι να μην είχα μπει καθόλου».

Η παρατεταμένη απαγόρευση καλλιέργειας οδήγησε σε ξηρασία, συσσώρευση αγριόχορτων και ολοσχερή απώλεια της παραγωγής. Ο Καμπάχα περιέγραψε τη δραματική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσής του:

«Επί χρόνια δούλευα τη γη και εξασφάλιζα ένα αξιοπρεπές εισόδημα από αυτήν, και τώρα κάθομαι στο σπίτι άπραγος και χωρίς δουλειά, εξαρτημένος από τα παιδιά μου για να ζήσω. Με πονάει να βλέπω τη γη να μένει ακαλλιέργητη».

Σήμερα, σχεδόν τρία χρόνια μετά την αυστηροποίηση των μέτρων, περισσότεροι από 20.000 Παλαιστίνιοι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με την ίδια πραγματικότητα. Πάνω από 100.000 στρέμματα παραγωγικής γης στη Ζώνη Αποκοπής παραμένουν ουσιαστικά εγκαταλελειμμένα. Χωρίς να απαιτείται καν επίσημη πράξη κήρυξής τους ως «κρατικής γης», η συστηματική απαγόρευση εισόδου δημιουργεί μια εξαναγκασμένη παλαιστινιακή απουσία, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σταδιακή οικειοποίηση των εκτάσεων από εποίκους ή από κρατικούς φορείς του Ισραήλ

Το επίπεδο της κοινότητας: Η διάχυση του μηχανισμού στην Περιοχή Α

Εάν η αποκοπή των μεμονωμένων αγροτών στη Ζώνη Αποκοπής συντελείται μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδρομές των στρατιωτικών κανονισμών, στο αμέσως επόμενο συλλογικό επίπεδο —εκείνο των ευάλωτων αγροτικών και ποιμενικών κοινοτήτων— η διαδικασία προσλαμβάνει χαρακτηριστικά ανοιχτής βίας και άμεσης εκδίωξης. Η πλέον ανησυχητική διάσταση αυτής της εξέλιξης, όπως αναδεικνύεται στην έκθεση των Yesh Din, Bimkom και HaMoked, είναι ότι οι πρακτικές εξαναγκαστικού εκτοπισμού δεν περιορίζονται πλέον στην Περιοχή C, η οποία τελεί υπό πλήρη ισραηλινό στρατιωτικό και διοικητικό έλεγχο, αλλά διαχέονται πλέον απροκάλυπτα στην Περιοχή Α, όπου θεωρητικά την αποκλειστική πολιτική ευθύνη και ευθύνη ασφαλείας διατηρεί η Παλαιστινιακή Αρχή βάσει των Συμφωνιών του Όσλο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κοινότητα αλ-Ρουμανά (a-Rumannah), η οποία υπάγεται διοικητικά στο χωριό Ein a-Duyuk al-Foqa και βρίσκεται περίπου τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Ιεριχώ, εντός της Περιοχής Α. Πρόκειται για έναν παραδοσιακό οικισμό περίπου 25 οικογενειών βοσκών, ορισμένες εκ των οποίων διαβιούν στο σημείο επί δεκαετίες, ενώ άλλες εγκαταστάθηκαν εκεί τα τελευταία χρόνια, έχοντας ήδη εκτοπιστεί από άλλες περιοχές της Δυτικής Όχθης εξαιτίας των συνεχών παρενοχλήσεων από εποίκους και στρατιώτες. Η επιβίωση των περίπου 100 κατοίκων της εξαρτάται αποκλειστικά από την εκτροφή προβάτων και αιγών, δραστηριότητα που απαιτεί ελεύθερη πρόσβαση σε βοσκοτόπια, καθώς και από έναν μη ασφαλτοστρωμένο δρόμο μήκους δύο χιλιομέτρων —ένα τμήμα του οποίου διέρχεται από την Περιοχή C— που συνιστά τη μοναδική οδό επικοινωνίας με το μητρικό χωριό για την προμήθεια νερού, τροφίμων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και τη μεταφορά των μαθητών στο σχολείο.

Η γεωγραφική απομόνωση της αλ-Ρουμανά επιδεινώθηκε ραγδαία με την ίδρυση και επέκταση ισραηλινών εποικισμών και προκεχωρημένων φυλακίων στην περιφέρειά της. Περίπου δύο χιλιόμετρα βόρεια δεσπόζει ο εποικισμός Mevo’ot Yericho, ο οποίος ιδρύθηκε το 1999 χωρίς κυβερνητική άδεια και νομιμοποιήθηκε αναδρομικά το 2019. Το 2021 ιδρύθηκε πλησίον του το κτηνοτροφικό φυλάκιο Mevo’ot Yericho Farm (γνωστό και ως Sha’ar HaMelekh), ενώ εντός του 2024 προστέθηκαν άλλα δύο παράνομα κτηνοτροφικά φυλάκια: το Armonot Farm, τρία χιλιόμετρα νότια της κοινότητας, και το Mevo’ot Yericho East Farm, τρία χιλιόμετρα βόρεια. Με τη δημιουργία αυτών των φυλακίων, η παλαιστινιακή κοινότητα περικυκλώθηκε πλήρως από μια ζώνη εχθρικής παρουσίας, μετατρεπόμενη σε καθημερινό στόχο συντονισμένων επιδρομών.

Η ιδιωτικοποίηση του καταναγκασμού: Αυθαίρετα μπλόκα και φρουροί εποικισμών

Η σταδιακή ασφυξία της αλ-Ρουμανά κορυφώθηκε τον Ιούλιο του 2025, όταν έποικοι τοποθέτησαν αυθαίρετα δύο μεγάλους τσιμεντόλιθους και μια σιδερένια καγκελόπορτα στον μοναδικό δρόμο πρόσβασης που οδηγεί στα σπίτια των κατοίκων. Η εγκατάσταση του οδοφράγματος πραγματοποιήθηκε χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς την επίδειξη στρατιωτικής διαταγής και χωρίς οποιαδήποτε νομική κάλυψη. Όταν οι κάτοικοι απευθύνθηκαν στις αρμόδιες ισραηλινές αρχές μέσω του Παλαιστινιακού Γραφείου Συνδέσμου (DCO), η απάντηση που έλαβαν ήταν ότι η διοίκηση αγνοούσε την ύπαρξη του μπλόκου, επιβεβαιώνοντας τον παράνομο χαρακτήρα του, χωρίς ωστόσο να προβεί στην παραμικρή ενέργεια για την απομάκρυνσή του.

Στην πράξη, ο έλεγχος των μετακινήσεων μιας ολόκληρης κοινότητας εκχωρήθηκε στον ένοπλο φρουρό ασφαλείας του γειτονικού εποικισμού Mevo’ot Yericho, ο οποίος κρατούσε το κλειδί της πύλης. Από τον Σεπτέμβριο του 2025, ο φρουρός άρχισε να κλειδώνει αυθαίρετα την είσοδο, άλλοτε κατά τη διάρκεια της νύχτας, άλλοτε για ολόκληρες ημέρες και άλλοτε για παρατεταμένες περιόδους, όπως κατά την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, οπότε η κοινότητα τέθηκε υπό πλήρη αποκλεισμό επί τρία συνεχή εικοσιτετράωρα.

Οι επιπτώσεις του αποκλεισμού υπήρξαν παραλυτικές:

  • Αποκοπή υδροδότησης: Η κοινότητα, μη συνδεδεμένη με δίκτυο ύδρευσης, εξαρτάται από βυτιοφόρα οχήματα που μεταφέρουν νερό μέσω του συγκεκριμένου δρόμου, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο λειψυδρίας.

  • Αποκλεισμός έκτακτων περιστατικών: Ασθενοφόρα και ιατρικά κλιμάκια αδυνατούν να προσεγγίσουν τα σπίτια.

  • Διακοπή σχολικής εκπαίδευσης: Τα παιδιά αναγκάζονται να διανύουν επικίνδυνες ορεινές διαδρομές με τα πόδια, καθώς το σχολικό λεωφορείο δεν μπορεί να υπερβεί την κλειδωμένη σιδερένια πύλη.

Όταν στις 11 Οκτωβρίου 2025 κάτοικος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον φρουρό του εποικισμού για να ρωτήσει γιατί η πύλη παρέμενε κλειστή, έλαβε την απάντηση ότι η πρόσβαση δεν είχε ανοίξει επειδή ο ίδιος είχε «κοιμηθεί παραπάνω». Η πύλη παρέμεινε κλειδωμένη και την επόμενη ημέρα.

Μετά από αλλεπάλληλες επίσημες παρεμβάσεις της οργάνωσης Yesh Din προς τη στρατιωτική διοίκηση, η απάντηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στις 26 Οκτωβρίου 2025 επισφράγισε την ιδιότυπη συνέργεια κράτους και εποίκων: οι στρατιωτικές αρχές δήλωσαν ότι η «επιχειρησιακή αναγκαιότητα» του μπλόκου βρισκόταν «υπό εξέταση», αποφασίζοντας ωστόσο ότι το οδόφραγμα θα παραμείνει στη θέση του και θα κλείνει όποτε απαιτείται «για συγκεκριμένους λόγους ασφαλείας». Με τον τρόπο αυτό, ο στρατός νομιμοποίησε αναδρομικά ένα παράνομο εμπόδιο που τοποθέτησαν πολίτες, αφήνοντας τον έλεγχο της ελευθερίας μετακίνησης των Παλαιστινίων στα χέρια του ιδιωτικού φύλακα του εποικισμού.

Καθημερινός τρόμος και θεσμική ασυλία: Επιθέσεις, επιδρομές και ατιμωρησία

Ο αποκλεισμός του δρόμου συνοδεύτηκε από μια συστηματική εκστρατεία ένοπλης βίας, με κοινές επιδρομές εποίκων και στρατιωτών εντός του οικιστικού ιστού της αλ-Ρουμανά. Η κατάθεση παραπόνων από τους κατοίκους προς τις ισραηλινές αρχές όχι μόνο δεν επέφερε προστασία, αλλά προκάλεσε αντίποινα. Στις αρχές Οκτωβρίου 2025, ο φρουρός του Mevo’ot Yericho, συνοδευόμενος από δύο εποίκους με στρατιωτικές στολές, εισέβαλε στην κοινότητα, κατακρατώντας κατοίκους και απειλώντας τους με κυρώσεις επειδή τόλμησαν να απευθυνθούν στις αρχές.

Το χρονικό των καταγεγραμμένων περιστατικών καταδεικνύει ένα μοτίβο συντεταγμένης τρομοκράτησης:

  • 17 Σεπτεμβρίου 2025: Στρατιώτες και έποικοι εισέβαλαν νύχτα σε σπίτια με το πρόσχημα της αναζήτησης προσώπων που φέρονταν να είχαν κόψει έναν σωλήνα ύδρευσης φυλακίου. Ανάμεσα στα θύματα, ο κάτοικος J. υπέστη άγριο ξυλοδαρμό, του έδεσαν τα μάτια και τα χέρια και τον μετέφεραν σε στρατιωτικό σημείο ελέγχου, όπου κρατήθηκε μέχρι το πρωί. Όταν επέστρεψε, διαπίστωσε ότι οι εισβολείς είχαν αφαιρέσει από το σπίτι του μετρητά, χρυσά κοσμήματα, κινητό τηλέφωνο και δελτία ταυτότητας.

  • 29 Οκτωβρίου 2025: Στρατιώτες συνοδευόμενοι από κουκουλοφόρους εποίκους πραγματοποίησαν επιδρομή σε οικίες, βιαιοπραγώντας κατά των ενοίκων και καταστρέφοντας εξοπλισμό. «Οι στρατιώτες κρατούσαν τον πατέρα μου από τα χέρια και ένας έποικος τον χτύπησε στο κεφάλι», κατέθεσε ο κάτοικος S., περιγράφοντας την κλοπή 220 αιγοπροβάτων, μιας αντλίας νερού και προσωπικών εγγράφων. Η αστυνομία αρχειοθέτησε την καταγγελία με το επιχείρημα ότι «δεν ταυτοποιήθηκαν ύποπτοι».

  • Την ίδια νύχτα (29 Οκτωβρίου): Στο σπίτι του κατοίκου A., στρατιώτης απείλησε να τον πυροβολήσει εάν «δεν έλεγε την αλήθεια», ενώ τρεις κουκουλοφόροι έποικοι τον ξυλοκόπησαν άγρια, μεταξύ άλλων με πυροσβεστήρα, σπάζοντάς του το σαγόνι και προειδοποιώντας: «Την επόμενη εβδομάδα θα επιστρέψω για σένα και πρέπει να έχεις φύγει από αυτό το μέρος».

  • 7 Νοεμβρίου 2025: Επτά ένοπλοι κουκουλοφόροι με οχήματα παντός εδάφους (ATVs), παριστάνοντας στρατιωτική περίπολο, εισέβαλαν στο σπίτι του F., χτυπώντας τον ίδιο και τον 14χρονο γιο του, ενώ επιχείρησαν να παραβιάσουν την πόρτα του δωματίου των ανήλικων κοριτσιών. Όταν ο παθών επιχείρησε να καταγγείλει το γεγονός στο αστυνομικό τμήμα Binyamin, εξαναγκάστηκε σε εξάωρη αναμονή προτού τον διώξουν, παραπέμποντάς τον σε άλλο τμήμα στην Κοιλάδα του Ιορδάνη, με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από τη διαδικασία.

  • 8 Νοεμβρίου 2025: Ο βοσκός R. εντόπισε το κοπάδι του, αποτελούμενο από 109 αίγες, να οδηγείται μακριά από έξι εποίκους. Όταν ζήτησε πίσω τα ζώα του, ένας έποικος του απάντησε ειρωνικά «κάλεσε την αστυνομία» και ένας ανήλικος τον χτύπησε με λοστό στο πίσω μέρος του κεφαλιού, αφήνοντάς τον αναίσθητο. Ξύπνησε στο νοσοκομείο της Ιεριχώ, έχοντας χάσει το κοπάδι που συντηρούσε την οικογένειά του. Η αστυνομική έρευνα έκλεισε λόγω «ανεπαρκών αποδεικτικών στοιχείων».

  • 23 Νοεμβρίου και μέσα Δεκεμβρίου 2025: Ένοπλοι έποικοι εισέβαλαν εκ νέου στο σπίτι του A., απειλώντας τη σύζυγό του ότι «αν επιστρέψουμε και είστε ακόμα εδώ, θα σκοτώσουμε τα παιδιά μπροστά στα μάτια σου» και ρίχνοντας το αυτοκίνητό τους σε χαράδρα. Τρεις εβδομάδες αργότερα, επέστρεψαν και έσπασαν το χέρι της γυναίκας, οδηγώντας τη στο νοσοκομείο για μία εβδομάδα.

  • 30 Νοεμβρίου 2025: Κουκουλοφόροι επιτέθηκαν σε τέσσερις ξένους ακτιβιστές διεθνούς παρουσίας που φιλοξενούνταν στην κοινότητα, τραυματίζοντάς τους και αφαιρώντας τα διαβατήρια και τα τηλέφωνά τους.

  • 14 Δεκεμβρίου 2025: Οκτώ έποικοι εισέβαλαν στην οικία του F., σπάζοντας την πόρτα του υπνοδωματίου όπου είχε κλειδωθεί με τη σύζυγό του. «Πέντε από αυτούς με χτυπούσαν με ρόπαλα και τρεις χτυπούσαν τη γυναίκα μου. Με χτυπούσαν σε όλο μου το σώμα, στο κεφάλι, στο στήθος και στα χέρια», κατέθεσε ο F., ο οποίος νοσηλεύτηκε στην εντατική για πέντε ημέρες με κάταγμα κρανίου και σπασμένη μύτη, ενώ η σύζυγός του υπέστη κάταγμα στο χέρι.

Στις συνεχείς εκκλήσεις της Yesh Din προς τον στρατό να εγκαταστήσει σταθερή δύναμη προστασίας στην αλ-Ρουμανά, η απάντηση της στρατιωτικής διοίκησης υπήρξε απορριπτική, υποστηρίζοντας ότι «ο τρόπος με τον οποίο ο στρατιωτικός διοικητής ασκεί τις εξουσίες και τα καθήκοντα που του ανατίθενται υπόκειται στην ευρεία διακριτική του ευχέρεια επί θεμάτων ασφαλείας». Υπό το κράτος του διαρκούς τρόμου, ορισμένοι κάτοικοι έχουν πάψει πλέον να διανυκτερεύουν στα σπίτια τους, σηματοδοτώντας την επιτυχή εκκίνηση του μηχανισμού βίαιου εκτοπισμού.

Το επίπεδο της κωμόπολης: Σιντζίλ, ο ασφυκτικός κλοιός των 6.000 κατοίκων

Ενώ στην περίπτωση των μικρών κοινοτήτων βοσκών όπως η αλ-Ρουμανά ο εκτοπισμός επιτυγχάνεται μέσω αιφνιδιαστικών νυχτερινών επιδρομών και άτυπων αποκλεισμών, στην περίπτωση μεγαλύτερων αστικών κέντρων εφαρμόζεται μια πιο σύνθετη, δομική στρατηγική ασφυξίας. Η πόλη Σιντζίλ (Sinjil), στην επαρχία της Ραμάλα, με πληθυσμό περίπου 6.000 κατοίκων, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κλιμάκωσης.

Η οικονομία της Σιντζίλ βασίζεται παραδοσιακά στη γεωργία, καθώς και στην απασχόληση στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, η διοικητική διαίρεση των Συμφωνιών του Όσλο παγίδευσε την κωμόπολη σε μια θεσμική αντίφαση: το μεγαλύτερο μέρος του δομημένου αστικού ιστού χαρακτηρίστηκε ως Περιοχή Β (υπό παλαιστινιακό πολιτικό έλεγχο και ισραηλινό έλεγχο ασφαλείας), ενώ το σύνολο σχεδόν των εκτεταμένων καλλιεργήσιμων εκτάσεων που ανήκουν στους κατοίκους κατατάχθηκε στην Περιοχή C, υπό πλήρη ισραηλινή κυριαρχία.

Η ιστορική περικύκλωση της πόλης ξεκίνησε ήδη από το 1983 με την ίδρυση του εποικισμού Ma’ale Levona, εν μέρει επί εδαφών της Σιντζίλ που κατασχέθηκαν με την επίκληση «στρατιωτικών αναγκών». Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, έποικοι δημιούργησαν τα μη εξουσιοδοτημένα φυλάκια Giv’at Haro’eh και Giv’at Harel, επίσης εν μέρει σε ιδιωτική γη κατοίκων της Σιντζίλ. Παρότι παράνομα ακόμη και κατά το ισραηλινό δίκαιο, τα φυλάκια αυτά απολάμβαναν διαρκούς κρατικής στήριξης, ώσπου το 2023 νομιμοποιήθηκαν αναδρομικά από την κυβέρνηση ως ενιαίος οικισμός, για να διαχωριστούν εκ νέου το 2025 σε δύο ανεξάρτητους, επίσημα αναγνωρισμένους εποικισμούς. Τον Ιούνιο του 2026, ο ισραηλινός στρατός κήρυξε 465 στρέμματα στην περιοχή ως «κρατική γη» προκειμένου να επεκτείνει τον εποικισμό Giv’at Haro’eh, ενώ προωθείται σχέδιο ανέγερσης άνω των 900 νέων κατοικιών.

Από το 2020 και μετά, η πίεση εντάθηκε με την ίδρυση νέων αγροτικών και κτηνοτροφικών φυλακίων: βόρεια της Σιντζίλ αναπτύχθηκαν τα φυλάκια Nahal Shilo Farm, Hoshen και Shiva’at Haro’im (Επτά Βοσκοί), ενώ στα νότια καταλήφθηκαν εκτάσεις προς το γειτονικό χωριό Σιλβάντ, όπου ιδρύθηκε το φυλάκιο Meguri Family Farm (Tzur Levavi). Αυτές οι προκεχωρημένες εστίες εποίκων λειτουργούν ως πολιορκητικός κλοιός, κυριαρχώντας στις ανοιχτές πεδιάδες μέσω της επιθετικής βοσκής και αποκόπτοντας οριστικά τη Σιντζίλ από τους γειτονικούς παλαιστινιακούς δήμους.

Μετά τον Οκτώβριο του 2023, ο στρατός επέβαλε καθεστώς φυσικού αποκλεισμού της κωμόπολης. Οι δύο κύριες είσοδοι σφραγίστηκαν με βαριές σιδερένιες πύλες, ενώ η πρόσβαση στον κεντρικό οδικό άξονα της Δυτικής Όχθης, τη Route 60, περιορίστηκε αποκλειστικά στη βόρεια πύλη, η οποία ανοίγει κατά περιόδους κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια των στρατιωτών. Ταυτόχρονα, αγροτικοί δρόμοι αποκλείστηκαν με αναχώματα χώματος και βράχων, εμποδίζοντας τα τρακτέρ και τους αγρότες να προσεγγίσουν τα κτήματά τους.

Η κορύφωση του στραγγαλισμού επήλθε το 2024, όταν ο στρατιωτικός διοικητής εξέδωσε διαταγή επίταξης 45 στρεμμάτων γης της Σιντζίλ για την κατασκευή ενός τεράστιου συρμάτινου φράχτη, ύψους τεσσάρων μέτρων και μήκους 1,5 χιλιομέτρου, κατά μήκος της οδού 60, επισήμως για την «αποτροπή ρίψης λίθων». Η προσφυγή του Δήμου Σιντζίλ κατά του έργου απορρίφθηκε από την Πολιτική Διοίκηση. Για την ανέγερση του φράχτη κατεδαφίστηκε ένα κτίριο κατοικιών, ισοπεδώθηκαν καλλιέργειες και ξεριζώθηκαν περισσότερα από 200 δέντρα, εκ των οποίων 135 αιωνόβιες ελιές.

Η κατασκευή αυτή, σε συνδυασμό με νέα εντάλματα κατάσχεσης για την επέκτασή της προς τα βόρεια, αποκόπτει οριστικά δεκάδες σπίτια και χιλιάδες στρέμματα από το σώμα της πόλης. Όπως κατήγγειλε στη Yesh Din ο κάτοικος της Σιντζίλ, Ιγιάντ Γκαφαρί:

«Οι έποικοι δεν έχουν απλώς καταλάβει τη γη, αλλά εκτελούν έργα υποδομής, φυτεύουν και καλλιεργούν γη που ανήκει στους ανθρώπους της Σιντζίλ».

Κατά τις περιόδους ελαιοκομίας του 2023, 2024 και 2025, η πρόσβαση στους ελαιώνες απαγορεύτηκε σχεδόν καθολικά. Ακόμη και τη μοναδική ημέρα που ο στρατός επέτρεψε επίσημα την είσοδο κατόπιν συντονισμού το 2025, ένοπλοι έποικοι και στρατιώτες επιτέθηκαν στους αγρότες εκδιώκοντάς τους, ενώ τεκμηριώθηκε με βιντεοληπτικό υλικό ότι οι ίδιοι οι έποικοι ράβδισαν τα δέντρα των Παλαιστινίων και οικειοποιήθηκαν τους καρπούς. Η Σιντζίλ μετατρέπεται έτσι σε ένα περίκλειστο γκέτο, αποκομμένο από τους φυσικούς και οικονομικούς του πόρους, αποδεικνύοντας ότι ο μηχανισμός εκτοπισμού δεν αφορά πλέον μόνο μεμονωμένες σκηνές βεδουίνων, αλλά συγκροτημένες πόλεις χιλιάδων κατοίκων.

Ένοπλη βία και εγκατάλειψη εστιών: Το χρονικό των επιθέσεων στη Σιντζίλ

Η πίεση που ασκείται στη Σιντζίλ δεν περιορίζεται στον γεωγραφικό αποκλεισμό και στις διοικητικές πράξεις κατάσχεσης γης, αλλά συνοδεύεται από μια διαρκή εκστρατεία ένοπλης βίας, η οποία έχει επιφέρει βαθύ τραύμα στον κοινωνικό ιστό της κωμόπολης. Από τη στιγμή της ίδρυσης των αγροκτημάτων-φυλακίων στα βόρεια και νότια υψώματα, καταγράφεται μια αλληλουχία επιθέσεων κατά κατοίκων, οι οποίες περιλαμβάνουν σωματικές κακοποιήσεις, ρίψεις λίθων και βομβών μολότοφ σε οικίες και οχήματα, εμπρησμούς καλλιεργειών, κλοπές ζώων και εκτεταμένους βανδαλισμούς αγροτικών υποδομών. Σύμφωνα με τα διασταυρωμένα στοιχεία της Yesh Din, μόνο κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 καταγράφηκαν τουλάχιστον 46 περιστατικά βίας εποίκων εις βάρος κατοίκων της περιοχής.

Πολυάριθμες επιθέσεις εκτυλίχθηκαν υπό την άμεση κάλυψη στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες σταθμεύουν μόνιμα σε στρατιωτική βάση που δεσπόζει στα βόρεια της πόλης. Τον Οκτώβριο του 2024, ο 56χρονος αγρότης Μ., ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, δέχθηκε επίθεση από δύο εποίκους και έναν ένστολο στρατιώτη:

«Δούλευα για περίπου μισή ώρα, όταν ένα πολιτικό ημιφορτηγό έφτασε από την κατεύθυνση του αγροκτήματος, με δύο εποίκους και έναν ένστολο στρατιώτη μέσα… Ένας από τους εποίκους με κλώτσησε στο στομάχι και απείλησε να με σκοτώσει, ενώ ο στρατιώτης τον φρουρούσε με το όπλο του οπλισμένο. Φοβήθηκα και ήθελα να φύγω, αλλά οι έποικοι έσκισαν και τα τέσσερα λάστιχα του τρακτέρ».

Ο αγρότης εγκαταλείφθηκε τραυματισμένος στο χωράφι μέχρι να ανασυρθεί από συγχωριανούς του. «Η βίαιη παρουσία του φυλακίου κατέστρεψε το εισόδημά μας, το αίσθημα ασφάλειας και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής μας», σημείωσε, εξηγώντας γιατί αρνήθηκε να απευθυνθεί στις ισραηλινές αρχές: «Ο στρατός, οι έποικοι και η αστυνομία είναι όλοι μέρος της ίδιας πολιτικής και της ίδιας συμπεριφοράς απέναντί μας».

Παρόμοια είναι η μαρτυρία του Ν., 58χρονου γεωργού, του οποίου η οικία βρίσκεται κοντά στη βόρεια διασταύρωση προς τους εποικισμούς. Λόγω των συνεχών επιδρομών, η οικογένεια αναγκάστηκε να καλύψει όλα τα παράθυρα με σιδερένιο πλέγμα. Κατά τη συγκομιδή του 2024, επιχειρώντας να προσεγγίσει τον ελαιώνα του σε απόσταση μόλις 350 μέτρων από το σπίτι του, βρέθηκε αντιμέτωπος με αγέλες βοοειδών των εποίκων που είχαν καταστρέψει τα δέντρα, ενώ 50 ελαιόδεντρα είχαν υλοτομηθεί. Λίγο αργότερα, έξι ένοπλοι έποικοι έφτασαν στο σημείο:

«Ο έποικος με άρπαξε από τον λαιμό, έβγαλε ένα μαχαίρι, το έφερε κοντά στον λαιμό μου και είπε: “Έτσι θα σε δολοφονήσω”. Στη συνέχεια, τρεις έποικοι ήρθαν, με έριξαν στο έδαφος και με κλωτσούσαν σε όλο μου το σώμα. Δύο έποικοι επιτέθηκαν στη σύζυγό μου… Έχουμε μείνει άποροι. Δεν έχω εισόδημα, δεν έχω ασφάλεια σε αυτό το απομονωμένο σπίτι και καμία ελπίδα».

Η κλιμάκωση των επιθέσεων έλαβε χαρακτήρα μαζικών πογκρόμ. Στις 19 Ιανουαρίου 2025, δεκάδες έποικοι εισέβαλαν στην ανατολική συνοικία της Σιντζίλ, έριξαν εύφλεκτο υλικό σε δύο σπίτια, έσπασαν παράθυρα και πυρπόλησαν τέσσερα αυτοκίνητα, χωρίς οι αστυνομικές δυνάμεις ή οι στρατιώτες της γειτονικής βάσης να επέμβουν.

Στις 21 Απριλίου 2025, μετά την εγκατάσταση παράνομου φυλακίου στον λόφο Jabal a-Tal (εντός της Περιοχής Β), δεκάδες έποικοι επιτέθηκαν στην πόλη με πέτρες, έκαψαν οχήματα, αγροτικές αποθήκες και σκηνές εκτοπισμένων οικογενειών από το Wadi a-Siq. Οι στρατιωτικές δυνάμεις που έφτασαν στο σημείο ενίσχυσαν την επίθεση κάνοντας εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων κατά των Παλαιστινίων. Κατά τη διάρκεια της επιδρομής, ο 48χρονος κάτοικος Wael Ghafari υπέστη μοιραία καρδιακή προσβολή μετά από ξυλοδαρμό, εισπνοή τοξικών καπνών και την πυρπόληση της οικίας του.

Το πιο αιματηρό επεισόδιο σημειώθηκε στις 10 Ιουλίου 2025, όταν ένοπλοι έποικοι άνοιξαν πυρ εναντίον κατοίκων που προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τα κτήματά τους στα νότια της κωμόπολης. Από τα πυρά έπεσαν νεκροί ο 23χρονος Muhammad a-Shalabi και ο 21χρονος Παλαιστινιοαμερικανός Saif a-Din Muslat. Οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας εμπόδισαν τα ασθενοφόρα και τα ιατρικά συνεργεία να προσεγγίσουν τους βαριά τραυματισμένους για ώρες, ενώ δημοσιογραφική έρευνα ταυτοποίησε το όχημα των δραστών ως ιδιοκτησίας του εποίκου Yehoyariv Meguri, ο οποίος, αν και προσήχθη, αφέθηκε ελεύθερος λίγο αργότερα.

Παράλληλα, τα πυρά του στρατού στοίχισαν τη ζωή σε τρεις εφήβους: στον 16χρονο Yusef Fuqaha (Ιούνιος 2025), του οποίου η σορός κατακρατήθηκε αφού οι στρατιώτες διέγραψαν το υλικό από κάμερες ασφαλείας της περιοχής, στον 16χρονο Salim Fuqaha (Μάρτιος 2026), όπου ο στρατός παρεμπόδισε τη διακομιδή του επί δυόμισι ώρες, και σε έναν ακόμη 16χρονο κατά τη διάρκεια κοινής επιδρομής στρατού και εποίκων τον Μάιο του 2026.

Υπό το βάρος του διαρκούς τρόμου, τουλάχιστον δεκαπέντε κατοικίες στο βόρειο τμήμα της Σιντζίλ είχαν εγκαταλειφθεί οριστικά μέχρι τον Ιούνιο του 2026. Η διαδικασία αυτή εκτυλίσσεται υπό ένα καθεστώς σχεδόν απόλυτης ατιμωρησίας: τα επίσημα στοιχεία της Yesh Din για την περίοδο 2005–2025 καταδεικνύουν ότι το 93,6% των δικογραφιών για ιδεολογικά υποκινούμενα αδικήματα Ισραηλινών πολιτών κατά Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη έκλεισε χωρίς την απαγγελία κατηγοριών, ενώ μόλις το 3% κατέληξε σε πλήρη ή μερική καταδίκη των δραστών. Όπως συνόψισε ο κάτοικος της πόλης, ‘Ayad Ghafari:

«Το πρόβλημα είναι ότι ο στρατός είναι πάντα στο πλευρό των εποίκων. Πρώτα φτάνουν οι έποικοι, και πέντε λεπτά αργότερα έρχεται ο στρατός και τους προστατεύει».

Το επίπεδο της περιφέρειας: Η ανακατάληψη της Βόρειας Δυτικής Όχθης

Στο ανώτατο γεωγραφικό επίπεδο, η εφαρμογή του δόγματος «μέγιστο έδαφος, ελάχιστος πληθυσμός» λαμβάνει τη μορφή μιας στρατηγικής ανακατάληψης ολόκληρων περιφερειών. Επίκεντρο αυτής της μετατόπισης αποτελεί η Βόρεια Δυτική Όχθη —ιστορικά γνωστή στο ισραηλινό αφήγημα ως Βόρεια Σαμάρεια— μια περιοχή άνω των 500.000 στρεμμάτων μεταξύ Ναμπλούς και Τζενίν.

Στη δεκαετία του 1980, το Ισραήλ είχε ιδρύσει στην περιοχή αυτή τέσσερις απομονωμένους εποικισμούς: το Homesh, το Sa-Nur, το Gannim και το Kadim. Το 2005, στο πλαίσιο του νόμου για το «Σχέδιο Μονομερούς Απεμπλοκής» της κυβέρνησης Αριέλ Σαρόν, οι τέσσερις αυτοί εποικισμοί εκκενώθηκαν και κατεδαφίστηκαν, παράλληλα με την αποχώρηση από τη Λωρίδα της Γάζας. Η τότε επίσημη κυβερνητική απόφαση (Αρ. 1996/2004) διακήρυττε ρητά ότι η απομάκρυνση των εποικισμών αποσκοπούσε στη μείωση των τριβών και στη διασφάλιση της παλαιστινιακής εδαφικής συνέχειας, ώστε να διευκολυνθεί η ομαλή οικονομική, εμπορική και κοινωνική ζωή. Επί σχεδόν δύο δεκαετίες, παρά τις στρατιωτικές επιδρομές και τους περιορισμούς, η περιοχή αυτή διατήρησε μια σχετική εδαφική ενότητα, επιτρέποντας την ανάπτυξη της γεωργίας, της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Η στρατηγική αυτή ανατράπηκε ριζικά μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Νετανιάχου στα τέλη του 2022. Στις 21 Μαρτίου 2023, η Κνεσέτ ψήφισε την ιστορική τροπολογία ανάκλησης του Νόμου Απεμπλοκής όσον αφορά τη Βόρεια Δυτική Όχθη, ανοίγοντας τον δρόμο για την επιστροφή των εποίκων. Τον Μάιο του 2025, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας νομιμοποίησε αναδρομικά το παράνομο φυλάκιο στο Homesh και αποφάσισε την επανίδρυση του Sa-Nur. Έξι μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2025, η κυβέρνηση ενέκρινε τη νομιμοποίηση επιπλέον φυλακίων και αποφάσισε την ανασύσταση των εποικισμών Gannim και Kadim, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε παρακαταθήκη του 2005.

Το παράδειγμα του Homesh συμπυκνώνει τη μεθοδολογία της σταδιακής οικειοποίησης. Χτισμένος το 1980 επί ιδιωτικής γης κατοίκων του παλαιστινιακού χωριού Burqah —η οποία είχε δεσμευτεί το 1978 για «λόγους ασφαλείας»— ο εποικισμός διατηρούσε συνεχή παρουσία εποίκων ακόμη και μετά την επίσημη εκκένωσή του το 2005, μέσω μιας παράνομης θρησκευτικής σχολής (yeshiva) που λειτουργούσε υπό την ανοχή των αρχών.

Τον Μάιο του 2023, το φυλάκιο μεταφέρθηκε σε παρακείμενο οικόπεδο που χαρακτηρίστηκε ως «κρατική γη», χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, για να ακολουθήσει τον Δεκέμβριο του 2025 στρατιωτική διαταγή αναγνώρισής του ως επίσημου εποικισμού. Η νέα δικαιοδοσία του Homesh διαμορφώθηκε ως διάσπαρτες «νησίδες» κρατικής γης μέσα σε έναν «ωκεανό» ιδιωτικής παλαιστινιακής περιουσίας, αποκλείοντας de facto τους νόμιμους ιδιοκτήτες του Burqah από τα κτήματά τους και ενσωματώνοντάς τα σταδιακά στον εποικιστικό ιστό.

«Στρατός και εποικισμός βαδίζουν μαζί»: Η επιχείρηση «Σιδηρούς Τοίχος»

Η επανεγκατάσταση των εποίκων στη Βόρεια Δυτική Όχθη δεν υπήρξε μια ειρηνική διοικητική μεταβολή, αλλά προετοιμάστηκε επιχειρησιακά μέσα από εκτεταμένες στρατιωτικές εκκαθαρίσεις των παρακείμενων παλαιστινιακών πληθυσμιακών κέντρων.

Τον Ιανουάριο του 2025, στο πλαίσιο της στρατιωτικής επιχείρησης «Σιδηρούς Τοίχος» (Iron Wall) —μιας ευρείας κλίμακας χερσαίας και αεροπορικής επίθεσης που εξελίχθηκε σε παρακλάδι του πολέμου στη Γάζα— οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις διαρκείας στα προσφυγικά στρατόπεδα της Τζενίν, της Τουλκάρμ και της Νουρ αλ-Σαμς. Η επιχείρηση ισοπέδωσε αστικές υποδομές, κατέστρεψε δίκτυα ύδρευσης και κατοικίες, προκαλώντας τον βίαιο εκτοπισμό 30.000 έως 40.000 ανθρώπων — τον μεγαλύτερο μαζικό εκτοπισμό Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη από τον πόλεμο του 1967. Αναλύσεις δορυφορικών εικόνων κατέδειξαν ότι η καταστροφή των στρατοπέδων υπήρξε τόσο εκτεταμένη, ώστε η επιστροφή των κατοίκων στο άμεσο μέλλον καθίσταται πρακτικά αδύνατη, με τη διεθνή οργάνωση Human Rights Watch να χαρακτηρίζει τις ενέργειες αυτές ως εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Τον Ιανουάριο του 2026, ανώτατες στρατιωτικές πηγές παραδέχθηκαν ανοιχτά στον ισραηλινό Τύπο ότι οι σαρωτικές αυτές επιχειρήσεις είχαν ως πρωταρχικό στόχο να διαμορφώσουν τις απαραίτητες συνθήκες ασφαλείας για την «ασφαλή επανεγκατάσταση» εποίκων στη Βόρεια Δυτική Όχθη. Τον Ιούνιο του 2026 αποκαλύφθηκε ότι ο στρατός προχώρησε στην κατασκευή μόνιμης στρατιωτικής βάσης εντός της Περιοχής Α, κοντά στο στρατόπεδο της Τζενίν, με ρητή αποστολή την προστασία των εποίκων που επιστρέφουν στην περιοχή.

Τη στρατηγική σύζευξη κράτους, στρατού και εποίκων διατύπωσε απερίφραστα ο υπουργός Μπεζαλέλ Σμότριχ κατά την επίσκεψή του στον χώρο του Sa-Nur στα τέλη Δεκεμβρίου 2025:

«Ως μέρος της επιστροφής του εποικισμού και του εβραϊκού λαού εδώ στη βόρεια Σαμάρεια, γνωρίζουμε πάντα ότι ο στρατός και ο εποικισμός πάνε μαζί. Γι’ αυτό, καταρχάς, χρηματοδοτήσαμε τη μεταφορά του αρχηγείου της Περιφερειακής Ταξιαρχίας Menashe, η οποία βρισκόταν εδώ μέχρι την απέλαση και είχε ξεριζωθεί στο Ein Shemer. Την επαναφέρουμε τώρα εδώ, μαζί με δύο επιπλέον αρχηγεία ταγμάτων, και έχουμε διαθέσει προϋπολογισμό 800 εκατομμυρίων σέκελ (περίπου 265,7 εκατομμύρια δολάρια) για αυτό τα επόμενα τρία χρόνια».

Η στρατιωτικοποίηση της περιοχής μεταμόρφωσε άμεσα την καθημερινότητα των γειτονικών παλαιστινιακών κοινοτήτων. Ο δήμαρχος της κωμόπολης Jaba’, Muhammad Badad, περιέγραψε τις συνέπειες της προπαρασκευής του Sa-Nur:

«Όταν δεν υπήρχαν έποικοι εδώ, ο στρατός σπάνια έμπαινε στην Jaba’. Από τα τέλη Δεκεμβρίου 2025, οι στρατιώτες μπαίνουν σχεδόν κάθε μέρα. Έναν μήνα πριν ξεκινήσουν τα έργα στο Sa-Nur, ο στρατός εισέβαλε στην πόλη για τρεις ή τέσσερις συνεχόμενες νύχτες και συνέλαβε περίπου 200 άτομα, συμπεριλαμβανομένου εμού. Μας πήγαν για “συνομιλίες” με τη Shin Bet σε ένα φρούριο που βρίσκεται μέσα στη γη του εποικισμού και μετά μας άφησαν. Έκτοτε, στρατιώτες έχουν εισβάλει στο 70% των σπιτιών της πόλης».

Η εδαφική αναδιάταξη επιταχύνθηκε ραγδαία:

  • Κατασκευή παρακαμπτήριας οδού: Στις 14 Δεκεμβρίου 2025 εκδόθηκε στρατιωτική διαταγή κατάσχεσης 500 στρεμμάτων καλλιεργήσιμης ιδιωτικής παλαιστινιακής γης για τη διάνοιξη παρακαμπτήριου άξονα έξι χιλιομέτρων που συνδέει τον κόμβο Homesh με το Sa-Nur, με χρηματοδότηση 20 εκατ. σέκελ από το υπουργείο Οικονομικών.

  • Πρόσθετες κατασχέσεις: Τον Μάρτιο του 2026 εκδόθηκε νέα διαταγή δέσμευσης 150 στρεμμάτων για την ανέγερση φράχτη ασφαλείας.

  • Εγκατάσταση εποίκων: Τον Μάρτιο του 2026 τοποθετήθηκαν τα πρώτα τροχόσπιτα και τον Απρίλιο εγκαταστάθηκαν οι πρώτες 16 οικογένειες εποίκων, ακολουθούμενες από την τελική έγκριση ανέγερσης 126 μόνιμων κατοικιών.

Όπως προειδοποίησε ο δήμαρχος Badad, η ίδρυση του εποικισμού απειλεί με ολοκληρωτικό αφανισμό την τοπική οικονομία: «Όλη η αγροτική γη απειλείται· θα είναι αδύνατο να αποκτηθεί πρόσβαση, να καλλιεργηθεί ή να σπαρεί. Τα καταστήματα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου κινδυνεύουν επίσης… Φοβόμαστε ότι θα γίνει όπως στη Huwarah». Οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν άμεσα: τον Μάρτιο του 2026 ιδρύθηκε το πρώτο παράνομο φυλάκιο σε εδάφη της Jaba’, τον Απρίλιο εκδόθηκαν διαταγές κατεδάφισης παλαιστινιακών εμπορικών καταστημάτων επί της Route 60, ενώ τον Μάιο έποικοι του Sa-Nur εξανάγκασαν Παλαιστίνιους να εκταφιάσουν σορό από παρακείμενο νεκροταφείο, ισχυριζόμενοι ότι ο τάφος βρισκόταν υπερβολικά κοντά στον εποικισμό.

«Ένα εκατομμύριο στη Σαμάρεια»: Η δημογραφική ανατροπή και η εξάλειψη της Πράσινης Γραμμής

Η ανασύσταση των μεμονωμένων εποικισμών δεν συνιστά την τελική κατάληξη, αλλά τον προπομπό ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανασχεδιασμού. Ήδη από τον Αύγουστο του 2023, ο επικεφαλής του Περιφερειακού Συμβουλίου Shomron, Yossi Dagan, είχε παρουσιάσει το επίσημο αναπτυξιακό πρόγραμμα με τίτλο «Σχέδιο για ένα εκατομμύριο κατοίκους στη Σαμάρεια έως το 2050». Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία νέων αστικών κέντρων, βιομηχανικών ζωνών, σιδηροδρομικού δικτύου και αεροδρομίου, παραλείποντας παντελώς την παρουσία των εκατοντάδων χιλιάδων αυτόχθονων Παλαιστινίων και διαγράφοντας πλήρως την Πράσινη Γραμμή από τους χάρτες του.

Τον Μάρτιο του 2026, το ισραηλινό υπουργικό συμβούλιο προχώρησε στην επίσημη έγκριση 34 νέων εποικισμών στη Δυτική Όχθη, εκ των οποίων οι εννέα εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου Shomron, ενώ τον Μάιο εκδόθηκαν οι στρατιωτικές διαταγές καθορισμού των δημοτικών τους ορίων. Ορισμένοι εξ αυτών θεμελιώνονται σε περιοχές όπου δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν ισραηλινή παρουσία, με τον εποικισμό Gannim να προγραμματίζεται για εποικισμό ήδη από το καλοκαίρι του 2026.

Η μεθοδολογία παραμένει σταθερή και δοκιμασμένη: άτυπη κατάληψη γης από ένοπλους εποίκους μέσω της άσκησης συστηματικής βίας, στρατιωτική κάλυψη και επιβολή απαγορεύσεων κυκλοφορίας στους Παλαιστίνιους, κρατική χρηματοδότηση βασικών υποδομών (δίκτυα ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, οδοποιία) και, τέλος, αναδρομική νομιμοποίηση και πολεοδομική ένταξη από την κεντρική κυβέρνηση.

Η εμπεριστατωμένη καταγραφή των οργανώσεων Yesh Din, Bimkom και HaMoked καταλήγει σε ένα αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα: το κράτος του Ισραήλ υλοποιεί μια συντεταγμένη, στρατηγική πολιτική de facto προσάρτησης της Δυτικής Όχθης, η οποία παραβιάζει θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και το Άρθρο 49 της Τέταρτης Συνθήκης της Γενεύης περί απαγόρευσης μεταφοράς πληθυσμών σε κατεχόμενα εδάφη.

Όπως επισημάνθηκε και στη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ) τον Ιούλιο του 2024, τα μέτρα αυτά συνιστούν ένα σύστημα θεσμικών διακρίσεων που καταλύει θεμελιώδη δικαιώματα και δεν μπορούν να νομιμοποιηθούν υπό το πρόσχημα της ασφάλειας.

Μετατρέποντας τα έκτακτα μέτρα του πολέμου σε μόνιμο καθεστώς κυριαρχίας, η ισραηλινή ηγεσία διαλύει την εδαφική συνέχεια της παλαιστινιακής κοινωνίας, εξοστρακίζει τον τοπικό πληθυσμό σε περίκλειστα, ασύνδετα γκέτο και κατοχυρώνει στην πράξη τον απόλυτο έλεγχο επί του συνόλου της γης. Το «Σχέδιο Κυριαρχίας» του Μπεζαλέλ Σμότριχ παύει να αποτελεί ένα ριζοσπαστικό μανιφέστο και αναδεικνύεται στον αδιαμφισβήτητο οδικό χάρτη της κρατικής πολιτικής, επιβάλλοντας με τη δύναμη των όπλων και των μπουλντοζών την αρχή του «μέγιστου εδάφους με τον ελάχιστο πληθυσμό».

Διαβάστε αναλυτικά ΕΔΩ

Δεν μπορούν όλοι να πληρώσουν. Και το σεβόμαστε.

Αν βρίσκεσαι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, συνέχισε να μας διαβάζεις δωρεάν. Η ενημέρωση πρέπει να παραμένει προσβάσιμη για όλους.

Αν όμως μπορείς, στήριξέ μας σήμερα. Ορίστε δύο καλοί λόγοι για να το κάνεις:

  1. Η στήριξή σου ενισχύει άμεσα την ποιότητα και την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας μας.
  2. Κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ και η διαδικασία διαρκεί λιγότερο από 1 λεπτό.

Επίλεξε σήμερα να γίνεις συνδρομητής ή δωρητής.

Γίνε συνδρομητής

Σας ευχαριστούμε θερμά.

Ακολουθήστε το agonaskritis.gr στο Google News, στο facebook και στο twitter και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις - Γίνετε συνδρομητές!

Αγώνας της Κρήτηςhttp://bit.ly/agonaskritis
Ο “Αγώνας της Κρήτης” εκδόθηκε στις 8 Ιουλίου του 1981. Είναι η έκφραση μιας πολύχρονης αγωνιστικότητας. Έμεινε όλα αυτά τα χρόνια σταθερός στη διακήρυξή του για έγκυρη – έγκαιρη ενημέρωση χωρίς παρωπίδες. Υπηρετεί και προβάλλει, με ευρύτητα αντίληψης, αξίες και οράματα για μία καλύτερη κοινωνία. Η βασική αρχή είναι η κριτική στην εξουσία όποια κι αν είναι αυτή, ιδιαίτερα στα σημεία που παρεκτρέπεται από τα υποσχημένα, που μπερδεύεται με τη διαφθορά, που διαφθείρεται και διαφθείρει. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η εφημερίδα έμεινε μακριά από συσχετισμούς και διαπλοκές, μακριά από μεθοδεύσεις και ίντριγκες.

Τελευταία Νέα

Περισσότερα σαν αυτό
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Politico: Πώς το «Made in Israel» στην ευρωπαϊκή άμυνα βαθαίνει την εξάρτηση από το Ισραήλ

Η προσπάθεια της ΕΕ να ενισχύσει την κυριαρχία και την αυτονομία της συγκρούεται...