Στη Βουλή των Ελλήνων επί της συζήτησης του Πορίσματος της Εξεταστικής Επιτροπής για τη διερεύνηση όλων των ζητημάτων που έχουν ανακύψει σχετικά με τη λειτουργία του Οργανισμού Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε), τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Ρεθύμνης και Υπεύθυνος ΚΤΕ Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μανόλης Χνάρης.
Κατά την έναρξη της ομιλίας του, ασκώντας δριμεία κριτική στην κυβέρνηση, επεσήμανε ότι με την εν λόγω συζήτηση σηματοδοτείται «το τέλος της προσπάθειας συγκάλυψης της Νέας Δημοκρατίας, για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ». Παράλληλα, επέκρινε τον ρόλο της Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία, όπως τόνισε, «φτιάχτηκε κομμένη και ραμμένη στα μέτρα σας, παρά τη σαφή παραγγελία της Ευρωπαίας Εισαγγελέως για τη διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών των δύο πρώην Υπουργών αγροτικής Ανάπτυξης, κυρίων Αυγενάκη και Βορίδη».
Μάλιστα, υπογράμμισε την άμεση παρέμβαση του ΠΑΣΟΚ και του Προέδρου, Νίκου Ανδρουλάκη, ο οποίος εξαρχής, προτού ξεσκεπαστεί το σκάνδαλο από τους Ευρωπαϊκούς Θεσμούς, «είχε προειδοποιήσει και αναδείξει ζητήματα κακοδιαχείρισης και αδιαφάνειας στη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ». Ωστόσο, έγινε αποδέκτης της «θρασύτατης αντίδρασης του τότε υπουργού, Λευτέρη Αυγενάκη, που τον κατηγόρησε ότι δε φορά τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος και επί της ουσίας τον χαρακτήρισε, Ανθέλληνα».
Ακολούθως, αναφερόμενος στη διαδικασία συζήτησης για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής που είχε ζητήσει το ΠΑΣΟΚ, επέκρινε τον Πρωθυπουργό, καθώς «ανάγκασε μεγάλο αριθμό βουλευτών της πλειοψηφίας να ψηφίσουν με επιστολική ψήφο και τους δε υπόλοιπους να μην έρθουν καθόλου στη διαδικασία συζήτησης», θέτοντας παράλληλα το ερώτημα «Φοβήθηκε άραγε ο Πρωθυπουργός ότι οι βουλευτές του θα έστελναν κάποιον από τους δυο υπουργούς στην προανακριτική επιτροπή;»
Εν συνεχεία, απευθυνόμενος στην κυβέρνηση, υπογράμμισε ότι: «παρά τις από μέρους σας μεθοδεύσεις για τη μη εξέταση κρίσιμων μαρτύρων και αποδεικτικού υλικού, το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να αναδείξει την υποκρισία και τη σαφή βούλησή σας να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια».
Επιπλέον, καθώς αναφέρθηκε στα στοιχεία της δικογραφίας της Ευρωπαίας Εισαγγελέως, βάσει των οποίων προκύπτουν «σοβαρές ενδείξεις ύπαρξης οργανωμένου μηχανισμού παράνομης ιδιοποίησης κοινοτικών ενισχύσεων κατά την περίοδο 2019–2024», υπογράμμισε ότι καταδεικνύεται η «συμμετοχή υπηρεσιακών και διοικητικών στελεχών του ΟΠΕΚΕΠΕ και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, στελεχών-φορέων που σχετίζονται με την τεχνική και πληροφοριακή υποστήριξη του Οργανισμού και άλλων προσώπων, τα οποία έδρασαν με την ενδεχόμενη συνδρομή ή ανοχή Υπουργών και στελεχών της Νέας Δημοκρατίας».
Όλα τα παραπάνω, όπως επεσήμανε, πλήττουν άμεσα και αποκλειστικά τους Έλληνες αγρότες, οι οποίοι «καλούνται να πληρώσουν τις συνέπειες αυτής της εγκληματικής δράσης».
Αναφορικά δε με το ζήτημα αυτό, όπως υπογράμμισε, την περίοδο 2019-2024 οι πραγματικοί και έντιμοι παραγωγοί έχασαν κονδύλια ύψους 619 εκατ. ευρώ, τα οποία «ήταν απολύτως απαραίτητα για τον αγροτικό κόσμο της χώρας, δεδομένου ότι οι αγροτικές ενισχύσεις, αντιστοιχούν στο 43% του συνολικού ετήσιου εισοδήματος των παραγωγών μας» και μάλιστα «ενόψει και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας, όπως το αυξημένο κόστος παραγωγής, η ευλογιά των αιγοπροβάτων, η έλλειψη εργατών γης, οι ήδη ορατές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, καθώς και η συμφωνία της Mercosur».
Στο σημείο αυτό, επεσήμανε την ανικανότητα της κυβέρνησης, καθώς κατά το 2023 και το 2024 χάθηκαν επίσης 210 εκατ. ευρώ βασικής ενίσχυσης, ποσό το οποίο χάθηκε οριστικά για τους Έλληνες αγρότες, δεδομένου ότι δε μεταφέρθηκε σε άλλη δράση του ΠΑΑ.
Όλα τα ανωτέρω, υπογράμμισε ο Μ. Χνάρης, «οδήγησαν τη χώρα σε πανευρωπαϊκό διασυρμό», με τον ΟΠΕΚΕΠΕ να έχει τεθεί σε ευρωπαϊκή επιτήρηση, ενώ παράλληλα επιβαρύνεται ο Έλληνας φορολογούμενος λόγω της επιβολής δυσβάστακτων καταλογισμών εις βάρος της χώρας.
Έπειτα, επικεντρώθηκε στη νέα προγραμματική περίοδο της ΚΑΠ 2028 – 2034 και στον κίνδυνο που ελλοχεύει για τους Έλληνες παραγωγούς «να δουν ακόμα χαμηλότερες ενισχύσεις», εξαιτίας των επιλογών της κυβέρνησης.
Επιπλέον, με ιδιαίτερα δηκτικό τρόπο, αναφέρθηκε στη διακομματική κοινοβουλευτική επιτροπή για τα θέματα του πρωτογενούς τομέα, τονίζοντας ότι «είναι καταρχάς παραδοχή αποτυχίας της αγροτικής πολιτικής της κυβέρνησης», δεδομένου ότι ο πρωθυπουργός προέβη σε αυτήν μετά από 7 χρόνια διακυβέρνησης, τη στιγμή μάλιστα που μονομερώς επί της ουσίας καταργήθηκε και μεταφέρθηκε ο ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, γεγονός που καταδεικνύει τη βαθιά υποκριτική στάση της κυβέρνησης.
Ως προς το ζήτημα αυτό, τόνισε ιδιαιτέρως ότι: «η κατάργηση του ΟΠΕΚΕΠΕ και η μεταφορά του στην ΑΑΔΕ έγινε για επικοινωνιακούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους, προκειμένου να ενισχυθεί το αφήγημα περί διαχρονικών παθογενειών».
Στο πλαίσιο αυτό, ο Μ. Χνάρης, επεσήμανε ότι: «Το ΠΑΣΟΚ αλλά και σύσσωμος ο αγροτικός κόσμος της χώρας ήταν εξαρχής ενάντια σε αυτή τη θεσμική αποδόμηση και τη στρατηγική απουσία εθνικού σχεδιασμού για τον αγροτικό τομέα».
Ακολούθως, αναφέρθηκε διεξοδικά στο συνεκτικό και εφαρμόσιμο σχέδιο αναδιοργάνωσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ, με κυριότερα σημεία:
«i) τη θεσμική θωράκιση του Οργανισμού, με διακριτές αρμοδιότητες από το Υπουργείο και δικλείδες ασφαλείας για να αποφεύγονται οι παρεμβάσεις από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, ii) τη θεσμοθέτηση αντικειμενικών διαδικασιών επιλογής για τις θέσεις Προέδρου και Δ.Σ. του Οργανισμού, με ανοιχτό αξιοκρατικό διαγωνισμό, με πενταετή θητεία και έγκριση από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, iii) την πλήρη στελέχωση του οργανισμού, ώστε να διασφαλίζεται η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του, καθώς και τη θέσπιση διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος αξιολόγησης των υπαλλήλων του, iv) τη διασύνδεση των πληροφοριακών συστημάτων του ΟΠΕΚΕΠΕ με κρίσιμους δημόσιους φορείς, όπως η ΑΑΔΕ, ο ΕΦΚΑ ,το Κτηματολόγιο, το Δασολόγιο κ.ά., με στόχο την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων, καθώς και v) τη δημιουργία δημόσιου πληροφοριακού συστήματος με ίδιους πόρους και την πλήρη αυτονομία του Οργανισμού από εξωτερικές ιδιωτικές εταιρείες τεχνικών συμβούλων».
Συνοψίζοντας, ο Μ. Χνάρης, τόνισε ότι: «η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Οι Έλληνες αγρότες ζητούν απαντήσεις, διαφάνεια και πραγματική στήριξη», ενώ «Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έπρεπε να αποτελεί το παρελθόν, αλλά το μέλλον».
Σε αυτό το πλαίσιο, επεσήμανε κλείνοντας ότι: «μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εγγυηθεί έναν ισχυρό πρωτογενή τομέα, γιατί μόνο με ισχυρή παραγωγή, θα ενισχύσουμε τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και θα δώσουμε πραγματική προοπτική για τον τόπο μας και το αύριο των παιδιών μας»



