Του Ειρηναίου Μαράκη
Διαβάζουμε σε σχετικό δελτίο τύπου ότι «Ο Φιλολογικός Σύλλογος Χανίων «Ο Χρυσόστομος», στο πλαίσιο του κύκλου των εκδηλώσεων «Τιμώντας τα Χανιά και τους ανθρώπους τους», οργανώνει εκδήλωση προς τιμήν του Λεωνίδα Κακάρογλου, πολιτικού μηχανικού, ποιητή και φίλου του κινηματογράφου, την Τετάρτη 13 Μαΐου 2026 και ώρα 7.00 μ.μ. στην αίθουσα του Συλλόγου. Θα μιλήσουν: Ματθαίος Φρατζεσκάκης, διευθυντής Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων και υπεύθυνος των εκδόσεων «Πυξίδα της Πόλης», Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας».
Πρόκειται για ένα χρήσιμο αφιέρωμα, το οποίο κάθε Χανιώτης και Χανιώτισσα θα ήταν καλό να παρακολουθήσει. Θα το προσπαθήσω κι εγώ, αν και είναι μέρα αιμοκάθαρσης. Η απουσία οποιασδήποτε μνείας στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων αποτέλεσε ένα φάουλ που ενόχλησε πολύ, και δικαίως, κάθε συνειδητοποιημένο πολίτη, τόσο των Χανίων όσο και εκτός αυτών. Θυμίζω, σε αυτό το σημείο, ότι είχα γράψει σχετικό κείμενο στην εφημερίδα «Αγώνας της Κρήτης»¹, το οποίο πήγε ανέλπιστα καλά, καθώς εξέφρασε αρκετό κόσμο που προβληματίστηκε για την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στον Κακάρογλου. Τολμώ να πω ότι το κείμενο μάλλον έκανε και με το παραπάνω τη δουλειά του και άσκησε τις απαραίτητες πιέσεις, ώστε να φανεί ότι τιμούν τον ποιητή. Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευσή του, ο Φραντζεσκάκης, υπεύθυνος του Φεστιβάλ, είχε δώσει συνέντευξη στο Zarpa Radio στην Ελένη Φουντουλάκη και είχε αναφέρει ότι στο επόμενο φεστιβάλ θα υπάρξει αφιέρωμα. Μένει να το δούμε στην πράξη. Θα το στηρίξουμε, γιατί, σε αντίθεση με την κυρίαρχη θεσμική άποψη, που εκφράστηκε και πέρσι με αφορμή όσα συνέβησαν στο 4ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, η κριτική δεν γίνεται για να ακυρώνει, αλλά για να βελτιώνει.
Από εκεί και πέρα, είναι λίγο το γνωστό μοτίβο: ο πολίτης να διαμαρτύρεται για τα σημαντικά ή και για τα ασήμαντα μέχρι να υπάρξει ανταπόκριση. Ας ελπίσουμε ότι θα γίνει πράξη το αφιέρωμα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων, μόνο και μόνο για να έχουμε τη δυνατότητα να τιμήσουμε με αυτόν τον τρόπο τον ποιητή, αλλά και για να κρίνουμε τη σχετική προσπάθεια. Ελπίζω –όχι ότι έχω και πολλές ελπίδες– να υπάρξει ένα αντίστοιχο αφιέρωμα, μια συζήτηση ή μια προβολή και στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Άλλωστε, το Φεστιβάλ, χωρίς να χάσει τον διεθνή του χαρακτήρα, οφείλει να αναπτύξει μια οργανική και γειωμένη σχέση με το ντόπιο συγγραφικό δυναμικό, τόσο των παλαιότερων όσο και της νεότερης γενιάς, ένα δυναμικό που δεν περιορίζεται σε μια στείρα αναπαραγωγή της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας, αλλά συνομιλεί ουσιαστικά με τα σύγχρονα ζητήματα της εποχής μας, κοινωνικά, πολιτικά και αισθητικά. Αυτό, όμως, προϋποθέτει μια επιστημονική, σε βάθος έρευνα και χαρτογράφηση του πεδίου, με κριτήρια σαφή και διαφανή, και όχι την εμμονική ανακύκλωση λίγων και ήδη καθιερωμένων ονομάτων, που εκ των πραγμάτων οδηγεί σε έναν περιορισμένο και εσωστρεφή κύκλο αναφορών. Αντίθετα, θα είχε ενδιαφέρον να αναδεικνύονται και λιγότερο προβεβλημένες φωνές, να ανοίγει ο διάλογος σε διαφορετικές τάσεις και γραφές και να συγκροτείται ένα πιο πολυφωνικό και αντιπροσωπευτικό τοπίο, αντάξιο τόσο της τοπικής παραγωγής όσο και των απαιτήσεων ενός σύγχρονου φεστιβάλ. Αν και, για να είμαστε ειλικρινείς αλλά κυρίως συνεπείς με τις θέσεις και την κριτική μας στα Φεστιβάλ, πρόκειται για βαθύτατα συστημικούς και προβληματικούς θεσμούς, που συχνά λειτουργούν μέσα σε πλαίσια αναπαραγωγής ιεραρχιών, αποκλεισμών και πολιτισμικού κεφαλαίου, με περιορισμένη διείσδυση στην κοινωνική βάση και χωρίς την αναγκαία λογοδοσία. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη να παρεμβαίνουμε κριτικά και να διεκδικούμε τον μετασχηματισμό τους προς μια πιο ανοιχτή, δημοκρατική και κοινωνικά γειωμένη κατεύθυνση.
Τέλος, το ιδανικό θα ήταν να θεσμοθετηθεί ένα «Έτος Κακάρογλου», δηλαδή μια ολοκληρωμένη θεσμική και πολιτιστική πρωτοβουλία διάρκειας ενός έτους, με σειρά εκδηλώσεων, επιστημονικών ημερίδων, λογοτεχνικών παρουσιάσεων, κινηματογραφικών προβολών, εκπαιδευτικών δράσεων σε σχολεία και συνεργασίες με πολιτιστικούς φορείς της πόλης και της περιφέρειας, ώστε το έργο και η μνήμη του να ενταχθούν οργανικά στον δημόσιο πολιτιστικό βίο των Χανίων. Και γενικότερα μια οργανωμένη αντίστοιχη διαδικασία εκδηλώσεων, όπου θα τιμώνται διάφοροι λογοτέχνες και, ευρύτερα, άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης στην πόλη μας, όπως η ξεχασμένη Βικτωρία Θεοδώρου, ο Γιώργης Μανουσάκης (που δεν έχει ξεχαστεί… εντελώς) και άλλοι πολλοί, με τρόπο συστηματικό και όχι ευκαιριακό, ώστε να διαμορφώνεται μια σταθερή πολιτιστική συνέχεια και μια ουσιαστική σχέση του κοινού με το έργο τους. Έχω την αίσθηση ότι οι φιλολογικοί σύλλογοι της πόλης –δεν γνωρίζω καν τι σχέση έχουν μεταξύ τους– θα μπορούσαν να αναλάβουν τη σχετική πρωτοβουλία. Μπορούμε να πούμε ότι οι εκδηλώσεις του Χρυσόστομου, με τον γενικό τίτλο «Τιμώντας τα Χανιά και τους ανθρώπους τους», δείχνουν έναν κάποιον δρόμο, αν και, δυστυχώς, στερούνται της προβολής που οφείλεται σε ένα τέτοιο γεγονός. Αλλά, πέρα από τα παραπάνω, οι τιμές θα μπορούσαν να αποδοθούν και με άλλους τρόπους. Όπως, για παράδειγμα, να μετονομαστεί, επιτέλους, η οδός Πειραιώς σε οδό ποιητή Γιώργη Μανουσάκη. Είναι δυνατόν να έχουμε εμμονή με τις ονοματοδοσίες δρόμων με τα ονόματα μιας ολόκληρης πολιτικής οικογένειας (π.χ. Μητσοτάκης), ή αστυνομικών, ή να αλλάζουμε την οδό Δημοκρατίας σε Παπανδρέου, και να λησμονούμε, επίτηδες, τους δρόμους των ποιητών;
Και με την ευκαιρία, ενημερώνω ότι στη δεύτερη ποιητική μου συλλογή, που ετοιμάζεται το τελευταίο διάστημα, θα συμπεριλαμβάνεται ένα ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του Κακάρογλου.



