Σε δήλωση προέβη ο Διοικητής του Νοσοκομείου Χανίων Γιώργος Μπέας, με αφορμή πληροφορίες που αφορούν την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του και την παραπομπή του σε τακτική ανάκριση στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης δικαστικής διερεύνησης της γνωστής υπόθεσης της «μαφίας των Χανίων», που είχε αποκαλυφθεί πριν από μερικούς μήνες.
Όπως υποστηρίζει ο κ.Μπέας, ο οποίος δηλώνει αιφνιδιασμένος, η υπόθεση που του αποδίδεται «δεν στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία ενοχής». Ο Διοικητής του Νοσοκομείου ξεκαθαρίζει με απόλυτη σαφήνεια πως δεν έχει διαπράξει «ουδεμία αξιόποινη πράξη», δηλώνει ωστόσο πως -με πλήρη εμπιστοσύνη- θα συνεργαστεί με τις αρμόδιες αρχές, προκειμένου «να αποδειχθεί η αλήθεια» και ζητά από όλους να αποφύγουν τα «πρόωρα συμπεράσματα».
Όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, η δίωξη αφορά το αδίκημα της δωροληψίας και αφορά στην υπόθεση της δικογραφίας με 48 κατηγορούμενους και επίκεντρο δύο αδέρφια που έχουν προφυλακιστεί και τα οποία δραστηριοποιούνταν στον τομέα του τουρισμού και φέρονται να έκαναν μεγάλες μπίζνες με «όχημα» την ξενοδοχειακή μονάδα ιδιοκτησίας τους. Η συγκεκριμένη μονάδα ήταν αυτή για την οποία το όνομα του κ. Μπέα ενεπλάκη στην υπόθεση.
Από την πρώτη στιγμή ο Διοικητής του Νοσοκομείου είχε κάνει σαφές ότι ο ίδιος, σε συνεννόηση με το Υπουργείο Υγείας ήταν αυτός που προσέγγισε τον συγκεκριμένο ξενοδόχο ως «λύση ανάγκης», λόγω των εξώσεων που είχαν προκύψει σε δομές ψυχικής υγείας, και πως οι ενέργειές του αφορούσαν διαχειριστική επιλογή, η οποία ωστόσο δεν προχώρησε καθώς εντοπίστηκε νομικό κώλυμα από μέρους του συγκεκριμένου ξενοδοχείου.
Η απάντηση του κ.Μπέα αναλυτικά:
«Με αφορμή δημοσιεύματα και πληροφορίες που αφορούν την άσκηση ποινικής δίωξης και την παραπομπή μου σε τακτική ανάκριση, αισθάνομαι την ανάγκη να τοποθετηθώ δημόσια.
Θέλω να δηλώσω με απόλυτη σαφήνεια ότι ουδεμία αξιόποινη πράξη έχω διαπράξει και ότι η υπόθεση που μου αποδίδεται δεν στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία ενοχής, γεγονός που με αιφνιδίασε και με προβληματίζει βαθύτατα.
Παρά ταύτα, έχω πλήρη εμπιστοσύνη στον θεσμό της Δικαιοσύνης και πιστεύω ακράδαντα ότι στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από τον νόμο ανακριτικής διαδικασίας θα μου δοθεί η δυνατότητα να εκθέσω πλήρως τις θέσεις μου και να αντικρούσω τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποδειχθεί η αλήθεια και θα επέλθει η πλήρης δικαίωσή μου.
Με σεβασμό στους θεσμούς και στη διαδικασία, θα συνεργαστώ με τις αρμόδιες αρχές, διατηρώντας την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά μου, όπως έπραξα πάντα στη ζωή και στη δημόσια πορεία μου.
Ζητώ να γίνει σεβαστό το τεκμήριο της αθωότητας και να αποφευχθούν πρόωρα συμπεράσματα.»



