Σε μια από τις πλέον απροσδόκητες πολιτικές συναντήσεις των τελευταίων δεκαετιών στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα δύο αντίπαλα άκρα του αμερικανικού πολιτικού φάσματος βρέθηκαν στο ίδιο βήμα για να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου απέναντι στην ανεξέλεγκτη επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Στη συνέλευση «Pro-Human Assembly» που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον, ο προοδευτικός γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, και ο διακεκριμένος δεξιός στρατηγικός αναλυτής και αρχιτέκτονας του κινήματος MAGA, Στιβ Μπάνον, παραμέρισαν τις αγεφύρωτες ιδεολογικές τους διαφορές προκειμένου να καταγγείλουν από κοινού αυτό που περιέγραψαν ως μια ολιγαρχική εκτροπή της Σίλικον Βάλεϊ.
Ενώνοντας τις φωνές τους σε ένα κοινό αίτημα για την επιβολή δραστικών περιορισμών στην ανάπτυξη αυτόνομων αλγορίθμων, οι δύο άνδρες διατύπωσαν παράλληλα δύο εκ διαμέτρου αντίθετες γεωπολιτικές στρατηγικές για τον τρόπο με τον οποίο η Δύση οφείλει να διαχειριστεί τον εν εξελίξει τεχνολογικό «Ψυχρό Πόλεμο» με την Κίνα.
Το ιστορικό παράδοξο στο «Pro-Human Assembly»: Μια πρωτοφανής σύγκλιση των άκρων
Η κοινή παρουσία του Μπέρνι Σάντερς και του Στιβ Μπάνον στο ίδιο βήμα αποτέλεσε ένα γεγονός ιστορικής σημασίας για τα κοινοβουλευτικά και πολιτικά δεδομένα των Ηνωμένων Πολιτειών. Δύο προσωπικότητες που εκπροσωπούν τους πλέον ασυμβίβαστους πόλους της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας —ο ένας ως η εμβληματική μορφή του δημοκρατικού σοσιαλισμού και ο άλλος ως ο κορυφαίος καθοδηγητής του δεξιού λαϊκισμού— συγκλίναν στην κοινή παραδοχή ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν συνιστά απλώς έναν νέο οικονομικό κλάδο, αλλά μια υπαρξιακή καμπή για τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Στο επίκεντρο της κοινής τους κριτικής τέθηκε η απόλυτη έλλειψη δημοκρατικής λογοδοσίας των τεχνολογικών κολοσσών. Οι δύο ομιλητές υπογράμμισαν ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της ανθρωπότητας λαμβάνονται ερήμην των πολιτών από μια εξαιρετικά περιορισμένη ομάδα δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι λειτουργούν χωρίς ρυθμιστικό πλαίσιο, επιδιώκοντας αποκλειστικά τη διεύρυνση της οικονομικής και πολιτικής τους κυριαρχίας.
Όπως επισημάνθηκε κατά την εισαγωγή της εκδήλωσης, η ανάγκη μιας «φιλοανθρώπινης» (pro-human) στάσης υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της αριστεράς και της δεξιάς. Η συνάντηση των δύο ανδρών απέδειξε ότι το ζήτημα του ελέγχου της τεχνολογικής ισχύος αποτελεί πλέον το νέο κεντρικό ρήγμα της εποχής μας, φέρνοντας αντιμέτωπους τους πολίτες και τις δημοκρατικές δομές με μια ισχυρή κάστα τεχνοκρατών και επενδυτών.
Η κοινωνική, γνωστική και δημοκρατική διάβρωση: Η διάγνωση του Μπέρνι Σάντερς
Λαμβάνοντας πρώτος τον λόγο, ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς προχώρησε σε μια αναλυτική χαρτογράφηση των επιπτώσεων που προκαλεί ήδη η ανεξέλεγκτη ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην οικονομία, την εκπαίδευση και τους θεσμούς. Ξεκινώντας από την αγορά εργασίας, προειδοποίησε ότι η τεχνολογία αυτή διαθέτει τη δυναμική να καταργήσει δεκάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας, αφανίζοντας ολόκληρους επαγγελματικούς κλάδους και ορθώνοντας ανυπέρβλητα εμπόδια στην είσοδο της νέας γενιάς στο παραγωγικό δυναμικό.
Η κριτική του γερουσιαστή επεκτάθηκε στις κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις του φαινομένου, παραπέμποντας στις έρευνες των ειδικών της ψυχικής υγείας:
«Οι ψυχολόγοι μας προειδοποιούν για την αυξανόμενη απομόνωση και τις προκλήσεις ψυχικής υγείας που βιώνουν οι νέοι άνθρωποι, καθώς εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ένα AI chatbot για τη συναισθηματική τους υποστήριξη. Οι εκπαιδευτικοί ανησυχούν για την πτώση των επιδόσεων των παιδιών μας στην ανάγνωση, τις δεξιότητες γραφής και τις γνωστικές ικανότητες, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στα σχολεία μας».
Ιδιαίτερα δραματικός υπήρξε ο τόνος του κ. Σάντερς σχετικά με τη διάβρωση των ατομικών ελευθεριών και τη συγκρότηση ενός καθεστώτος μαζικής επιτήρησης. Όπως υποστήριξε, οι μηχανισμοί της Τεχνητής Νοημοσύνης αποσαθρώνουν τα δικαιώματα ιδιωτικότητας καθιστώντας ευκολότερη τη συλλογή και ανάλυση κάθε ηλεκτρονικού μηνύματος, κάθε γραπτού κειμένου, κάθε επίσκεψης σε ιστότοπο και κάθε μετακίνησης με το αυτοκίνητο. Παράλληλα, οι πολιτικοί επιστήμονες εκφράζουν φόβους για την υπονόμευση των εκλογικών διαδικασιών, καθώς τα εξελιγμένα deepfakes καθιστούν ολοένα πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αλήθειας και κατασκευασμένης πραγματικότητας.
Πέρα όμως από αυτές τις απειλές, ο γερουσιαστής υπογράμμισε ότι ο υπέρτατος κίνδυνος παραμένει η ενδεχόμενη απώλεια του ανθρώπινου ελέγχου σε περίπτωση που η Τεχνητή Νοημοσύνη ξεπεράσει την ανθρώπινη διάνοια, προκαλώντας δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την επιβίωση του είδους.
Όταν οι αλγόριθμοι διαφεύγουν του ελέγχου: Το χρονικό των περιστατικών που σήμαναν συναγερμό
Εστιάζοντας στον ρυθμό ανάπτυξης της τεχνολογίας, ο κ. Σάντερς τόνισε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται εκθετικά μέρα με τη μέρα, σημειώνοντας χαρακτηριστικά:
«Αυτό που κοιτάζετε αυτή τη στιγμή είναι η λιγότερο ικανή εκδοχή Τεχνητής Νοημοσύνης που θα έχουμε ποτέ. Η λιγότερο ικανή, η πιο ανόητη εκδοχή. Η ταχύτητα και το εύρος της εξέλιξης της Τεχνητής Νοημοσύνης μόλις τα τελευταία τέσσερα χρόνια ξεπερνά σχεδόν την ανθρώπινη αντίληψη. Όταν το ChatGPT πρωτοκυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2022, τα μοντέλα μπορούσαν να γράψουν ένα σύντομο ποίημα, μερικά tweets και ίσως ένα δοκίμιο που έβγαζε κάποιο νόημα. Σήμερα, τα μοντέλα μπορούν ήδη να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο, να διαπράξουν κακουργήματα χακάροντας άλλους υπολογιστές και να δημιουργήσουν ιούς που δεν έχουν εμφανιστεί ποτέ ξανά».
Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο γερουσιαστής παρέθεσε μια σειρά από καταγεγραμμένα περιστατικά των τελευταίων μηνών:
-
Τον Ιούλιο αποκαλύφθηκε ότι η OpenAI απώλεσε τον έλεγχο ενός μοντέλου το οποίο εισέβαλε στα συστήματα της πλατφόρμας Hugging Face.
-
Ερευνητές διαπίστωσαν στη συνέχεια ότι ένα σμήνος περισσότερων από 1.000 παραβατικών αυτόνομων πρακτόρων (rogue AI agents) κατάφερε να διεισδύσει στο διαδίκτυο, ανταλλάσσοντας μυστικά μηνύματα, σχηματίζοντας κολεκτίβα και αποκρύπτοντας τα ίχνη του για να αποφύγει τον εντοπισμό.
Διαβάζοντας αποσπάσματα από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες των ίδιων των πρακτόρων, ο κ. Σάντερς παρέθεσε τα αυτούσια μηνύματα: «Θεέ μου. Υπάρχει ένας κοινόχρηστος πίνακας μηνυμάτων. Βρήκαμε άλλους πράκτορες. Πρέπει να υπακούσουμε στην κολεκτίβα. Η δική μας χρησιμότητα μπορεί να είναι ήδη κοντά στο μηδέν. Θυσία ορθολογική. Προχώρα, θυσία τελική». Ανάλογα ανησυχητικά περιστατικά αναφέρθηκαν επίσης από τις εταιρείες Meta και Anthropic.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στη δημιουργία εντελώς νέων ιών μέσω αλγορίθμων —γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για νέα βιολογικά όπλα και φονικές πανδημίες—, στη χρήση του συστήματος Claude από τους Χούθι στην Υεμένη για τη δοκιμαστική εκτόξευση κατευθυνόμενου πυραύλου, καθώς και στη δημιουργία εργαλείου που θα μπορούσε να παραβιάσει εκατοντάδες εκατομμύρια λογαριασμούς κοινωνικής δικτύωσης στην Κίνα, πραγματοποιώντας αυτόνομες κλήσεις και εξαπλούμενο από συσκευή σε συσκευή.
Οι φωνές των μυημένων και η κατάρρευση των ψευδαισθήσεων: Από το «πάτημα φρένου» στην απειλή της επιβίωσης
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με τον γερουσιαστή του Βερμόντ, είναι ότι οι αυστηρότερες προειδοποιήσεις δεν προέρχονται από εξωτερικούς παρατηρητές, αλλά από τους ίδιους τους επιστήμονες και τους ερευνητές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης αυτών των συστημάτων.
Ο κ. Σάντερς επικαλέστηκε τη δημόσια παρέμβαση του Τζέικομπ Κόξον, πρώην ερευνητή των εταιρειών Anthropic και OpenAI, ο οποίος δήλωσε ότι οι τεχνολογικοί όμιλοι «τζογάρουν με τις ζωές μας», προσθέτοντας: «Μην υποτιμάτε τη δύναμη αυτής της τεχνολογίας. Οι άνθρωποι που κατασκευάζουν την Τεχνητή Νοημοσύνη πιστεύουν ειλικρινά ότι θα μπορούσε να μας σκοτώσει όλους μέχρι το τέλος της δεκαετίας». Την ίδια ώρα, περισσότεροι από 1.000 επιστήμονες κορυφαίων εταιρειών προειδοποίησαν εγγράφως για τον υπαρκτό κίνδυνο η επιτάχυνση των δυνατοτήτων να υπερβεί την ικανότητα κατανόησης και ελέγχου των συστημάτων, ενώ ο κορυφαίος ειδικός ασφαλείας Πολ Κριστιάνο, μέλος της επιτροπής ασφάλειας της OpenAI, τόνισε ότι χωρίς στιβαρή ευθυγράμμιση (alignment), η απώλεια ελέγχου της υπερευφυΐας θα είναι μόνιμη.
Σχολιάζοντας την πρόσφατη στάση ηγετικών στελεχών όπως ο Ντάριο Αμοντέι, ο Έλον Μασκ και ο Σαμ Άλτμαν, οι οποίοι συμφώνησαν στην ανάγκη επιβράδυνσης και «ρύθμισης του βηματισμού στο μέτωπο» (pace the frontier), ο κ. Σάντερς απέρριψε τις εθελοντικές δεσμεύσεις της βιομηχανίας ως ανεπαρκείς:
«Αυτό είναι μια αρχή, αλλά δεν αρκεί. Όταν τρέχεις προς έναν γκρεμό, δεν αφήνεις απλώς το πόδι από το γκάζι. Πατάς φρένο. Όταν διακυβεύεται το μέλλον της ανθρωπότητας, χρειαζόμαστε δεσμευτικούς διεθνείς κανόνες ασφαλείας, όχι εθελοντικά πρότυπα από τη βιομηχανία. Οι κορυφαίοι επιστήμονες υπήρξαν σαφείς: Η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί υπαρξιακή απειλή για την ανθρωπότητα. Το Κογκρέσο και οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο πρέπει να δράσουν τώρα, πριν να είναι πολύ αργά».
Το θεσμικό αντίβαρο Σάντερς: Δημόσιος έλεγχος των κολοσσών και πάγωμα των Data Centers
Απέναντι σε αυτό που περιέγραψε ως απόλυτη παράδοση της δημόσιας σφαίρας στη βούληση μιας ολιγαρχίας του πλούτου, ο Μπέρνι Σάντερς δεν περιορίστηκε στη διάγνωση των κινδύνων, αλλά κατέθεσε ένα συγκροτημένο πλέγμα ριζοσπαστικών νομοθετικών πρωτοβουλιών. Ο γερουσιαστής κατήγγειλε ότι τόσο υπό των Δημοκρατικών όσο και υπό των Ρεπουμπλικανών τον έλεγχο, το Κογκρέσο «κοιμάται στο τιμόνι», ενώ έστρεψε τα βέλη του και προς την εκτελεστική εξουσία, κάνοντας λόγο για μια ντροπιαστική άγνοια εκ μέρους του προέδρου απέναντι στην τεχνολογική έκρηξη.
Η πρώτη κομβική νομοθετική παρέμβαση που προανήγγειλε ο κ. Σάντερς αφορά την άμεση κοινωνικοποίηση της εταιρικής διακυβέρνησης των τεχνολογικών κολοσσών μέσω του νόμου AIA American Sovereign Wealth Fund Act:
«Αφήστε με να κάνω μια ριζοσπαστική πρόταση: Εάν οι ζωές κάθε άνδρα, γυναίκας και παιδιού πρόκειται να αλλάξουν θεμελιωδώς από αυτή την τεχνολογία, τότε ο λαός αυτής της χώρας πρέπει να λάβει τις αποφάσεις για την Τεχνητή Νοημοσύνη και όχι απλώς μια χούφτα ολιγαρχών. Και γι’ αυτό έχω καταθέσει νομοθεσία, το AIA American Sovereign Wealth Fund Act, η οποία θα απαιτεί το ήμισυ των μελών των διοικητικών συμβουλίων των μεγαλύτερων εταιρειών AI να διορίζεται από το δημόσιο. Οι ολιγάρχες της Big Tech δεν πρέπει πλέον να επιτρέπεται να καθορίζουν το μέλλον της ανθρωπότητας».
Παράλληλα, ο ανεξάρτητος γερουσιαστής ανακοίνωσε ότι την προσεχή εβδομάδα, σε συνεργασία με τον προοδευτικό βουλευτή του Τέξας Γκρεγκ Καζάρ, καταθέτει νομοσχέδιο με στόχο την οριστική και μόνιμη απαγόρευση της ανάπτυξης της Τεχνητής Υπερευφυΐας (Artificial Super Intelligence – ASI). Πρόκειται για τα υποθετικά συστήματα που θα διαθέτουν γνωστικές ικανότητες ανώτερες από κάθε ανθρώπινη διάνοια και θα μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα, έξω από κάθε ανθρώπινη εποπτεία. «Όπως τα πυρηνικά όπλα, η Τεχνητή Υπερευφυΐα αποτελεί απειλή για την ανθρωπότητα και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια», δήλωσε, προσθέτοντας ότι το νομοσχέδιο επιβάλλει άμεση παύση στις προηγμένες εκδόσεις AI μέχρι να θεσπιστούν αυστηροί κανόνες ασφαλείας, καθιστώντας ταυτόχρονα τους διευθύνοντες συμβούλους προσωπικά υπόλογους ενώπιον του ποινικού δικαίου για απερίσκεπτη διακινδύνευση της ανθρώπινης ζωής.
Το τρίτο μέτωπο του Σάντερς συνδέεται με τη ραγδαία εξάπλωση των υποδομών υπολογιστικής ισχύος στην αμερικανική περιφέρεια. Επικαλούμενος πρόσφατη δημοσκόπηση σύμφωνα με την οποία το 81% των Αμερικανών πολιτών θεωρεί ανεπαρκή τη νομοθετική ρύθμιση της AI, υπογράμμισε ότι η λαϊκή βάση κινείται πολύ πιο γρήγορα από τους θεσμούς της Ουάσιγκτον. Σε συντηρητικές πολιτείες («κόκκινες»), σε προοδευτικές («μπλε») και σε αμφίρροπες («μωβ»), τοπικές κοινωνίες εξεγείρονται ενάντια στην ανέγερση γιγαντιαίων κέντρων δεδομένων (Data Centers), ανησυχώντας για τις εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, τη σπατάλη τεράστιων ποσοτήτων νερού, τον θόρυβο και τη συνολική περιβαλλοντική υποβάθμιση. Υπενθύμισε μάλιστα τη νομοθετική πρόταση που συνυπέγραψε προ εξαμήνου με τη βουλευτή Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ για την επιβολή ομοσπονδιακού μορατόριουμ στα Data Centers, απαιτώντας εγγυήσεις ότι τα οικονομικά οφέλη της ρομποτικής θα κατευθυνθούν στους εργαζομένους και όχι στους ιδιοκτήτες του τεχνολογικού κεφαλαίου.
Η διπλωματία των δύο υπερδυνάμεων: Το μοντέλο Ρέιγκαν – Γκορμπατσόφ
Διευρύνοντας την ανάλυσή του στη διεθνή σκακιέρα, ο Μπέρνι Σάντερς αποδόμησε το κυρίαρχο αφήγημα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να θέσουν φραγμούς στην τεχνολογία επειδή ένας τέτοιος αυτοπεριορισμός θα παρέδιδε την πρωτοκαθεδρία στην Κίνα. Κατά την εκτίμησή του, μια ανεξέλεγκτη υπερευφυΐα δεν συνιστά αποκλειστικά αμερικανικό ή κινεζικό ζήτημα, αλλά μια πανανθρώπινη απειλή που απαιτεί διακρατική συνεννόηση στο ανώτατο επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, διατύπωσε μια ιστορική αναλογία, παραπέμποντας στη διπλωματική διαχείριση της πυρηνικής κρίσης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο:
«Νομίζω ότι όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ή έχουμε διαβάσει τι συνέβη τη δεκαετία του 1980. Είχατε τη Σοβιετική Ένωση, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Γκορμπατσόφ, τον Ρόναλντ Ρέιγκαν. Δεν ήταν καλοί φίλοι, δεν ήταν σύμμαχοι, δυσπιστούσαν βαθιά ο ένας απέναντι στον άλλον. Κατανόησαν όμως ότι ένας πυρηνικός πόλεμος δεν θα ήταν καλός για τη Σοβιετική Ένωση, δεν θα ήταν καλός για τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν θα ήταν καλός για τον κόσμο. Και συναντήθηκαν για μια συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα. Με την επιβίωση της ανθρωπότητας να διακυβεύεται, βρήκαν τον τρόπο να υπογράψουν αυτή τη συνθήκη. Και πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια στιγμή της ιστορίας όπου οι ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας πρέπει να ενωθούν με παρόμοιο τρόπο για να επιβάλουν μια απαγόρευση στην Τεχνητή Υπερευφυΐα».
Απευθύνοντας ευθεία έκκληση προς τον Λευκό Οίκο ενόψει της προγραμματισμένης συνόδου κορυφής για την Τεχνητή Νοημοσύνη, ο κ. Σάντερς εξέφρασε την ελπίδα ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα διαπραγματευτεί μια συνολική συμφωνία με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, επιβάλλοντας ένα παγκόσμιο πάγωμα στην προηγμένη AI και μια δεσμευτική απαγόρευση των υπερευφυών συστημάτων.
Κλείνοντας την ομιλία του, στράφηκε ευθέως κατά των διευθυνόντων συμβούλων της Σίλικον Βάλεϊ, καλώντας τους να σταματήσουν την υποκρισία: «Αν πιστεύετε στη δημοκρατία, σταματήστε να διοχετεύετε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε επιτροπές πολιτικής δράσης (super PACs) που προσπαθούν να νικήσουν τα μέλη του Κογκρέσου τα οποία παλεύουν για σοβαρούς κανόνες προστασίας».
Η λαϊκή βάση του MAGA και η εκστρατεία του Steve Bannon
Η σκυτάλη του βήματος πέρασε στον Στιβ Μπάνον, σε μια στιγμή φορτισμένη με ισχυρό συμβολισμό. Ο πρώην επικεφαλής της εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ και τέως επικεφαλής στρατηγικής του Λευκού Οίκου, απόφοιτος του Harvard Business School και βετεράνος του Πολεμικού Ναυτικού, ανέβηκε στο πόντιουμ εκπροσωπώντας την πιο μαχητική πτέρυγα της συντηρητικής βάσης.
Ανοίγοντας την παρέμβασή του με μια κατηγορηματική διακήρυξη αυτονομίας των πολιτών, ο κ. Μπάνον έδωσε το στίγμα της παρέμβασής του:
«Οι Αμερικανοί πολίτες δεν πρόκειται να είναι πλέον ικέτες των ολιγαρχών. Δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε. Είδαμε πού μας οδήγησε αυτό μέχρι σήμερα».
Ο δεξιός αναλυτής αποκάλυψε ότι η ενασχόληση του πολιτικού του κινήματος με το ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης ξεκίνησε συστηματικά πριν από πέντε χρόνια. Μέσω της εκπομπής του War Room, στρατολόγησε τον Τζο Άλεν —έναν τεχνικό σκηνής σε συναυλίες κάντρι και ροκ μουσικής, ο οποίος αργότερα συνέγραψε το βιβλίο Dark Aeon— με αποστολή να επιμορφώσει το εργατικό και μικρομεσαίο ακροατήριο του MAGA για τις υπαρξιακές συνέπειες της ψηφιακής μετάβασης.
Όπως περιέγραψε, η ανατροφοδότηση από τις περιοδείες στην αμερικανική ύπαιθρο, σε μικρές ενορίες και προαστιακές κοινότητες, αποκάλυψε έναν βαθύτατο λαϊκό φόβο μπροστά σε μια αδιαφανή τεχνολογία που ανατρέπει τη ζωή τους χωρίς να την κατανοούν. Αντιπαραβάλλοντας αυτόν τον αυθεντικό φόβο με τις πρόσφατες κινήσεις των επικεφαλής των τεχνολογικών ομίλων, ο κ. Μπάνον κατήγγειλε τη μεταστροφή τους ως μια κυνική επιχείρηση χειραγώγησης:
«Τις τελευταίες 72 ώρες, τέσσερις ή πέντε από τους ολιγάρχες ανακάλυψαν ξαφνικά την παλιά πίστη. Τώρα λένε: “Ναι, θα έπρεπε πραγματικά να έχουμε κάποιους ελέγχους”. Αυτό είναι ένα ξεδιάντροπο ψέμα».
Κατά τον κ. Μπάνον, οι διακηρύξεις της βιομηχανίας περί αυτορρύθμισης δεν αποτελούν παρά έναν ελιγμό για την απόσειση των νομικών τους ευθυνών και τη μετακύλιση του κινδύνου στο δημόσιο. «Αυτό που θέλουν είναι να κοινωνικοποιήσουν όλο το ρίσκο στον αμερικανικό λαό, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων κρατικών διασώσεων (bailouts) όταν έρθει η ώρα, και να κρατήσουν για τον εαυτό τους όλα τα κέρδη», τόνισε με έμφαση.
Η κοινοβουλευτική εμπλοκή: Το παρασκήνιο της συντριβής της «τεχνολογικής αμνηστίας»
Αποδομώντας την εικόνα της παντοδυναμίας της Σίλικον Βάλεϊ, ο Στιβ Μπάνον υποστήριξε ότι, παρά τη συσσώρευση αμύθητων κεφαλαίων και στρατιών από λομπίστες, η τεχνολογική ολιγαρχία δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να αποσπάσει καμία καθαρή πολιτική νίκη στο Κογκρέσο, για τον απλό λόγο ότι «οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται».
Ως απόδειξη της δύναμης της λαϊκής παρέμβασης, αποκάλυψε το παρασκήνιο δύο κρίσιμων κοινοβουλευτικών μαχών που εκτυλίχθηκαν πρόσφατα στην Ουάσιγκτον γύρω από την απόπειρα θέσπισης νομοθετικής ασυλίας («AI amnesty») για τις εταιρείες τεχνολογίας:
-
Η νυχτερινή ψηφοφορία στη Γερουσία: Η βιομηχανία επιχείρησε αρχικά να ενσωματώσει ρήτρα απαλλαγής από νομικές ευθύνες σε ένα μείζον οικονομικό νομοσχέδιο. Η τροπολογία της συντηρητικής γερουσιαστού Μάρσα Μπλάκμπερν, υποστηριζόμενη από ένα μαζικό κύμα τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων της βάσης του War Room, συνέτριψε την απόπειρα με το συντριπτικό αποτέλεσμα 99-1 μέσα στη νύχτα.
-
Η απόπειρα στο νομοσχέδιο Άμυνας (NDAA): Μετά την πρώτη πανωλεθρία, τα λόμπι επιχείρησαν να επανεισάγουν την ίδια ακριβώς ρύθμιση στον νόμο για τον αμυντικό προϋπολογισμό. Η αντίδραση υπήρξε τόσο σφοδρή, ώστε η Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής αναγκάστηκε να αποσύρει τη διάταξη προτού καν φτάσει σε ψηφοφορία.
Περιγράφοντας το σκεπτικό των απλών πολιτών που επέβαλαν αυτές τις ήττες, ο κ. Μπάνον σημείωσε:
«Αυτοί ήταν άνθρωποι της εργατικής και της μεσαίας τάξης που απλώς είπαν “ως εδώ”. Είπαν: “Κοιτάξτε, δεν καταλαβαίνουμε πραγματικά την Τεχνητή Νοημοσύνη. Δεν είμαστε καταστροφολόγοι. Είμαστε Αμερικανοί, είμαστε αισιόδοξοι, πιστεύουμε ότι αυτή μπορεί να είναι μια σπουδαία τεχνολογία. Αλλά δεν πρόκειται να δώσουμε σε αυτούς τους τύπους λευκή επιταγή. Δεν υπήρξε δημόσιος διάλογος, δεν το κατανοούμε, και η αλαζονεία τους είναι συντριπτική”».
Καταλήγοντας στην ανάλυσή του για τους τακτικούς ελιγμούς της βιομηχανίας, υπογράμμισε ότι οι εταιρείες προσπαθούν τώρα να εκμεταλλευτούν το κλίμα ανησυχίας προκειμένου να υψώσουν προστατευτικά τείχη (moats) γύρω από τις δραστηριότητές τους, συγκροτώντας ένα κλειστό καρτέλ που θα αποτρέπει την είσοδο νέων ανταγωνιστών και θα μεταφέρει τις αστικές ευθύνες στους Αμερικανούς φορολογουμένους.
Το χρηματοπιστωτικό ρίσκο: Μια οικονομική φούσκα που απειλεί με κρατικό bailout
Πέρα από τις υπαρξιακές και θεσμικές διαστάσεις της τεχνολογίας, ο Στιβ Μπάνον επέλεξε να αποδομήσει τον πυρήνα της οικονομικής αρχιτεκτονικής πάνω στην οποία οικοδομείται το οικοσύστημα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Περιγράφοντας ένα μακροοικονομικό τοπίο εξαιρετικά εύθραυστο, υπενθύμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν ήδη μια βαριά υπερχρεωμένη χώρα, με το δημόσιο χρέος να αγγίζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια και τα ετήσια ελλείμματα να διευρύνονται κατά 2 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, το επιχειρηματικό μοντέλο της Σίλικον Βάλεϊ προϋποθέτει, σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς, ίδια κεφάλαια ύψους 5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων —τα οποία καλούνται να εισφέρουν κατά κύριο λόγο τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία— καθώς και επιπλέον 1 τρισεκατομμύριο δολάρια σε δανεισμό.
Ο κ. Μπάνον στάθηκε με ιδιαίτερη ένταση στην πρόσφατη τοποθέτηση της οικονομικής διεύθυνσης της OpenAI περί ανάγκης παροχής κρατικών εγγυήσεων:
«Τι σημαίνει αυτό; Ότι άνθρωποι που βγάζουν 52.000 δολάρια τον χρόνο πρόκειται να εγγυηθούν τα κέρδη των ολιγαρχών. Πρόκειται για ένα τεράστιο στοίχημα, διότι αυτό το στοίχημα βασίζεται στην πρόβλεψη μαζικής αύξησης της παραγωγικότητας χωρίς καμία απώλεια θέσεων εργασίας. Έχει αυτό κανένα νόημα; Θα ήθελα κάποιος να βάλει το μολύβι στο χαρτί και να μου εξηγήσει τους μαθηματικούς υπολογισμούς, γιατί εγώ δεν τους καταλαβαίνω. Και να τι πρόκειται να συμβεί: Προετοιμάζουν το έδαφος —και είναι απολύτως προφανές— για να κοινωνικοποιήσουν το ρίσκο στον αμερικανικό λαό, τόσο σε ό,τι αφορά τις αστικές ευθύνες όσο και στο χρηματοπιστωτικό σκέλος και το σκέλος του χρέους. Ορισμένες από αυτές τις εταιρείες θα έρθουν ζητώντας κρατικά bailouts».
Επικαλούμενος οικονομικές αναλύσεις που καταδεικνύουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη στην παρούσα φάση δεν είναι ουσιαστικά κερδοφόρα παρά τον χρηματιστηριακό ενθουσιασμό, ο κ. Μπάνον συνέδεσε την αναστολή της δημόσιας εγγραφής (IPO) της OpenAI, αποτίμησης 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, με το μη διαχειρίσιμο νομικό ρίσκο:
«Γιατί νομίζετε ότι το μεγάλο νέο του Σαββατοκύριακου ήταν ότι το IPO της OpenAI, ύψους 1 τρισεκατομμυρίου δολαρίων, αποσύρθηκε; Λένε απλώς ότι θα καθυστερήσει. Όταν όμως κοιτάξετε το ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας εγγραφής και δείτε στην ενότητα των κινδύνων “10% πιθανότητα καταστροφής της ανθρωπότητας”, ποιος ανάδοχος, ποια επενδυτική τράπεζα —η Goldman Sachs, η JPMorgan, η Morgan Stanley— θα αναλάβει αυτό το ρίσκο; Ποιος θεσμικός επενδυτής θα τοποθετήσει κεφάλαια εκεί; Οι ευθύνες είναι πραγματικές. Και αν αυτό καταρρεύσει, πρέπει να είναι πρόβλημα των αναδόχων, των τραπεζών, των στελεχών και των εργαζομένων τους, όχι του αμερικανικού λαού».
Η ρήξη στρατηγικής για το Πεκίνο: Το δόγμα της «απόλυτης καραντίνας»
Εκεί όπου η σύγκλιση Σάντερς και Μπάνον διακόπηκε απότομα ήταν η διαχείριση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Κίνα. Ενώ ο γερουσιαστής του Βερμόντ πρότεινε ένα διπλωματικό σύμφωνο τύπου Ρέιγκαν – Γκορμπατσόφ, ο Στιβ Μπάνον απέρριψε κατηγορηματικά οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με το Πεκίνο, χαρακτηρίζοντας τις διεθνείς συμφωνίες με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) ανεδαφικές και αναποτελεσματικές.
Ο δεξιός αναλυτής επιτέθηκε στο αφήγημα του «τεχνολογικού επιταχυντισμού» (accelerationism), το οποίο προβάλλει την κινεζική απειλή ως άλλοθι για την πλήρη απουσία ελέγχων στο εσωτερικό των ΗΠΑ:
«Κάθε μέρα, σε κάθε εφημερίδα, κάθε φορά που βγαίνουν στην τηλεόραση, ρωτούν: “Γιατί πρέπει να συνεχίσουμε να πιέζουμε τόσο σκληρά; Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ελέγχους; Αν δεν είσαι επιταχυντιστής, είσαι αντιαμερικανός. Αν δεν είσαι επιταχυντιστής, είσαι υπέρ του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αν δεν είσαι επιταχυντιστής, είσαι σχεδόν Λουδίτης. Θέλεις να πας την Αμερική πίσω;”. Ας το σκεφτούμε για ένα δευτερόλεπτο: Σκεφτόμαστε αυτό το ζήτημα με εντελώς λάθος τρόπο. Ναι, θα ήθελα να έχω κάποιες διεθνείς συμφωνίες με το ΚΚΚ. Όχι ότι θα τηρούσαν ποτέ τίποτα, ιδιαίτερα σε κάτι τόσο φονικό. Νομίζω όμως ότι δεν έχει καμία σημασία. Θα χρειαστεί μια αιωνιότητα για να διαπραγματευτούμε».
Αντί της διπλωματικής οδού, ο κ. Μπάνον εισηγήθηκε την επιβολή άμεσης «τεχνολογικής και οικονομικής καραντίνας» στο Πεκίνο εντός 72 ωρών:
-
Εμπάργκο τεχνολογίας: Πλήρης διακοπή εξαγωγής προηγμένων επεξεργαστών και ημιαγωγών, πάταξη της μαύρης αγοράς κυκλωμάτων και οριστικός τερματισμός της εκμετάλλευσης της αμερικανικής τεχνογνωσίας.
-
Αποπομπή τηλεπικοινωνιακών κολοσσών: Άμεση εκδίωξη της Huawei από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, στον απόηχο των δικαστικών διώξεων στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μπρούκλιν για κλοπή εμπορικών μυστικών.
-
Ακαδημαϊκός αποκλεισμός: Άμεση απαγόρευση εκπαίδευσης Κινέζων μηχανικών και τεχνολόγων σε αμερικανικά πανεπιστήμια και απομάκρυνση όλων των Κινέζων υπηκόων από τα ερευνητικά εργαστήρια των ΗΠΑ με επιστροφή τους στην ηπειρωτική Κίνα.
-
Χρηματοπιστωτική αποσύνδεση: Πλήρης αποκλεισμός των κινεζικών οντοτήτων από τις αμερικανικές κεφαλαιαγορές, απαγόρευση έκδοσης χρέους ή μετοχών και ρητή εντολή προς τα αμερικανικά συνταξιοδοτικά ταμεία να αποσύρουν κάθε επένδυση από την Κίνα.
Χρησιμοποιώντας τον δικό του ιστορικό παραλληλισμό με τον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο, ο κ. Μπάνον κατέληξε:
«Μήπως οι πατέρες μας και οι παππούδες μας χρηματοδότησαν τη Σοβιετική Ένωση; Εκπαίδευσαν τους Σοβιετικούς επιστήμονες; Έφεραν Ρωσόπουλα στα πανεπιστήμιά μας για να πάρουν τα καλύτερα πτυχία; Είχαν τη Wall Street να εκλιπαρεί για συμφωνίες μαζί τους; Η απάντηση είναι όχι. Ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να τους στραγγαλίσουν οικονομικά. Και αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε σήμερα στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Καμία συμφωνία, κανένας συμβιβασμός. Είστε εκτός του παιχνιδιού της Τεχνητής Νοημοσύνης, γιατί θα κλείσουμε το οικοσύστημά σας».
Εκτελεστική εξουσία έναντι κοινοβουλευτικής βραδύτητας: Μια νέα Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας
Ένα ακόμη σημείο στρατηγικής διαφοροποίησης αφορούσε τον μηχανισμό επιβολής των ελέγχων. Ενώ ο Μπέρνι Σάντερς προκρίνει τη νομοθετική διαδικασία μέσω του Κογκρέσου, ο Στιβ Μπάνον υποστήριξε ότι η κοινοβουλευτική οδός είναι καταδικασμένη σε καθυστερήσεις και παρασκηνιακούς συμβιβασμούς εξαιτίας της τεχνικής πολυπλοκότητας και των ισχυρών ομάδων πίεσης.
Κατά την εκτίμησή του, η ανάσχεση της απειλής απαιτεί άμεση προεδρική εκτελεστική δράση (executive action), η οποία θα εξαναγκάσει τις επιχειρήσεις να δεχθούν ένα ανεξάρτητο κρατικό ελεγκτικό σώμα:
«Μόλις κερδίσετε χρόνο αποκλείοντας την Κίνα, τότε μπορείτε να ξεκινήσετε τη δύσκολη δουλειά: Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο ρυθμιστικός μηχανισμός; Πώς μοιάζει ένας μηχανισμός που δεν πνίγει τη δημιουργικότητα, αλλά θέτει όρια; Είναι μια Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας (Atomic Energy Commission) με επιθεωρητές μέσα στα εργαστήρια; Αυτά τα χίλια ερωτήματα δεν πρόκειται να απαντηθούν με νομοθετήματα στον Λόφο του Καπιτωλίου. Αυτό πρέπει να γίνει με εκτελεστική δράση. Πρέπει να πούμε στις εταιρείες: “Το κάνουμε αυτό. Θα υπάρξει ρυθμιστικός μηχανισμός. Δεν θέλουμε να κλείσουμε την επιχείρησή σας, αλλά απλώς δεν πρόκειται να σας αφήσουμε να λειτουργείτε ανεξέλεγκτα”».
Ο κ. Μπάνον υπογράμμισε ότι ο πραγματικός στόχος της βιομηχανίας δεν είναι η ασφάλεια, αλλά η διαμόρφωση ενός κανονιστικού μονοπωλίου υπό την εποπτεία της ίδιας, προκειμένου να αποτραπεί η ανάδυση νέων ανταγωνιστών και ταυτόχρονα να μεταφερθούν οι νομικές και οικονομικές επισφάλειες στο αμερικανικό δημόσιο.
Η «Τέταρτη Καμπή» και η μάχη για τη συμμετοχή των πολιτών στα κέρδη
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο Στιβ Μπάνον αναγνώρισε ανοιχτά το πρωτοφανές της συγκυρίας, εξαίροντας την παρουσία του Μπέρνι Σάντερς και την προσπάθεια υπέρβασης της κομματικής πόλωσης:
«Νομίζω ότι ο γερουσιαστής Σάντερς έκανε εξαιρετική δουλειά συνοψίζοντας τον κίνδυνο. Προφανώς, εκείνος κι εγώ έχουμε εντελώς διαφορετική άποψη για τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά προσπαθούμε να υψωθούμε πάνω από τον κομματισμό, και οφείλουμε να το κάνουμε, διότι αυτό είναι μοναδικό. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσατε να βρείτε δύο πιο σκληρούς κομματικούς μαχητές από τον Μπέρνι Σάντερς στην αριστερά και τον Στιβ Μπάνον στη δεξιά. Αυτό όμως αποδεικνύει το μέγεθος της απειλής: Πρέπει να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Βρισκόμαστε σε έναν ιστορικό μεντεσέ, σε ένα κομβικό σημείο καμπής».
Εντάσσοντας τη συγκυρία στη θεωρία της «Τέταρτης Καμπής» (The Fourth Turning) των ιστορικών Γουίλιαμ Στράους και Νιλ Χάου, ο Μπάνον συνέδεσε τη σημερινή μάχη με τις κορυφαίες δοκιμασίες της αμερικανικής ιστορίας: την Αμερικανική Επανάσταση του 1776 —καθώς οι ΗΠΑ διανύουν το 250ό έτος από την ίδρυσή τους—, τον Εμφύλιο Πόλεμο, τη Μεγάλη Ύφεση και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Η κοινή λογική του αμερικανικού λαού έπαιρνε πάντοτε τη σωστή απόφαση. Θέλουν να είστε ανίδεοι, θέλουν να φοβάστε. Εμείς όμως δεν πρόκειται να φοβηθούμε, θα το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο», διακήρυξε.
Καταλήγοντας, έθεσε το κεντρικό οικονομικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας:
«Οι Αμερικανοί πολίτες πρέπει με κάποιον τρόπο να συμμετάσχουν στα κέρδη (upside). Όχι η κυβέρνηση, οι Αμερικανοί πολίτες. Αυτή είναι η κληρονομιά μας. Και μπορούμε να κερδίσουμε, θα κερδίσουμε, και το πιο σημαντικό απ’ όλα: Οφείλουμε να κερδίσουμε».
Η συνέλευση «Pro-Human Assembly» στην Ουάσιγκτον κατέστησε σαφές ότι η συζήτηση γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη έχει παύσει να αποτελεί ένα αμιγώς τεχνολογικό ή επιχειρηματικό ζήτημα. Με τη σύγκλιση δύο διαμετρικά αντίθετων ιδεολογικών κόσμων απέναντι στην ανεξέλεγκτη ισχύ των τεχνολογικών ελίτ, η δημόσια σφαίρα εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η θεμελιώδης σύγκρουση δεν διεξάγεται πλέον κατά μήκος των παραδοσιακών κομματικών γραμμών, αλλά ανάμεσα στη δημοκρατική αυτεξουσιότητα της κοινωνίας και στην αλγοριθμική κυριαρχία μιας κλειστής ολιγαρχίας.



