Στις εσωτερικές αναταράξεις της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία», στις καταγγελίες πρώην στελεχών περί έλλειψης διαφάνειας, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σκοπεύει να παρουσιάσει τις πολιτικές θέσεις του κινήματος ενόψει της ΔΕΘ τοποθετήθηκε η Μαρία Καρυστιανού στην εκπομπή «10 παντού» του OPEN. Η πρόεδρος του κινήματος απέρριψε τις αιτιάσεις περί αρχηγικής λειτουργίας, ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν στοιχεία για οργανωμένη προσπάθεια εσωτερικής αποσταθεροποίησης και προανήγγειλε ότι αυτά θα δημοσιοποιηθούν. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην κυβερνητική πολιτική απέναντι στην Τουρκία, κατηγόρησε τον Αλέξη Τσίπρα ότι υιοθέτησε θέσεις του κινήματός της, επανήλθε στη συζήτηση για τις αμβλώσεις και συνέδεσε την αντιμετώπιση της ακρίβειας με τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου. Πολλές από τις τοποθετήσεις της είχαν χαρακτήρα πολιτικής καταγγελίας και στη διάρκεια της συνέντευξης δεν συνοδεύτηκαν από ανεξάρτητη τεκμηρίωση.
Η συνέντευξη ξεκίνησε με αναφορά της Μαρίας Καρυστιανού στην ελευθερία του Τύπου και γρήγορα πέρασε στα ελληνοτουρκικά, πριν επικεντρωθεί στις εξελίξεις στο εσωτερικό της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία». Η συζήτηση υπήρξε κατά διαστήματα έντονη, ιδιαίτερα όταν τέθηκαν οι καταγγελίες αποχωρησάντων στελεχών και η παλαιότερη δημόσια τοποθέτησή της για τις αμβλώσεις.
Η ίδια παρουσίασε το πολιτικό της εγχείρημα ως κοινωνικό κίνημα με συγκεκριμένες «κόκκινες γραμμές» και επέμεινε ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από το Πολιτικό Συμβούλιο. Ταυτόχρονα, διατύπωσε βαριές καταγγελίες τόσο για πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά στο κίνημα όσο και για τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή της, αντιμετωπίζεται από μέρος του πολιτικού και μιντιακού συστήματος.
Κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών» και διαφορετική γραμμή στα ελληνοτουρκικά
Με αφορμή προηγούμενες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η κ. Καρυστιανού σημείωσε αρχικά ότι δεν είχε ακούσει τη συγκεκριμένη συνέντευξη, επειδή βρισκόταν σε μετακίνηση. Αμφισβήτησε, ωστόσο, την αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής που, όπως παρουσιάστηκε στη συζήτηση, περιορίζεται στον διάλογο, στις «κόκκινες γραμμές» και στην προοπτική αντίδρασης «όταν χρειαστεί».
Η ίδια υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει περισσότερα εργαλεία και θα έπρεπε να προχωρεί σε επίσημες καταγγελίες τόσο στον ΟΗΕ όσο και σε ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν θεωρεί ότι παραβιάζονται κυριαρχικά δικαιώματα. Επανέλαβε επίσης τη θέση της ότι υπάρχουν δυνατότητες άσκησης βέτο ή άλλων πολιτικών ενεργειών, χωρίς όμως το απομαγνητοφωνημένο κείμενο να αποσαφηνίζει πλήρως σε κάθε σημείο σε ποια συγκεκριμένη διαδικασία αναφερόταν.
Αναφέρθηκε στις τουρκικές θέσεις για θαλάσσιες ζώνες και στις κινήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, τις οποίες παρουσίασε ως παραβιάσεις ελληνικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για πολιτικές και νομικές αξιολογήσεις της ίδιας, όπως διατυπώθηκαν στη συνέντευξη.
Συνολικότερα απέδωσε ευθύνες όχι μόνο στη σημερινή κυβέρνηση αλλά διαχρονικά στις ελληνικές κυβερνήσεις για την κατάσταση στην οποία, κατά την έκφρασή της, έχει βρεθεί η χώρα:
«Υπάρχουνε κινήσεις που μπορεί να κάνει τις οποίες η ελληνική πλευρά ουδέποτε έχει κάνει. Δεν είναι μόνο τώρα· διαχρονικά θα πω ότι υπάρχουνε ευθύνες από τις ελληνικές κυβερνήσεις».
Οι αποχωρήσεις και η αντιπαράθεση για τη λειτουργία του κινήματος
Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης αφορούσε τις αποχωρήσεις προσώπων από την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» και τις δημόσιες αιτιάσεις ότι το κόμμα λειτουργεί με αρχηγικό ή κλειστό τρόπο.
Η κ. Καρυστιανού υποστήριξε ότι το κίνημα είναι ανοιχτό σε πολίτες που συμφωνούν με τις βασικές αρχές του, αλλά δεν δημιουργήθηκε ως ένας ακόμη φορέας διαμαρτυρίας. Περιέγραψε ως τελικό προσανατολισμό του αυτό που ονομάζει «Φωτεινή Ελλάδα», το οποίο συνέδεσε με την ασφάλεια, την αξιοκρατία και τη βελτίωση της καθημερινότητας.
Όταν οι δημοσιογράφοι επανέφεραν τις συγκεκριμένες καταγγελίες πρώην στελεχών περί έλλειψης δημοκρατικών διαδικασιών, διαφάνειας και ενός άτυπου «διευθυντηρίου», η ίδια ζήτησε αποδείξεις και χαρακτήρισε τις αναπόδεικτες κατηγορίες «συκοφαντίες».
Αντέτεινε ότι υπάρχει Πολιτικό Συμβούλιο στο οποίο καταλήγουν οι αποφάσεις και ότι τα μέλη του προέρχονται από διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους. Υποστήριξε ακόμη ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν γνώριζε προσωπικά τα περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα πριν από τη συγκρότηση του οργάνου. Ως πρόσωπα που ήδη γνώριζε ανέφερε την κ. Ιωαννίδου, λόγω παλαιότερης επαφής μέσω του ιατρείου της, και την κ. Γρατσία, την οποία χαρακτήρισε νομική συμπαραστάτριά της από το 2024.
Για τη λειτουργία του Πολιτικού Συμβουλίου δήλωσε:
«Όλα λοιπόν κατέληγαν στο πολιτικό συμβούλιο και από κει παίρνονταν οι αποφάσεις. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δημοκρατικό, ειλικρινά, και πιο διάφανο».
Στο ίδιο πλαίσιο υποστήριξε ότι η ετερογένεια του συγκεκριμένου οργάνου είναι σκόπιμη, ώστε οι τελικές αποφάσεις να μπορούν, κατά την εκτίμησή της, να εκφράσουν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.
Καταγγελίες για χρήματα και «οργανωμένο σχέδιο» κατά της «Ελπίδας»
Η συζήτηση πήρε διαφορετική τροπή όταν η κ. Καρυστιανού αναφέρθηκε σε πληροφορία που, όπως είπε, είχε λάβει λίγες ώρες πριν από τη συνέντευξη. Υποστήριξε ότι πρόσωπο στη Θεσσαλονίκη συγκέντρωνε κόσμο έναντι 20 ευρώ, παρουσιάζοντας τα χρήματα ως σχετιζόμενα με εκείνη.
Κάλεσε όσους θεωρούν ότι έχουν πέσει θύματα τέτοιας πρακτικής να απευθυνθούν στο κίνημα, δηλώνοντας ότι θα γίνουν οι απαιτούμενες ενέργειες. Αναφέρθηκε επίσης σε πληροφορίες περί πληρωμών για εξασφάλιση υποψηφιότητας, τις οποίες απέρριψε, επισημαίνοντας ότι το κίνημα δεν έχει ακόμη ορίσει τους υποψηφίους του. Οι συγκεκριμένες καταγγελίες παρουσιάστηκαν από την ίδια στη συνέντευξη χωρίς να τεθούν εκείνη τη στιγμή υπόψη των δημοσιογράφων στοιχεία που να τις επιβεβαιώνουν.
Ακόμη σοβαρότερη ήταν η αναφορά της σε ενδεχόμενη οργανωμένη προσπάθεια αποσταθεροποίησης του κόμματος.
Η κ. Καρυστιανού είπε ότι η προσθήκη του ονόματός της δίπλα στον τίτλο του κινήματος έγινε σκοπίμως, παρά τη δική της αρχική απροθυμία, επειδή υπήρχαν, όπως ισχυρίστηκε, ενδείξεις ότι πρόσωπα θα επιχειρούσαν να προσεγγίσουν την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» προκειμένου είτε να την ελέγξουν είτε να τη διαλύσουν.
Αναφέρθηκε σε μηνύματα και άλλα «στοιχεία» που, όπως είπε, βρίσκονται στη διάθεση της ηγεσίας. Στην περιγραφή της περιέλαβε ακόμη σχέδιο «κατάληψης», προσέλκυση τηλεοπτικών συνεργείων και πίεση για τη διενέργεια συνεδρίου σε χρονικό σημείο στο οποίο το νέο κίνημα, κατά την άποψή της, δεν ήταν ακόμη έτοιμο.
Όταν ρωτήθηκε αν θα δημοσιοποιηθούν ονόματα και στοιχεία, απάντησε ότι διαθέτει αποδείξεις και προανήγγειλε ότι το υλικό θα παρουσιαστεί αφού πρώτα εκείνοι που κατηγορούν το κίνημα τεκμηριώσουν τις δικές τους καταγγελίες.
«Εγώ, να ξέρετε, δεν βγαίνω εύκολα να μιλήσω αν δεν έχω αποδείξεις», είπε, υποστηρίζοντας ότι στη συνέχεια θα παρουσιαστεί αυτό που η ίδια χαρακτήρισε «οργανωμένο σχέδιο».
Η συνέντευξη δεν περιλάμβανε τη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου υλικού ούτε κατονομασία των προσώπων που φέρονται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, να συμμετείχαν στο σχέδιο.
Η ΔΕΘ, το πρόγραμμα και η κατηγορία προς τον Αλέξη Τσίπρα για αντιγραφή θέσεων
Η κ. Καρυστιανού επιχείρησε στη συνέχεια να μεταφέρει τη συζήτηση από τις αποχωρήσεις στις πολιτικές πρωτοβουλίες του κινήματος. Αναφέρθηκε ειδικά σε εκδήλωση σχετικά με τα funds, τους servicers, τις τράπεζες και τα κόκκινα δάνεια, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάστηκαν στοιχεία για μια «τριγωνική σχέση» και για οικονομικές απώλειες του Δημοσίου. Οι σχετικές οικονομικές καταγγελίες δεν αναλύθηκαν με τρόπο που να επιτρέπει την ανεξάρτητη επαλήθευσή τους από το ίδιο το transcript.
Για το πρόγραμμα του κόμματος ανακοίνωσε ότι στη ΔΕΘ θα παρουσιαστεί ένα πλαίσιο με βασικές κατευθύνσεις για όλους τους τομείς, ενώ το πλήρες και αναλυτικό πρόγραμμα θα δοθεί στη δημοσιότητα λίγο πριν από τις εκλογές.
Η επιλογή να μη δημοσιοποιηθεί νωρίτερα ολόκληρο το πρόγραμμα αποδόθηκε από την ίδια στον φόβο αντιγραφής πολιτικών θέσεων.
Στο σημείο αυτό κατηγόρησε ευθέως τον Αλέξη Τσίπρα ότι η ιδρυτική διακήρυξη δικού του πολιτικού εγχειρήματος αποτέλεσε «copy paste» της ιδρυτικής διακήρυξης της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία». Υποστήριξε επίσης ότι μετά την εκδήλωση του κινήματος για τις τράπεζες ο κ. Τσίπρας παρουσίασε θέσεις που είχαν προηγουμένως διατυπωθεί από την «Ελπίδα».
Η κατηγορία περί αντιγραφής αποτελεί ισχυρισμό της κ. Καρυστιανού. Στη συγκεκριμένη συνέντευξη δεν πραγματοποιήθηκε συγκριτική παρουσίαση των δύο κειμένων ή των αντίστοιχων προγραμματικών θέσεων.
Όταν πιέστηκε για το κατά πόσο οι ψηφοφόροι πρέπει να γνωρίζουν εγκαίρως το πρόγραμμα ενός κόμματος, απάντησε ότι οι θέσεις θα παρουσιαστούν και θα αναλυθούν αφού προηγουμένως «κατοχυρωθούν με κάποιους τρόπους». Διευκρίνισε ότι αυτή αποτελεί απόφαση του Πολιτικού Συμβουλίου.
Η έντονη συζήτηση για τις αμβλώσεις και το δημογραφικό
Ιδιαίτερη ένταση καταγράφηκε όταν επανήλθε παλαιότερη δήλωση της κ. Καρυστιανού για τις αμβλώσεις και τη δημόσια διαβούλευση.
Η ίδια υποστήριξε ότι οι προηγούμενες δηλώσεις της είχαν παραποιηθεί και διαστρεβλωθεί. Στη συζήτηση, η δημοσιογράφος έθεσε το ερώτημα αν η τότε τοποθέτηση έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στη ζωή του εμβρύου έναντι της αυτονομίας και της υγείας της γυναίκας.
Η κ. Καρυστιανού δεν αμφισβήτησε στη νέα συνέντευξη το δικαίωμα στην άμβλωση. Αντίθετα, στο μεταγενέστερο μέρος της αντιπαράθεσης δήλωσε ότι «κανένας δεν παίρνει το δικαίωμα κανενός» και χαρακτήρισε τον ισχύοντα νόμο σαφή. Η δική της έμφαση στράφηκε στην ανάγκη ενημέρωσης και παροχής περισσότερων επιλογών στις γυναίκες που δεν θα ήθελαν να προχωρήσουν σε διακοπή κύησης.
Συνέδεσε παράλληλα τη συζήτηση με το δημογραφικό, το οποίο χαρακτήρισε μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα.
«Κανένας δεν παίρνει το δικαίωμα κανενός. Ο νόμος είναι πολύ σαφής και ξεκάθαρος. […] Μιλάω γιατί υπάρχει ένα ανύπαρκτο κράτος για να βοηθήσει τις γυναίκες οι οποίες δεν θα επέλεγαν αυτό».
Κατά την αντιπαράθεση διατύπωσε επίσης ισχυρισμούς για διακοπές κυήσεων που, όπως είπε, πραγματοποιούνται σε ηλικίες κύησης στις οποίες δεν επιτρέπονται, ζητώντας από τους δημοσιογράφους να ερευνήσουν το θέμα. Η ίδια δεν παρουσίασε στο πλαίσιο της συνέντευξης τεκμήρια για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.
Ανέφερε ακόμη ότι ορισμένες γυναίκες μπορεί να αντιμετωπίσουν προβλήματα μετά από μία ή περισσότερες αμβλώσεις, φτάνοντας μέχρι δυσκολία τεκνοποίησης αργότερα. Και αυτή η αναφορά έγινε ως δική της θέση στη συνέντευξη, χωρίς παρουσίαση ιατρικών δεδομένων στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
Ακρίβεια: Η απάντηση μέσω Δικαιοσύνης και κράτους δικαίου
Στο τέλος της συζήτησης οι παρουσιαστές ζήτησαν από την πρόεδρο της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» ένα συγκεκριμένο μέτρο για την ακρίβεια.
Η απάντησή της δεν περιέλαβε συγκεκριμένο φορολογικό, εισοδηματικό ή ρυθμιστικό μέτρο. Επανέφερε ως βασική προϋπόθεση τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Κατά την άποψή της, ένα κράτος στο οποίο λειτουργεί η Δικαιοσύνη μπορεί να αντιμετωπίσει φαινόμενα που η ίδια χαρακτήρισε καρτέλ, προβλήματα στις σχέσεις τραπεζών με πολίτες και επιχειρήσεις, καθώς και το στεγαστικό. Αναφέρθηκε επίσης σε περιπτώσεις όπου το 60%-70% του μισθού, όπως είπε, καταλήγει στο ενοίκιο.
Η τελική της θέση ήταν ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας προϋποθέτει πρώτα ένα κράτος δικαίου και λειτουργικούς θεσμούς:
«Το πρώτο και βασικό είναι ότι πρέπει να σταθεί η χώρα όρθια στα πόδια της, έχοντας ως πυλώνα ένα κράτος δικαίου και θεσμούς που λειτουργούν και προασπίζονται τα δικαιώματα του πολίτη».



