
Της Ιωάννας Σφακιανάκη
Το ναυάγιο του «Εξπρές Σάμινα» συνέβη το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου 2000 — είκοσι έξη ακριβώς χρόνια πριν— όταν το μοιραίο πλοίο προσέκρουσε στις βραχονησίδες «Πόρτες» στα ανοιχτά της Πάρου, με συνέπεια να υποστεί μεγάλο ρήγμα και να βυθιστεί. Ανασύρθηκαν 80 νεκροί, ενώ διασώθηκαν 457 άνθρωποι. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα θύματα προστέθηκε ένας ακόμη άνθρωπος, όταν το ίδιο βράδυ έπεσε νεκρός από καρδιακή προσβολή, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσης, ο υπολιμενάρχης Πάρου Δημήτρης Μάλαμας. Ελληνικά πλοία, δύο βρετανικά πολεμικά, καθώς και οι ψαράδες της Πάρου και της Αντιπάρου έλαβαν μέρος στη δύσκολη επιχείρηση διάσωσης, καθώς στην περιοχή έπνεαν ισχυροί άνεμοι.
Το πλοίο ανήκε στην εταιρεία «Minoan Flying Dolphins» (MFD), της οποίας αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ήταν ο Ρεθεμνιώτης Παντελής Σφηνιάς!

Το ημερολόγιο έγραφε: Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2000. Είχαν περάσει 65 ημέρες από το πολύνεκρο ναυάγιο· 65 μέρες που ο ίδιος ζούσε έναν καθημερινό εφιάλτη. Ήταν η μέρα που ο Παντελής Σφηνιάς αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του. Στις 10:50 π.μ., άνοιξε το παράθυρο, ανέβηκε στο περβάζι της μικρής βεράντας του γραφείου του στον έκτο όροφο του «Μεγάρου Καραγιώργη» —όπου στεγάζονταν τα γραφεία της εταιρείας του— και κοιτώντας τη θάλασσα, έπεσε στο κενό.
«Δεν ήταν πράξη απελπισίας, ήταν ηρωισμός. Ηρωισμός ενός αξιοπρεπούς ανθρώπου που δεν άντεχε να του τεμαχίζουν το όνειρο…», σχολίαζε με δάκρυα στα μάτια συνεργάτης του. «Εμείς μόνο γνωρίζαμε τον άνθρωπο Σφηνιά. Γι’ αυτό κλαίμε… Ήταν ο μόνος που μετρούσε πραγματικά τον ανθρώπινο παράγοντα. “Αποζημιώστε τους συγγενείς των θυμάτων του Εξπρές Σάμινα για να τους απαλύνουμε λιγάκι τον πόνο”, μας ζητούσε επιμόνως τις τελευταίες ημέρες».
Οι εργαζόμενοι της MFD θυμούνται τον Παντελή Σφηνιά ως έναν μεγάλο οραματιστή και πρωτοπόρο της ελληνικής ακτοπλοΐας. Την ίδια στιγμή, οι πλοίαρχοι της εταιρείας υποστήριζαν πως «οι άδικες κρίσεις, η έκδοση πορισμάτων από δήθεν ειδικούς και γνώστες της ναυτιλίας πριν η δικαιοσύνη ολοκληρώσει το έργο της, καθώς και η άγρια κατακραυγή των ΜΜΕ και του κόσμου, τον οδήγησαν στο τραγικό αυτό τέλος…».

Ο Παντελής Σφηνιάς ήταν λεβέντης, Κρητικός με τα όλα του! Αψύς, σκληρός, επίμονος, αλλά και υπομονετικός. Παρορμητικός, δουλευταράς, καλοζωιστής. Γλεντζές, μερακλής, ερωτιάρης και φιλόδοξος. Καλός πατέρας, φιλεύσπλαχνος, ευαίσθητος, μα κυρίως φιλότιμος! Ένα φιλότιμο που μόνο οι Κρητικοί «κατέχουν ίντα ’ναι…»… «Μπεσαλίκι»..! το λέμε στην Κρήτη.
Εκείνος λάτρευε την παραδοσιακή τσικουδιά του τόπου του, ήθελε πάντα να κερνά με αυτήν τους φίλους και τους προσκεκλημένους του. Ωστόσο, για λόγους αρχής και επαγγελματικού ήθους, απέφευγε συστηματικά να τη φέρνει στο γραφείο του· δεν ήθελε ποτέ, την ώρα του καθήκοντος, ούτε να παρασυρθεί ο ίδιος, αλλά ούτε και να αφήσει την παραμικρή υπόνοια ή μυρωδιά να διαταράξει τη σοβαρότητα της δουλειάς του.
Θίχτηκε η ιδιοσυγκρασία του Σφηνιά, το φιλότιμό του, ο ανδρισμός του. Τραντάχτηκε συθέμελα η περηφάνεια, η λεβεντιά και η ανθρωπιά του. Δεν το δέχτηκε, δεν μπόρεσε να το περάσει ανώδυνα και ανέφαλα, όπως θα έκανε κάθε «παχύδερμο» από αυτά, που συχνά συναντάμε στη δημόσια ζωή αυτού του τόπου.
Ο Παντελής Σφηνιάς υπήρξε ένας από τους πιο φωτισμένους ανθρώπους της ελληνικής ακτοπλοΐας και οραματιστής στο χώρο της ακτοπλοΐας. Ο 62χρονος εφοπλιστής ήταν ο εκλεγμένος Πρόεδρος της Ένωσης Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας (ΕΕΑ). Ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της MFD, της εταιρείας που κατάφερε να συνενώσει υπό τη σκέπη της παραδοσιακούς εφοπλιστές όπως ο Αγαπητός, ο Γ. Γούτος, ο Α. Νομικός, ο Γ. Μουλόπουλος, ο Γ. Αγούδημος, ο Γ. Λεφάκης και άλλοι. Ο άνθρωπος που εισηγήθηκε τη δρομολόγηση πλοίων στην Αδριατική, που οραματίστηκε τη δημιουργία των Highspeed στην Εμπορική Ναυτιλία. Ένας οπαδός της συλλογικότητας, που συνέλαβε την πρωτοποριακή ιδέα μιας μεγάλης κοινοπραξίας για να επιβιώσει η ελληνική ακτοπλοΐα και να προσφέρει φθηνότερα ναύλα για όλους… 100% Έλληνας! Ιδέες, προτάσεις και οράματα που, δυστυχώς, δεν πρόλαβε να υλοποιήσει.

Ποιος ήταν όμως στην πραγματικότητα ο Παντελής Σφηνιάς; Το παλικάρι που ξεκίνησε από το Ρέθυμνο για να κατακτήσει τον κόσμο; Ο γιος του κυρ Νίκου του φούρναρη και της κυρά Αλκμήνης; Ο φανατικός υποστηρικτής του ερυθρόλευκου Ολυμπιακού, αλλά και ο λάτρης της νυχτερινής Αθηναϊκής Ριβιέρας; Ένας σκληρός επιχειρηματίας ή ένας τρυφερός άντρας; Σε όλα αυτά θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε μέσα από τις λίγες αυτές αράδες.
Ο Σφηνιάς δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Εκατοντάδες δημοσιεύματα εξαίρουν τη μοναδική του ευφυΐα, τις πρωτοποριακές του ιδέες και τα επιτεύγματά του. Έφερε τη σφραγίδα του ιδιοφυούς, του πανέξυπνου ανθρώπου, έχοντας κληρονομήσει ένα ισχυρό DNA από τους προγόνους του.
Ο Παντελής Σφηνιάς γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1938. Πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Γ. Σφηνιάς (ή Σφηνιαδάκης), με καταγωγή από το Ροδάκινο Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, με ρίζες που ξεκινούσαν από το Ασφένδου Σφακίων. Είχε δύο αδέλφια, τον Γεώργιο -μεγαλύτερο- και τη Χρυσάνθη. Μητέρα του ήταν η Αλκμήνη, το γένος Παντελή Γαγάνη. Από αυτόν τον παππού, από τη μεριά της μητέρας του, ο Παντελής δεν κληρονόμησε μόνο το όνομά του, αλλά και την ιδιοφυΐα, την οξυδέρκεια και την ικανότητα να πιάνει χώμα και να το κάνει χρυσάφι.

Ο παππούς του, ο Παντελής Γεωργ. Γαγάνης από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου, γεννήθηκε το 1850. Αρχικά, διηύθυνε ένα μικρό οινοπαντοπωλείο στο Ρέθυμνο, το οποίο σύντομα επέκτεινε σε εμπορικό οίκο γεωργικών προϊόντων, ανοίγοντας παράλληλα και συνεταιριστικό υποκατάστημα στο Ατσιπόπουλο. Ο εμπορικός αυτός οίκος εισαγωγών, εξαγωγών, βιομηχανικών, ασφαλιστικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων ιδρύθηκε το 1882. Πολύ σύντομα, ο Γαγάνης ανέλαβε μεγάλες εμπορικές εταιρείες, καθώς και την κεντρική αντιπροσωπεία μιας μεγάλης αμερικανικής ατμοπλοϊκής εταιρείας. Το όνομά του αναφέρεται σε αρκετά έγγραφα και κατάστιχα στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος από το 1900 έως το 1937, με τον κωδικό Α29.
Το 1890 νυμφεύτηκε τη Χρυσάνθη, το γένος Σταματάκη, και μαζί απέκτησαν δώδεκα παιδιά! Το 1901 διορίστηκε Δημαρχιακός Πάρεδρος Ατσιποπούλου, ενώ το 1909 τη διοίκηση της εταιρείας ανέλαβε ο πρωτότοκος γιος του, Γεώργιος Π. Γαγάνης. Ο Παντελής Γαγάνης και ο γιος του Γεώργιος αναφέρονται μάλιστα μεταξύ των Ρεθεμνιωτών σαπωνοποιών της περιόδου 1900-1922 και 1922-1937.
Η ναυτική και εμπορική παράδοση της οικογένειας, όμως, κρατούσε από ακόμα πιο παλιά. Ο παππούς του Παντελή Γ. Γαγάνη, ο Βασίλειος Γ. Γαγάνης εξ Ατσιποπούλου, είχε δραστηριοποιηθεί νεώτατος στη Σμύρνη σε εμπορικές εργασίες, ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνος. Τούτον διαδέχθηκε ο γιος του, Γεώργιος, στην αντιπροσωπεία της «American Shenol Steamship Co», ο οποίος από τα μέσα του 1800 εγκαταστάθηκε στο Ρέθυμνο συνεχίζοντας τις εμπορικές του εργασίες εισαγωγής δημητριακών και αποικιακών, καθώς και εξαγωγής εγχώριων προϊόντων.
Ο Γεώργιος Β. Γαγάνης —ο προπάππος του Παντελή Σφηνιά— υπήρξε αντιπρόσωπος της Αγγλοαμερικανικής Τραπέζης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ηλεκτρικής Εταιρείας και εκ των πρωτευόντων εμπόρων στο Ρέθυμνο. Κατά την περίοδο 1880-1900, οι μεγάλοι Ρεθεμνιώτες έμποροι —όπως καταγράφεται ιστορικά για την οικογένεια Γαγάνη— διέθεταν δικά τους ιστιοφόρα ή λειτουργούσαν ως συνιδιοκτήτες και πράκτορες μεγάλων ξένων ατμοπλοϊκών γραμμών, που προσέγγιζαν το λιμάνι της πόλης για τη φόρτωση των τοπικών προϊόντων.

Από τη μεριά του πατέρα του, από τον παππού Γεώργη Ι. Σφηνιά, κληρονόμησε τη μαχητικότητα, την αγωνιστικότητα και τις αξίες της ευγενούς άμιλλας. Ο Παντελής Σφηνιάς δεν θα πρόδιδε και δεν θα καταπατούσε ποτέ φίλο, γνωστό ή άγνωστο, αντίπαλο ή ανταγωνιστή. Ήταν λάτρης του υγιούς ανταγωνισμού· ένας ευθύς, βαθιά τίμιος άνθρωπος. Δεν συγχωρούσε όμως την αγνωμοσύνη.
Ίσως γι’ αυτό άργησε να καταλάβει ότι ακόμη και εκείνοι που σώθηκαν πουλώντας του τα καταχρεωμένα τους βαπόρια, τον «έθαβαν» σε κάθε ευκαιρία. Πως ακόμα και οι φίλοι, όταν το καράβι άρχισε πια να μπάζει νερά, λάκισαν· του γύρισαν την πλάτη, απομακρύνθηκαν, δεν σήκωναν τα τηλέφωνα, προσποιήθηκαν πως δεν τον ήξεραν. Ακόμη και οι «φίλοι» πολιτικοί, του πρότειναν κυνικά να μπει στη φυλακή για καμιά εικοσαριά μέρες, «για να καταλαγιάσει ο θόρυβος», και μετά να βγει… Πώς θα το χώνευε, όμως, αυτό η περηφάνεια του; Πώς να δεχτεί τέτοιο συμβιβασμό η λεβεντιά ενός «Κρητίκαρου», όπως τον αποκαλούσαν μέχρι τότε;
Ο πατέρας του, ήταν φούρναρης. Ο Νικόλαος Γ. Σφηνιάς, είχε ξεκινήσει από το μηδέν, δημιουργώντας έναν περιζήτητο φούρνο στο Ρέθυμνο. Είχε μάλιστα καταφέρει να αποκτήσει ένα μοναδικής ομορφιάς τούρκικο αρχοντικό στην παλιά πόλη, το οποίο ανακαίνισε για να στεγάσει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της οικογένειάς του. Πατέρας του Νικόλα ήταν ο Κρητομάχος πεντακόσιαρχος Γεώργιος Ι. Σφηνιάς από το Ροδάκινο, με ρίζες από το Ασφένδου Σφακίων. Κατοικούσε με την πολυμελή οικογένειά του στο Επάνω Βαρσαμόνερο, όντας παντρεμένος με τη Μαριγώ, το γένος Δαρατσιανού από το Ατσιπόπουλο, με την οποία απέκτησαν επτά τέκνα: τον Ιωάννη, τον Νικόλαο, τον Θεοχάρη, την Αθηνά, τον Εμμανουήλ, τον Ευάγγελο και τον Ανδρέα.

Μέσα σε αυτά τα πρότυπα μεγάλωσε ο Παντελής Σφηνιάς. Νεότατος ακόμα, μετά τις σπουδές του, ξεκίνησε να εργάζεται στο λιμάνι του Ρεθύμνου. Οι παλαιότεροι θυμούνται ακόμη τον γιο του φούρναρη να δουλεύει σε ναυτικό πρακτορείο και να σπρώχνει τα βαρέλια προς τους ντόκους· ένα παιδί που ξεκίνησε από τις πιο σκληρές δουλειές του λιμανιού για να κατακτήσει, τελικά, τον κόσμο.
Η γνωριμία του με τον εφοπλιστή Κώστα Ευθυμιάδη θα αποδειχθεί καταλυτική, καθώς τον οδήγησε στον Πειραιά για να αναλάβει το κεντρικό πρακτορείο της εταιρείας του. Στα 28 του είχε ήδη αναλάβει τη διεύθυνση και τον σχεδιασμό των ακτοπλοϊκών σκαφών της «Ατμοπλοΐας Ευθυμιάδη». Όταν η εταιρεία οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, εκείνος επέλεξε να μην απομακρυνθεί, παραμένοντας κοντά στον Κ.Ευθυμιάδη τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Και το κυριότερο, ποτέ δεν ξέχασε τον ευεργέτη, τον μέντορά του. Έτσι, όταν οι «Μινωικές Γραμμές», που μόλις είχαν μόλις δημιουργηθεί έψαχναν ναυτικό πράκτορα να τους εκπροσωπεί, ο Ευθυμιάδης ήταν αυτός που εισηγήθηκε να προσληφθεί ο Παντελής στην εταιρία.

Το 1972 πρωτοστατεί στη δημιουργία της εταιρείας λαϊκής βάσης «Μινωικές Γραμμές». Εκείνη ακριβώς την περίοδο έρχεται ο έρωτας στη ζωή του. Κεραυνοβόλος έρωτας ήταν αυτός που χτύπησε και τους δυο μια καλοκαιρινή βραδιά σε κάποιο νυχτερινό κέντρο του Ηρακλείου. Εκείνη μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές της· μια αιθέρια ύπαρξη, πνευματώδης, με τη φινέτσα μιας αληθινής Παριζιάνας. Ήταν η Ελένη Ακράτου, θυγατέρα του Μηνά Ακράτου, γόνος μιας μεγαλοαστικής, αρχοντικής οικογένειας που μεσουρανούσε στο Ηράκλειο από τον προηγούμενο αιώνα.

Ο πατέρας της, ο Μηνάς Εμμ. Άκρατος —ο ένας από τους δύο δίδυμους γιους του Εμμ. Ακράτου (Γεώργιος & Μηνάς)— ήταν σταφιδέμπορος. Παράλληλα διατηρούσε δικό του ξενοδοχείο στον Άγιο Νικόλαο, καθώς και οικογενειακή επιχείρηση στο Ηράκλειο. Η μητέρα της, η Αλκμήνη Κονιόρδου, προερχόταν επίσης από μια σπουδαία, οικογένεια της Θεσσαλονίκης, με εργοστάσια κρασιού – ρετσίνας – ούζου – και οινοπνεύματος. Πολλοί θα θυμούνται ακόμη την ξυλεμπορική «Άκρατος-Βασιλάκης» στην Αλικαρνασσό, ή το πυρηνελαιουργείο και σαπωνοποιείο «Αθηνά» στο κέντρο της πόλης. Η ιστορική αυτή επιχείρηση, στα πρώιμα χρόνια της, είχε συνεταιριστεί με τον Γεώργιο Λιαπάκη και τον Παναγιώτη Αλεπουδέλη, πατέρα του νομπελίστα ποιητή μας Οδυσσέα Ελύτη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κόρες του Ακράτου —η Δέσποινα και οι δίδυμες Μανώλια και Ελένη— μεγάλωσαν ως οι πιο περιζήτητες νύφες της εποχής, καθώς έχαιραν της βαθιάς εκτίμησης και του απεριόριστου θαυμασμού της καλής κοινωνίας του Ηρακλείου.

Κι εκείνος, ένας άνδρας γοητευτικός, με μια εκλεπτυσμένη αρρενωπότητα που της προκαλούσε ζάλη. «Ήταν η γυναίκα της ζωής μου», θα ομολογήσει αργότερα ο ίδιος. Πολύ σύντομα θα τη ζητήσει από τον πατέρα της και το 1973 θα ενωθούν με τα δεσμά του γάμου. Η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε με τον ερχομό των δύο πανέμορφων γιων τους, του Νικόλα και του Μηνά. Ο Παντελής αποδείχθηκε ένας άριστος σύζυγος και ένας εξαιρετικά τρυφερός πατέρας. Κάθε ελεύθερη στιγμή του ήταν αφιερωμένη σε εκείνους· λάτρευε να παίζει με τους γιους του, επιζητούσε διαρκώς τη συντροφιά τους και χαιρόταν αφάνταστα τις απλές, καθημερινές στιγμές μαζί τους.
Η κοινή τους πορεία θα αποδειχθεί εξίσου λαμπερή. Ο Παντελής Σφηνιάς, έχοντας στο πλευρό του την Ελένη Ακράτου —μια γυναίκα που συνδύαζε μοναδικά τη φινέτσα με τον δυναμισμό— θα ανέβει ένα-ένα τα σκαλιά της επιτυχίας. Μαζί θα επιλέξουν το οικόπεδο, θα χτίσουν και θα διακοσμήσουν την πανέμορφη βίλα τους στην Εκάλη, ενώ αργότερα θα αγοράσουν από την Άννα Γουλανδρή —σύζυγο του Δημήτρη Χορν— την ιστορική εξοχική κατοικία στα Λεγραινά.

Τα παιδιά τους θα ακολουθήσουν μια εξίσου λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία. Ο Νικόλας θα σπουδάσει Μαθηματικά, Επιστήμες Διοίκησης και Επιχειρησιακή Έρευνα, αποκτώντας το πτυχίο του (BSc) από το Imperial College του Λονδίνου και το μεταπτυχιακό του (MSc) από το Πανεπιστήμιο του Warwick. Με τη σειρά του, ο Μηνάς θα σπουδάσει διοίκηση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και εστίασης στο Πανεπιστήμιο του Middlesex στην Αγγλία, ενώ θα ολοκληρώσει αργότερα το Master του στα Ναυτιλιακά, στο City University.
Ο Παντελής Σφηνιάς, το παιδί του κυρ Νίκου, του φούρναρη από το Ρέθυμνο, ανέβαινε στον Όλυμπο της απόλυτης επιτυχίας. Ωστόσο, η μοίρα των ανθρώπων που αγγίζουν την κορυφή κρύβει συχνά το δικό της τίμημα. Όταν ο Παντελής βρέθηκε στο απόγειο της δόξας και της ισχύος του, η καθημερινότητά του μετατράπηκε σε έναν ασταμάτητο στρόβιλο. Τα ατέλειωτα επαγγελματικά ταξίδια, τα ολονύχτια διοικητικά συμβούλια, η υπερβολική έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας και στα κοσμικά events, άρχισαν σταδιακά να κλονίζουν τις ισορροπίες. Οι πειρασμοί της νυχτερινής Αθήνας και οι εφήμερες γοητείες της, επιτάχυναν την απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία. Μέσα σε αυτή τη γεμάτη εντάσεις διαδρομή, το ζευγάρι δήλωνε πλέον μια βαθιά κόπωση στον γάμο του. Η φθορά και οι διαφορετικοί κόσμοι στους οποίους κινούνταν, οδήγησαν τελικά στην κοινή διαπίστωση πως ο κύκλος της κοινής τους ζωής είχε κλείσει, οδηγώντας νομοτελειακά στον χωρισμό. Είκοσι πέντε χρόνια κοινής ζωής τελείωνε εδώ.

Στη συνέχεια, ο Παντελής ακολούθησε μια μοναχική διαδρομή στην προσωπική του ζωή, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και της ενέργειάς του στην ανοδική πορεία της δουλειάς του. Με την Ελένη παρέμειναν φίλοι, κρατώντας μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού, και στάθηκαν μαζί, συνοδοιπόροι κοντά στα παιδιά τους. Παράλληλα, εκείνος παρέμενε ένας άνθρωπος της κοσμικής ζωής και της δράσης, έχοντας πάντα τους γιους του δίπλα του στην εταιρεία.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο Σφηνιάς συνέλαβε το πιο φιλόδοξο και μεγαλειώδες σχέδιο της καριέρας του, ανοίγοντας συνεχώς νέους, πρωτοποριακούς δρόμους στη θαλάσσια γραμμή της Αδριατικής. Το 1999, με μια κίνηση στρατηγικής ιδιοφυΐας, πέτυχε τη συγχώνευση των δικών του δυνάμεων με την ιστορική εταιρεία Ceres της πανίσχυρης εφοπλιστικής οικογένειας Λιβάνου. Από αυτή τη μνημειώδη συνεργασία γεννήθηκε η «Minoan Flying Dolphins» (MFD), ένας ναυτιλιακός κολοσσός που μέσα σε λίγους μήνες εξαγόρασε δεκάδες παραδοσιακές ακτοπλοϊκές εταιρείες, αποκτώντας τον απόλυτο έλεγχο του Αιγαίου. Η MFD ανέβαινε συνεχώς και σε σύντομο χρονικό διάστημα όλα έδειχναν έτοιμα για τη μεγάλη, θριαμβευτική εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο, μια κίνηση που θα άλλαζε για πάντα τα δεδομένα της ελληνικής ναυτιλίας.

Μέσα σε αυτό το κρεσέντο δημιουργίας, η μοίρα επιφύλασσε μια τραγική ειρωνεία. Το Κνωσός Παλλάς και το Φαιστός Παλλάς, δύο από τα υπερσύγχρονα Cruise Ferries των Μινωϊκών Γραμμών, που είχε οραματιστεί και παραγγείλει ο ίδιος, δεν πρόλαβε ποτέ να τα δει να ταξιδεύουν. Τα «παλάτια» του Αιγαίου δρομολογήθηκαν τελικά λίγο μετά τον θάνατό του, αποτελώντας το τελευταίο, ζωντανό μνημείο του ναυτιλιακού του οράματος.
Ο στενός του φίλος και δημοσιογράφος, Δημήτρης Καπράνος, θυμάται μια ιδιωτική τους στιγμή στη βεράντα του σπιτιού του στην Εκάλη, όπου ο Σφηνιάς μοιράστηκε τις σκέψεις του για το μέλλον της ακτοπλοΐας: « Ο χώρος της ακτοπλοΐας στην Ελλάδα δεν σηκώνει περισσότερες από δύο, άντε τρεις, μεγάλες εταιρείες. Όσο εκσυγχρονίζονται τα βαπόρια, τόσο θα μεγαλώνει ο ανταγωνισμός. Μην κοιτάς που στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να γίνεται παιχνίδι με πολιτικά μέσα. Σε λίγο καιρό, η Ευρώπη θα σφίξει τα λουριά, τα βαπόρια στις ευρωπαϊκές θάλασσες θα πρέπει να είναι όλα γρήγορα και καινούρια. Ακούω επίσης ότι σκέφτονται και το θέμα των καυσίμων…» . Πόσο προφητικά ήταν τα λόγια του και όπως το προέβλεψε, έτσι έγινε. Έβλεπε πολύ μακριά ο χαρισματικός αυτός επιχειρηματίας…
Την ίδια ακριβώς εποχή, (1999) ένας νέος κύκλος ανοίγει και στην προσωπική του ζωή, καθώς μπαίνει σε αυτήν, η Γιούλη (Γεωργία) Κλωνιζάκη, Θεσσαλονικιά, με καταβολές από τα Χανιά. Το καλοκαίρι εκείνο, ο Παντελής προχωρά στην αγορά μιας εντυπωσιακής βίλας 4,5 στρεμμάτων με πισίνα και γήπεδο τένις στον Τούρλο της Μυκόνου. Λίγους μήνες αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου του 1999, το ζευγάρι παντρεύεται σε ένα γραφικό εκκλησάκι στη Ρώμη, με κουμπάρους τον Δημήτρη Κοντομηνά και τον Κώστα Καίσαρη.
Ωστόσο, η νέα αυτή πραγματικότητα διαμόρφωσε νέες, λεπτές ισορροπίες μέσα στην οικογένεια. Η Γιούλη δεν κατάφερε ποτέ να αναπτύξει τις καλύτερες σχέσεις με τους δύο γιους του Παντελή, καθώς οι δύο νέοι αντιμετώπιζαν με έντονη επιφύλαξη την υπερβολική έκθεση του πατέρα τους στα φώτα της δημοσιότητας και στα κοσμικά events, όπου εμφανιζόταν συνεχώς στο πλευρό της. Ένιωθαν βαθιά μέσα τους πως αυτή η συνεχής δημόσια προβολή τον έφθειρε και τον απομάκρυνε από την ουσία των πραγμάτων.

Όμως άλλα μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει. Ο δεύτερος γάμος του δεν έμελλε να μακροημερεύσει. Η τελευταία γυναίκα της ζωής του δεν πρόλαβε να χαρεί μαζί του όσα ονειρεύτηκαν. Μόλις έναν χρόνο μετά, το μοιραίο βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, το επιβατηγό οχηματαγωγό «Εξπρές Σάμινα» προσέκρουσε στις βραχονησίδες «Πόρτες» στα ανοιχτά της Πάρου και βυθίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό.
Πνίγηκαν ογδόντα επιβαίνοντες και μέλη του πληρώματος, ενώ ένας ακόμη άνθρωπος —ο υπολιμενάρχης της Πάρου— έχασε τη ζωή του. Ήταν ένα βάρος που δεν μπόρεσε να το αντέξει η ψυχή του. Μετά από 65 ημέρες, ο Παντελής Σφηνιάς έβαλε τέλος στη ζωή του, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει να ρυθμίσει ορισμένες από τις τελευταίες του εκκρεμότητες. Οι γιοί του ήταν την ώρα εκείνη στο γραφείο. Όταν όλοι ακόμα αναρωτιόνταν ποιος έπεσε από την ταράτσα, πρώτος ήταν ο γιος του Νικόλας που έτρεξε κάτω κι αντίκρυσε τον πατέρα του να κείτεται στην άσφαλτο. Δίπλα του πολύ σύντομα, ο Μηνάς σε σοκ.
«Δεν ήταν πράξη απελπισίας, ήταν ηρωισμός. Ηρωισμός ενός αξιοπρεπούς ανθρώπου που δεν άντεχε να του τεμαχίζουν το όνειρο…».
Ας κρατήσουμε αυτά τα λόγια ως επίλογο· ένα τελευταίο, παντοτινό μνημόσυνο για όλους.



